Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΘΕΟ: Σκεπτομορφές (άλλης) μίας θνητής θρησκείας, ή τα ανθεκτικότερα εξωθρησκευτικά αρχέτυπα;


  Συνήθως οι έλληνες θεοί και θεές θεωρούνται από τους θρησκευτικά  "ψαγμένους" ως "επιδερμικοί"  κι ως μή διαθέτοντες "πνευματικό βάθος" και "υψηλό νόημα". Έτσι κατά καιρούς είναι πολλοί αυτοί που  αναρωτιούνται πώς ένας αρχαίος πολιτισμός,  υπεύθυνος για την μεγαλύτερη πολιτισμική κοσμογονία της Ιστορίας, έμεινε σε τόσο «παιδαριώδες» επίπεδο στον τομέα της θρησκείας και δεν έδωσε και εκεί κάτι ανάλογο.  Συχνότατα βέβαια όσοι υποβάλλουν αυτό το ερώτημα πιστεύουν οι ίδιοι σε παιδαριώδη πράγματα, όπως η "άμμωμος" σύλληψη του θεού τους από μια παρθένο, ή η ανάσταση των νεκρών τους. 
 Ωστόσο, όπως και σχεδόν σε κάθε άλλον τομέα του επιστητού, έτσι και στον τομέα της θρησκείας οι αρχαίοι έλληνες έδωσαν το μέτρο των ανθρωπίνων δυνατοτήτων. Μόνο που αυτό το οποίο κληροδότησαν τελικά στη θέση της θρησκείας, δεν έχει καμία σχέση με αυτήν -όπως κι αν θέλει να τήν εννοεί κάποιος.


Θρησκεία, ο φτωχός συγγενής της Τέχνης
  
Ο Μύθος εκφράζει την πρωταρχική προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον περιβάλλοντα κόσμο και αποτελεί την πρωτογενή εκδήλωση της ανθρώπινης λογικότητας. Μέσα από τον Μύθο αναδείχθηκαν οι τρεις βασικότερες όψεις της ανθρώπινης αναζήτησης: η Τέχνη, η Θρησκεία και η Επιστήμη.

     Η Τέχνη προήλθε από μια αρχικώς απλοϊκή μαγικομιμητική αντίδραση απέναντι σε όψεις, ή ιδιότητες του Κόσμου, που αποτελούν αντικείμενο θαυμασμού, επιθυμίας, ή ταύτισης (π.χ. οι εικαστικές απεικονίσεις διαφόρων ζώων στα τοιχώματα των σπηλαίων). Με την πάροδο του χρόνου εξέλιξε πιο σύνθετους συμβολισμούς αλλά, πάντοτε στην ίδια κατεύθυνση, δηλαδή σε αυτήν τής επιθυμίας του ανθρώπου να προσεγγίσει ό,τι αντιλαμβανόταν ως ιδανικό.

     Η ίδια μαγικομιμητική αντίδραση, όταν εξελίχθηκε σε βαθύτερη περιέργεια, προμήθευσε την πρώτη ύλη τών μετέπειτα  εννοιών τού επιστημονικού ορθολογισμού. Π. χ. στις κοσμογονίες των διαφόρων λαών και ειδικά  την ησιόδεια ποίηση, ο μαγικομιμητικός θαυμασμός της πρωτόγονης τέχνης για τα φυσικά φαινόμενα (π.χ. βροχή και κάρπισμα της γης  κ.λπ.) έχει δώσει τη θέση του σε μια απόπειρα κατανόησης και χρονολογικής διευθέτησης των κοσμικών διαδικασιών δηλαδή, έχει εξελιχθεί σε προπομπό τής αιτιοκρατικής ορθολογικής σκέψης. Εν συνεχεία οι πρώτοι επιστήμονες της Ιστορίας, οι έλληνες φιλόσοφοι της Ιωνίας, μετέτρεψαν τις θεμελιώδεις έννοιες του Μύθου (π.χ. Χάος, Κόσμος, Ανάγκη, Έρως κ.α.) σε ομώνυμες (πρωτο)επιστημονικές υποθέσεις εργασίας.

     Ωστόσο από τον Μύθο προέκυψε, ως μαγικομιμητική επίσης αντίδραση, και η Θρησκεία.

Η τελευταία μπορεί να ερμηνευθεί ως παρεκτροπή οφειλόμενη σε έναν συνδυασμό ανεπαρκών ερμηνειών και αμυντικών ψυχικών αντιδράσεων απέναντι σε έναν, θαυμαστό μεν αλλά, ακόμα αρκετά δυσνόητο -και τρομακτικό- κόσμο (αρκεί να σκεφτούμε πόσο πολύ τρομάζει και σήμερα ο θάνατος και πόσο εύκολα αυτός ο φόβος μπορεί να εκθρέψει παραμύθια και φαντασιώσεις περί μεταθανάτιας συνέχειας – άλλωστε στη ρίζα όλων των θρησκειών βρίσκεται ο φόβος και ειδικότερα ο  φόβος του θανάτου). 

     Η Θρησκεία υπήρξε λοιπόν ο φτωχός συγγενής της Τέχνης. Αλλά ας αφήσουμε να τα πει καλύτερα ο έχων πιθανότατα την πατρότητα αυτής της αντίληψης. Το παρακάτω απόσπασμα από το κείμενο «Τέχνη και Θρησκεία» του γερμανού φιλόσοφου του 19ου αιώνα, Μαξ Στίρνερ(1), ανιχνεύει με τον πιο παραστατικό ίσως τρόπο τις καλλιτεχνικές καταβολές της θρησκευτικής παρεκτροπής: 

«Από τη χρονική στιγμή που ο άνθρωπος υποψιάζεται πως ενυπάρχει μια άλλη πλευρά του εαυτού του μέσα του, και ότι δε βρίσκεται πλέον στην απλή φυσική του κατάσταση, προχωρεί στο να διαχωρίσει τον εαυτό του σ’ αυτό που είναι και σ’ αυτό στο οποίο πρέπει να εξελιχθεί. Όπως ακριβώς ο έφηβος είναι το μέλλον του αγοριού, και ο ώριμος άνδρας το μέλλον του αθώου παιδιού, έτσι κι αυτή η άλλη πλευρά του είναι ο μελλοντικός άνθρωπος που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της παρούσας πραγματικότητας. Από την αυγή αυτής της υποψίας, ο άνθρωπος αγωνίζεται και αδημονεί για τον άλλο άνθρωπο του μέλλοντος, και δε θα ησυχάσει μέχρι να ατενίσει τον εαυτό του με την μορφή του άλλου, της άλλης πλευράς του. Αυτή η μορφή ταλαντεύεται μέσα του για πολύ καιρό: τη ψηλαφίζει μονάχα σαν μια δέσμη φωτός στο εσώτερο σκοτάδι του, που εξαπλώνεται αν και δεν έχει ακόμα καθορισμένη μορφή η περίγραμμα. Για μια μακρά περίοδο, μαζί με άλλους τυφλούς και βωβούς που ψηλαφίζουν αυτό το σκοτάδι, η καλλιτεχνική διάνοια αναζητεί να εκφράσει τούτο το προαίσθημα. Αυτό που κανείς άλλος δεν καταφέρνει να κάνει, το πετυχαίνει, παρουσιάζοντας την ανυπομονησία, την αναζήτηση της μορφής, και ανιχνεύοντας το σχήμα του δημιουργεί έτσι το Ιδανικό […] Ο άνθρωπος συσχετίζει μόνος του θρησκευτικά το Ιδανικό που χάραξε η καλλιτεχνική δημιουργία, με το δεύτερο εξωτερικευμένο Εγώ όπως με ένα Αντικείμενο. Εδώ εδράζει όλη η αγωνία και οι αγώνες των αιώνων, γιατί είναι επίφοβο να βρίσκεται κανείς εκτός του εαυτού του, αντιμετωπίζοντας τον ως αντικείμενο, χωρίς να ενωθεί με αυτό και ως ένα αντικείμενο τοποθετημένο απέναντι και ενάντια στον άνθρωπο ικανό να εκμηδενιστεί εκμηδενίζοντας ταυτόχρονα και τον ίδιο […] η θρησκεία υφίσταται μόνο με αυτόν το διαχωρισμό […] Η πνευματική του ύπαρξη (σ.σ.: του θρησκευτικού κόσμου) δεν έγκειται στη λογική (αιτιολόγηση) αλλά στην παραδοχή (πίστη). Η θρησκεία είναι ζήτημα παραδοχής»
.

O γερμανός αναρχικός φιλόσοφος Μαξ Στίρνερ σκιτσαρισμένος από τον Φρήντριχ Ένγκελς, πιθανότατα την εποχή που σύχναζαν στον μποέμικο όμιλο των "Ελευθέρων".


 Με άλλα λόγια, οι θεοί όλων των θρησκειών δεν είναι παρά διαχωρισμένα από τον άνθρωπο/δημιουργό τους κατασκευάσματα, στα οποία έχει εναποθέσει όλα όσα θα ήθελε να διαθέτει, (αυτάρκεια, δύναμη, διαρκή γονιμότητα, αθανασία, κλπ.) ώστε, να μπορεί να τα αιτείται από τον θεωρούμενο ως θεϊκό εγγυητή τους. Όσο οι θρησκείες «εξελίσσονται» (δηλ. όσο οδεύουν προς την μυστικοπάθεια, την αοριστία και τον σκοταδισμό) ο διαχωρισμός γίνεται όλο και πιο απόλυτος και τα επιτήδεια ιερατεία/«μεσολαβητές» όλο και θρασύτερα(2). Οι απόψεις, που με τόση φιλοσοφική διαίσθηση ανέπτυξε ο Στίρνερ επιβεβαιώθηκαν αρκετές δεκαετίες αργότερα, από την Ψυχανάλυση.(3)

     Οι έλληνες θεοί και θεές δεν εξαιρούνται από την παραπάνω ανάλυση. Αρχικά δεν επρόκειτο για τίποτε περισσότερο από τις συνηθισμένες αγροτοφυλετικές εξιδανικευμένες προσωποποιήσεις, δηλ. μορφές του Ιδανικού, που συναντούμε λίγο-πολύ σε όλους τους αρχαίους λαούς (συμπεριλαμβανομένων και των «μονοθεϊστών» εβραίων). Οι προσωποποιήσεις αυτές πήγασαν από τη θεματολογία μιας αρχέγονης μαγικομιμητικής καλλιτεχνίας, που αναζητούσε το δικό της Ιδανικό, και στην πορεία εμπλουτίζονταν με τις εκάστοτε συλλογικές παραστάσεις, μεταβαλλόμενες προοδευτικά σε θρησκεία.





Όμηρος: ο άνθρωπος που απέδειξε ότι «η τέχνη είναι το ξεκίνημα, το Άλφα της θρησκείας, μα είναι επίσης και το τέλος της, το Ωμέγα. Χωρίς την τέχνη και τον ιδεαλιστικά δημιουργικό καλλιτέχνη η θρησκεία δε θα υπήρχε, αλλά όταν αυτός ο καλλιτέχνης επανοικειοποιείται την τέχνη του, η θρησκεία κατακρημνίζεται» (Μάξ Στίρνερ, Τέχνη και  Θρησκεία).


Η Ομηρική Επανάσταση

  Ωστόσο στον ελλαδικό χώρο αρχίζει να συμβαίνει ένα ξεπέρασμα αυτής της αντίληψης. Επανερχόμενοι στον Στίρνερ, «η τέχνη είναι το ξεκίνημα, το Άλφα της θρησκείας, μα είναι επίσης και το τέλος της, το Ωμέγα. Ακόμα περισσότερο είναι η συντροφιά της. Χωρίς την τέχνη και τον ιδεαλιστικά δημιουργικό καλλιτέχνη η θρησκεία δε θα υπήρχε, αλλά όταν αυτός ο καλλιτέχνης επανοικειοποιείται την τέχνη του, η θρησκεία κατακρημνίζεται […] η τέχνη γεννά διαχωρισμό, τοποθετώντας το Ιδανικό πέρα και ενάντια στον άνθρωπο. Αυτή όμως η άποψη, που διήρκεσε τόσο πολύ, ονομάζεται θρησκεία, και θα διαρκέσει μέχρι ένα μόνο απαιτητικό μάτι να σύρει το Ιδανικό πάλι μέσα και  το κατασπαράξει». 
Το «απαιτητικό» αυτό μάτι ανήκει κατ’ απόλυτη ιστορική πρωτιά στον ποιητή Όμηρο. Ο Όμηρος ήρε τον διαχωρισμό μεταξύ θείου και ανθρώπινου και επανοικειοποιήθηκε τις θεϊκές μορφές από την θρησκεία για λογαριασμό της τέχνης: «η τέχνη θα παρασταθεί στον ενταφιασμό της θρησκείας. Ήρεμη και σίγουρη, η τέχνη θα διεκδικήσει τον εαυτό της για μια ακόμα φορά, κι έτσι θα στερήσει από το Αντικείμενο (σ.σ.: το Ιδανικό, τον «θεό») την αντικειμενικότητά του, την «άλλη πλευρά» του, και θα το απελευθερώσει από την μακρόβια θρησκευτική του φυλακή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η τέχνη δεν θα εμπλουτίσει το Αντικείμενο για μια ακόμα φορά αλλά θα το καταστρέψει ολοκληρωτικά. Διεκδικώντας την δημιουργία της, η τέχνη ξαναβρίσκει τον εαυτό της και ανανεώνει τη δημιουργική της δύναμη. Εμφανίζεται, στην παρακμή της θρησκείας, σαν μια λεπτομέρεια με όλη τη σοβαρότητα της παλιάς πίστης, μια σοβαρότητα με περιεχόμενο που η θρησκεία πλέον έχει χάσει, και η οποία πρέπει να επιστρέψει στον χαρούμενο ποιητή. Πλέον η θρησκεία εμφανίζεται σαν μια γελοία κωμωδία» (1)
Είναι γνωστό ότι για αυτούς ακριβώς τούς λόγους (δηλ. για το ότι δημιούργησε την «τέχνη που παραστάθηκε στον ενταφιασμό της θρησκείας» και για το ότι άνοιξε τον δρόμο για την μετέπειτα θεατρική διακωμώδηση της θρησκείας) ο Όμηρος είχε ήδη από την αρχαιότητα καταχωρηθεί ως  ασεβής ποιητής (με πιο γνωστό κατήγορό του τόν Πλάτωνα(4)). Ο Όμηρος, που εμφανίζεται στο τέλος των λεγόμενων «σκοτεινών αιώνων» (-12ος έως -8ος) δηλαδή μιας εποχής παρακμής,  ανανέωσε και συμπαρέσυρε (ουσιαστικά δημιούργησε) όλο αυτό που έχει επικρατήσει να ονομάζεται «ελληνική ματιά». Χάρις στον Όμηρο –και πιθανότατα χωρίς να περιλαμβάνεται στις επιδιώξεις του- δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις ώστε, μελλοντικά: α) η ελληνική θρησκεία να πάψει να είναι αποκλειστικά ελληνική και β)το ελληνικό πάνθεο να πάψει να συνιστά αποκλειστικά θρησκεία. Η ελληνική θρησκεία έπαψε να είναι αποκλειστικά ελληνική γιατί, στηρίζεται πλέον σε θεότυπους, που έχουν ξεπεράσει την αγροτοφυλετική τους διάσταση και συγκεντρώνουν ορισμένα επιλεγμένα χαρακτηριστικά του πανανθρώπινου ψυχισμού(5). Και το ελληνικό πάνθεο έπαψε επίσης  να συνιστά αποκλειστικά θρησκεία γιατί, ο θεϊκός ψευδοκόσμος, που «κατασπαράχθηκε» από τον Όμηρο, έπαψε να είναι κάτι άπιαστο και διαχωρισμένο και εξαληθεύτηκε ως μια οντολογική προέκταση του ανθρώπινου. 
Προοδευτικά και υπό την επίδραση της διαμορφούμενης ομηρικής παράδοσης οι θεοί και οι θεές  (ανα)θεωρήθηκαν στη συλλογική συνείδηση ως  αυτό, που κάποτε φιλοδοξούν να καταφέρουν οι άνθρωποι (εννοείται με πολλή προσωπική προσπάθεια): εκτυφλωτικά όμορφοι, δυνατοί (αλλά όχι και άμετρα, ή παρά φύσιν παντοδύναμοι), δημιουργικοί, πολυμήχανοι, σοφοί, ευδαίμονες, παναξιέραστοι, και –γιατί όχι;- αθάνατοι. Θεοί και θεές με τους οποίους μπορεί κάποιος θνητός να ερωτευθεί, να παραβγεί, να ανταγωνιστεί, ή ακόμα να συγκρουστεί και να αμφισβητήσει. Θεοί και θεές, ελεύθεροι, Πέρα Από Την Ηθική, από τους οποίους μπορεί κανείς να «παραπλανηθεί», ή και να «αποπλανηθεί», θεότητες, που δεν στέκονται έξω από τον Κόσμο, που υπόκεινται στο πεπρωμένο (όπως και οι άνθρωποι), που χαμογελούν, παρακινούν, «μιλούν». Και γι’ αυτό έως σήμερα  ασκούν ακατανίκητη γοητεία και αγγίζουν βαθιά κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως εθνικότητας, ή πνευματικού επιπέδου. «Κανένας ομηρικός ήρωας, κανένας Έλληνας δεν θεωρεί εαυτόν ανάξιο σε σχέση με τους θεούς. Είναι μόνο πιο αδύναμος. Οι θεοί μπορεί να είναι πιο δυνατοί αλλά δεν βρίσκονται κατ’ ουσίαν σε άλλο επίπεδο αξίας. Και φυσικά η οπτική αυτή έχει απελευθερωτικά αποτελέσματα για τη δράση και τη συνείδηση των ανθρώπων» (5). Ακόμα και η απλή οπτική επαφή με τις απεικονίσεις τους ασκεί συχνά αθόρυβη καταλυτική επίδραση στον παρατηρητή. Παρά την αναντίρρητη επιβλητικότητά τους, είναι κυριολεκτικά οι θεοί και οι θεές «της διπλανής πόρτας». Αλλά, κυρίως, είναι ο δυνητικός «θεϊκός» (εξελιγμένος) εαυτός μας, που μάς επισκέπτεται από το μέλλον και δεν παραμένει διαχωρισμένος από εμάς.
     Την δυνατότητα της προσέγγισης αυτού του «θεϊκού» εαυτού εξερεύνησε αργότερα, πλήρως διαποτισμένη από τον Όμηρο, η ελληνική φιλοσοφία.


Θεοί και θεές χωρίς θρησκεία

  Ο πολύς κόσμος μπορεί φυσικά να συνέχιζε την μαγικομιμητική πρακτική, που ονομάζεται «λατρεία» και να πίστευε σοβαρά στην υποτιθέμενη θεϊκή προέλευση π.χ.  των κεραυνών και των επιδημιών (άλλωστε και στην Ιλιάδα ο Απόλλων εξαπολύει μια επιδημία στο στρατόπεδο των Αχαιών): «το θρησκευόμενο άτομο ενδιαφέρεται μόνο για τις “αποδείξεις της ύπαρξης του θεού” διότι βιαστικά καθώς δέθηκε στον κύκλο της πίστης, φύλαξε εσωτερικά την ελεύθερη κίνηση της κατανόησης και υπολογισμού. Εδώ, λέγω, το πνεύμα εξαρτημένο από ένα αντικείμενο, ζητά να το ερμηνεύσει, να το εξερευνήσει, να το νιώσει, να το αγαπήσει κ.ο.κ.. Επειδή δεν είναι ελεύθερο και απ’ τη στιγμή που η ελευθερία είναι η προϋπόθεση της διάνοιας, το θρησκευτικό πνεύμα δεν είναι εμπνευσμένο. Η εμπνευσμένη ευλάβεια δεν είναι πιο λαμπρή από κάθε άλλη βλάβη. Η θρησκεία είναι πάντα φιλόξενη για τους ανόητους, και κάθε μή δημιουργικός μπούφος μπορεί και θα έχει πάντα μια θρησκεία, καθώς η απουσία δημιουργικότητας δεν φαίνεται να παρακωλύει την ισόβια εξάρτηση»(1). Η Θρησκεία μπορεί να γεννήθηκε, όπως και η Τέχνη, από μια μαγικομιμητική αντίδραση του ανθρώπου απέναντι στον Κόσμο αλλά, αντίθετα με την Τέχνη η οποία εξελίχθηκε, η Θρησκεία (παρά τήν επιφανειακή της «εξέλιξη») παρέμεινε ανέκαθεν αγκυλωμένη και στάσιμη στο μαγικομιμητικό επίπεδο.

     Ωστόσο, μετά την ομηρική επεξεργασία τους, οι ίδιοι οι έλληνες θεοί και θεές δεν είχαν πλέον την ανάγκη της αντίστοιχης θρησκείας (και των παραφερναλίων της) για να συνεχίσουν να υπάρχουν ως υπερχρονικές πλέον και παγκόσμιες παραστάσεις. Οι έλληνες θεοί και θεές δεν έχουν καν ανάγκη να υπάρχουν «πραγματικά». Είναι οι πρώτοι και οι μοναδικοί θεοί στην Ιστορία με τους οποίους συμβαίνει κάτι τέτοιο.  Και γι’ αυτό εξακολούθησαν να υφίστανται αλώβητοι και μετά την ελληνική θρησκεία. Σε όλον τον κόσμο ο Δίας, η Αθηνά, η Αφροδίτη, ο Έρως, ο Παν, ή ο Διόνυσος, παρέμειναν ανέκαθεν όχι μόνο γνωστότεροι από τον Αβραάμ, τον Ιησού και τον Μωάμεθ, αλλά και –έστω και ανομολόγητα- δημοφιλέστεροι. Η παγκόσμια ποίηση, λογοτεχνία, μουσική, ζωγραφική, γλυπτική, θέατρο, κινηματογράφος, δεν έπαψαν ποτέ  να επανέρχονται σε σταθερή  βάση σε αυτούς και αυτές. Αγάλματά τους είθισται να κοσμούν κεντρικές πλατείες και κτίρια σε όλες σχεδόν τις σημαντικές πόλεις του πλανήτη. Απεικονίσεις τους και αναφορές σε αυτούς μπορεί να δει κανείς σε όποιο σημείο του κόσμου κι αν βρεθεί, από μουσεία τέχνης και πανεπιστημιακές αίθουσες μέχρι καταλόγους εστιατορίων και διαφημίσεις. Ας σταθούμε ενδεικτικά σε έναν, τον Πάνα. Η σύγχρονη (ροκ) μουσική τόν έχει τιμήσει κατ’ επανάληψιν (6), καθώς και ο κινηματογράφος με πιο πρόσφατο παράδειγμα την πρωτότυπη ισπανική ταινία «Ο λαβύρινθος του Πάνα» (2006). Στη λογοτεχνία ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα είναι το συναρπαστικό μπεστ σέλλερ «Το άρωμα του ονείρου» τού Αμερικανού Τομ Ρόμπινς(7) με πρωταγωνιστή έναν Πάνα, που συμμαχεί με ένα ερωτευμένο ζευγάρι σε έναν αδιάφορο σύγχρονο κόσμο. Αλλά και οι προφυλακές τής επιστημονικής αναζήτησης «σκοντάφτουν» επάνω του (βλ. τη μελέτη της Ψυχολογίας των Αρχετύπων «Ο Παν και ο εφιάλτης» του Αμερικανού ψυχαναλυτή Τζαίημς Χίλμαν (8)).



Η Αθηνά του Πειραιά:  αριστουργηματική χάλκινη γλυπτή απεικόνιση της Αθηνάς, πιθανότατα από τον Κηφισόδοτο (-4ος αιώνας, αρχαιολογικό μουσείο Πειραιώς). Χάρις στην ελληνική τέχνη (ποίηση, θέατρο, γλυπτική) οι έλληνες θεοί και θεές ξέφυγαν από τα περιορισμένα όρια της εφήμερης θρησκείας και μεταβλήθηκαν σε πέρα-από-τον-χρόνο αρχέτυπα. Τα οποία μάλιστα δεν έχουν ανάγκη τη θρησκεία για να λειτουργήσουν.


Ελληνική τέχνη: τέχνη χωρίς θρησκεία

 Η ίδια η ελληνική εικαστική έκρηξη της κλασικής εποχής, αν και γεμάτη από θεϊκές απεικονίσεις, δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλοϊκά ως θρησκευτική τέχνη. Επρόκειτο για τέχνη που είχε ξεπεράσει προ πολλού το αρχικό μαγικομιμητικό στάδιο, δεν οφείλεται σε κανένα  θρησκευτικό συναίσθημα και που δεν δημιουργήθηκε για λογαριασμό της θρησκείας. Μια τέχνη που χειρίζεται κατά βούλησιν και επεμβαίνει στα σύμβολά της (αντί να καταπλακώνεται από αυτά), με τρόπο που καμία θρησκεία δεν θα μπορούσε να εμπνεύσει, ή να επιτρέψει (9). Τα σύμβολα αυτά, φαινομενικώς μόνο προήλθαν από τον χώρο της θρησκείας. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβολοποιημένα Ιδανικά, που η απαρχή τους είναι προθρησκευτική, έχει μια αμιγώς καλλιτεχνική προέλευση και που ο Όμηρος (και, αργότερα, οι θεατρικοί συγγραφείς) είχαν επανακτήσει από την θρησκεία για λογαριασμό τής τέχνης. Οι θεϊκές απεικονίσεις της ελληνικής κλασικής τέχνης δεν είναι άλλες από τις επικρατούσες σημερινές δηλαδή, τις οικουμενοποιημένες (5) ομηρικές. Οι Παρθενώνες θα μπορούσαν να είχαν χτιστεί ακόμα κι αν οι έλληνες δεν αντιλαμβάνονταν θρησκευτικά  το ανθρωπόμορφο ιδανικό «Αθηνά», κατά τον ίδιο τρόπο που σήμερα η κλασική ελληνική  αισθητική εξακολουθεί να επικρατεί διεθνώς ως πρωτεύον πολιτισμικό σημείο αναφοράς, χωρίς να προϋποθέτει απολύτως καμία θρησκευτικότητα. Σε αντίθεση με την πάντοτε ανέμπνευστη μαγικομιμητική θρησκευτική τέχνη, η οποία πάντοτε εκπορεύεται από μια αντίστοιχη θρησκεία, η κλασική ελληνική τέχνη υπήρξε αυθύπαρκτη και αυτοαιτιολογούμενη και δεν αιτιάσθηκε σε καμία θρησκευτικού τύπου προϋπόθεση, ή θρησκευτική «έμπνευση», «επιφοίτηση» κλπ.. Αντιθέτως ήταν μάλλον η ελληνική θρησκεία, που –παραπροϊοντικά- χάρις στην ελληνική τέχνη, απέκτησε έναν λόγο για να σπαζοκεφαλιάζουν οι μεταγενέστεροι με το λανθασμένα τεθέν ερώτημα:  πώς έγινε και δεν διέπρεψαν και στον θρησκευτικό τομέα αυτοί οι, κατά τα άλλα, εκπληκτικοί έλληνες;

     Το πανθομολογούμενο γεγονός ότι, οι παραστάσεις των ελλήνων θεών και θεαινών διατηρούν αμείωτη την ψυχολογική και αισθητική τους αξία σε όλες σχεδόν τις σύγχρονες εξωθρησκευτικές πλευρές της τέχνης και της ζωής, οφείλεται στο ότι δεν είχαν διαμορφωθεί προς χάριν θρησκευτικής χρήσης. Απλώς για κάποιο χρονικό διάστημα χρησίμευσαν και στη θρησκεία, μέχρι που η Τέχνη τούς επαναδιεκδίκησε. Αντιθέτως όσα σύμβολα έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά και εξαρχής για θρησκευτική χρήση, περιορίζονταν ανέκαθεν στον περιχαρακωμένο χώρο τής θρησκευτικής έκφρασης.

     Τα παραδείγματα της πανταχού παρουσίας των ελληνικών θεϊκών μορφών δεν περιορίζονται μόνο στον χώρο του πνεύματος κα του πολιτισμού, αλλά μπορούν να αναζητηθούν και στην καθημερινότητά μας. Π.χ. σήμερα μετά από τόσες χιλιετίες εξακολουθούμε να αναρωτιόμαστε, όπως κι Οδυσσέας μπροστά στη Ναυσικά, αν η συναρπαστική γυναίκα που έτυχε να βρεθεί μπροστά μας είναι  «θεά». Κατά τον ίδιο τρόπο που οι γυναίκες διεθνώς αποκαλούν έναν ανάλογα ωραίο άνδρα «Ερμή». Ένα  καλομαγειρεμένο φαγητό το αποκαλούμε «θεϊκή τροφή» (ακόμα κι αν πρόκειται απλώς για ταπεινές φακές) και τα μικρά παιδιά, όταν κοιμούνται, «αγγελούδια» (στην πραγματικότητα όμως εννοούμε «κοιμώμενους Έρωτες»).

     Τελικά είναι αλήθεια ότι οι έλληνες «απέτυχαν» στον τομέα της θρησκείας. Αντ’ αυτής μάς κληροδότησαν τίς υγιέστερες παραστάσεις που κυριαρχούν στο παγκόσμιο φαντασιακό, δηλαδή θεούς και θεές που δεν χρειάζονται τη θρησκεία (και τα παραφερνάλιά της) για να υπάρξουν. Και οι οποίοι προτρέπουν στο ίδιο και εμάς, αν θέλουμε να τους μοιάσουμε.



Σημειώσεις


(1) Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά στο θεσσαλονικιώτικο περιοδικό Πανοπτικόν, τεύχος 2/2001. 

(2) Τα ιερατεία ενδιαφέρονταν ανέκαθεν μόνο για τις «ιερές» περιουσίες τους. Η αρχική στάση του δελφικού μαντείου κατά τη διάρκεια της περσικής εισβολής το 480 π.Χ. προέτρεπε τους  αθηναίους όχι μόνο να μην αντισταθούν στους πέρσες, αλλά να …εξαφανιστούν από προσώπου Γής –ο δεύτερος, ειρωνικός, χρησμός περί «ξυλίνων τειχών» δόθηκε μόνο μετά από επιμονή τού Θεμιστοκλή, ο οποίος, ως μή θρησκόληπτος, τόν χειρίστηκε με πανουργία αντάξια των ομηρικών θεών και ηρώων. Ας κάνουμε τις συγκρίσεις με την τουρκόφιλη στάση του χριστιανικού πατριαρχείου το 1453 αλλά και το 1821, αλλά και με την γερμανόφιλη στάση των «αγιορειτών» το 1941.

(3) Βλ. π.χ. τα γνωστά έργα του  Σίγκμουντ Φρόυντ, «Το μέλλον μιας Αυταπάτης» και «Τοτέμ και Ταμπού». Αλλά επίσης και τις εργασίες του Κάρλ Γιούνγκ σχετικά με το Συλλογικό Ασυνείδητο.

(4) Βλ. Πολιτεία 378d, 379d-e, 383a, 387a-b, 388a-d, όπου δίνονται «προφυλάξεις» για την «ορθή» ανάγνωση του Ομήρου ενώ παρακάτω ο Όμηρος λογοκρίνεται, για να εξοριστεί τελικά από το εκπαιδευτικό σύστημα της πλατωνικής Πολιτείας.  Αλλά και οι Ορφικοί και  ο Ηράκλειτος (βλ. Διογένη Λαέρτ. VIII, 21 και Diels: Απόσπ. Προσωκρατικών φιλοσόφων, 11, 42), καταφέρονται κατά του Ομήρου. Ο Ηράκλειτος μάλιστα (Diels, 42) αναφέρεται με βαρείς χαρακτηρισμούς στον Όμηρο: πρέπει, λέει, να διώχνεται από τους αγώνες και να ραπίζεται.

(5) Για τα ειδικά και πρωτότυπα χαρακτηριστικά, που προσδίδουν στους έλληνες θεούς και θεές την οικουμενικότητα τους  βλ. Κορνήλιου Καστοριάδη, Η  Ελληνική Ιδιαιτερότητα, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2007.

(6) Βλ. Οι έλληνες θεοί και θεές στη ροκ μουσική http://hypnovatis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_3643.html.

(7) Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αίολος.

(8) Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρχέτυπο.

(9) Βλ. π.χ. την λυσσαλέα αντίδραση των χριστιανών στον χειρισμό των συμβόλων τους από συγγραφείς του πνευματικού βεληνεκούς ενός Νίκου Καζαντζάκη.




Θ. Λ.

(Άρθρο που είχε δημοσιευτεί συντομευμένο στο αποχαιρετιστήριο τεύχος του Δαυλού τον Δεκέμβριο του 2008 με τον, μάλλον άστοχο, τίτλο "Γιατί οι έλληνες δεν έδωσαν μια διεθνή θρησκεία". Επίσης στο ιστολόγιο του φίλου Κλείτορα - http://kleitor.blogspot.gr/2008/12/blog-post_06.html. Εδώ στην πλήρη μορφή του και φυσικά με μερικές προσθήκες)



1 σχόλιο:

  1. "Αντιθέτως όσα σύμβολα έχουν σχεδιαστεί αποκλειστικά και εξαρχής για θρησκευτική χρήση, περιορίζονταν ανέκαθεν στον περιχαρακωμένο χώρο τής θρησκευτικής έκφρασης" και οι τέχνες απαγορευτηκαν με ποινή θανάτου ακριβώς για να μην (επανα)διεκδικήσουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή