Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

ΑΠΟ ΤΟΝ HOMO POLITICUS, ΣΤΟΝ HOMO OECONOMICUS

Aρχαιοελληνική οικονομική σκέψη και σύγχρονος οικονομισμός


Για την (αρχαία) ελληνική ιδιοσυγκρασία, η οποία ικανοποιείτο με την σύνθεση των πραγμάτων σε ένα πεδίο ανώτερης ενοποίησης, η οικονομία δεν μπορούσε να να μείνει ευλαβικά ανέγγιχτη σαν μια δήθεν «ιερή» έννοια, ή σαν ένα «πεπρωμένο» προς το οποίο η κοινωνία όφειλε να κινηθεί.

Η οικονομία δεν αποτελούσε για τον ελληνικό νου κάποιο αυτοσκοπό αυτονομημένο από τον παράγοντα άνθρωπο και τις ανάγκες του και γι’ αυτό δεν αντιμετωπιζόταν σαν αυθύπαρκτη έννοια, η οποία διέθετε, δήθεν αφ’ εαυτής, μια οποιαδήποτε εγγενή αξία. Η οικονομία έπρεπε και αυτή να υπαχθεί στο σύνολο των λοιπών ζωτικών δραστηριοτήτων και αναζητήσεων, που αφορούν σε μια κοινωνία και να αλληλεπιδράσει με αυτές, χωρίς να θεωρείται σε καμία περίπτωση η πεμπτουσία τους.
     Η ίδια η λέξη «οικονομία» (π.χ. στους Ξενοφώντα(1) και Αριστοτέλη(2)) δεν σήμαινε τίποτε άλλο από διαχείριση των υποθέσεων του οίκου και φυσικά όχι μόνο των χρηματικώς εκπεφρασμένων. Κατά τον ίδιο τρόπο η επέκταση της χρήσης της λέξης για το σύνολο της κοινωνίας επέβαλε μια διεύρυνση της έννοιάς της: οικονομία της πόλης, δηλαδή Πολιτική Οικονομία, είναι η διαχείριση των υποθέσεων της πόλης, χωρίς τον αυθαίρετο και παραπλανητικό κατατεμαχισμό τους σε χρηματικώς και μή χρηματικώς εκπεφρασμένες. Επειδή η πόλη (=κοινωνία) νοείτο ως ενιαίος οίκος εντός του οποίου πρέπει να επιτυγχάνεται με πολιτικό τρόπο η έμπρακτη ταύτιση ατομικού και συλλογικού συμφέροντος, η οικονομική δραστηριότητα όφειλε να υποτάσσεται σε αυτή την αναγκαιότητα. Όπως έχει επισημανθεί(3), στην αρχαία Ελλάδα η οικονομία γίνεται αντιληπτή ως ενσωματωμένη στην κοινωνία και όχι ως ξεχωριστός τομέας υπεράνω αυτής.
     Πράγμα, που υποχρεώνει στην εξέταση της Πολιτικής Οικονομίας ως εξαρτώμενης και εκπορευόμενης από την αυθεντική πολιτική, δηλαδή από την τέχνη της (αυτο)διοίκησης -όχι του εξουσιασμού- των κοινωνιών. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα δεδομένα της σημερινής εποχής, όπου η πολιτική έχει εκφυλλιστεί σε παιδί για τα θελήματα τών οικονομικώς ισχυρών και η οικονομική ορολογία έχει αποκτήσει την μυστικοπάθεια και την ασάφεια της θρησκευτικής (όσο κι αν αρέσκεται να διατυπώνεται με έναν ψευδοεπιστημονικό τρόπο). Την επιστημονικοφανή αυτή ορολογία τήν μηρυκάζουν ανυποψίαστοι και οι αδαείς «απλοί άνθρωποι», χωρίς να ξέρουν τί πραγματικά λένε αλλά, δεχόμενοι ασυνείδητα όλο το ηθικολογικό, συναισθηματικό και χειραγωγητικό αποτέλεσμά της (όπως ακριβώς έχει επιτύχει και η θρησκεία). 


Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ή ΑΝΑΡΧΙΑ;

(Κείμενο του Γιώργου Οικονόμου από εδώ:
http://oikonomouyorgos.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html .Τα τονισμένα σημεία, δικά μου)

Για το βιβλίο του David Graeber Αποσπάσματα μιας αναρχικής ανθρωπολογίας, Στάσει εκπίπτοντες, Αθήνα, 2007.



Στο βιβλίο αυτό ο αμερικανός ανθρωπολόγος David Graeber (D. G.) ασχολείται με τις κοινωνίες στις οποίες δεν υπάρχει κράτος και αγορά και χαρακτηρίζονται από συλλογικές διαδικασίες λήψεως αποφάσεων. Διαβλέπει σε αυτές ότι υπάρχει μια «αντιεξουσία» ή μια αναρχική τάση. Σημειωτέον ότι οι κοινωνίες αυτές είναι σχεδόν όλες ολιγάριθμες και «πρωτόγονες», με την έννοια ότι βασίζονται στην οικογενειακή συγγένεια και το φυλετικό σύστημα, όπως οι Piaroa στους παραπoτάμους του Ορινόκο, οι Tiv στον ποταμό Benue της Νιγηρίας, οι Malagacy της ορεινής Μαδαγασκάρης, ή οι κοινωνίες του Αμαζονίου που μελέτησε ο P. Clastres. Συγκρίνει επίσης τις κοινωνίες αυτές με τις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας και υποστηρίζει ότι μοιάζουν στην πολιτική οργάνωση με τις δημοκρατικές πόλεις.
Στην προσέγγιση αυτή του David Graeber, όπως σε όλες άλλωστε τις σχετικές προσεγγίσεις, το κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι δεν εξετάζει τι σημαίνει άμεση δημοκρατία - το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας - με συνέπεια να δημιουργούνται πολλά προβλήματα. Αυτά είναι εμφανή όταν χρησιμοποιούνται οι όροι «αντιεξουσία», «αναρχισμός», «συμμετοχική δημοκρατία», «πλειοψηφική δημοκρατία στην επίσημη κοινοβουλευτική της μορφή» ως συνώνυμα της άμεσης δημοκρατίας (σ. 94). 


Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ Η ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΥΠΑΝΑΠΤΥΞΗ



Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΕΝ ΣΥΝΔΕΟΤΑΝ (ΟΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ  ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΘΥΠΟΤΑΓΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Όπως παντού (οικονομία,  επιστήμη, πολιτική, τέχνη κλπ.) έτσι και στο ζήτημα της τεχνολογίας οι έλληνες επιζήτησαν την υπαγωγή του σε ένα πεδίο ανώτερης γνωστικής  ενοποίησης, το οποίο είχε ως επίκεντρο τον άνθρωπο.  Η τεχνολογία έπρεπε να εξεταστεί ανθρωποκεντρικά και όχι, όπως σήμερα, ως κάτι δήθεν «αυθύπαρκτο», «ουδέτερο» και  αυτονομημένο από την κοινωνία. Υπ’ αυτή την έννοια οι έλληνες ανέπτυξαν γνήσια τεχνική σκέψη, η οποία δεν προσφέρεται για να  ικανοποιεί τις τεχνολογικές «παραγγελίες» κάποιων εξουσιαστών.

Η τεχνική σκέψη των αρχαίων ελλήνων είναι προσανατολισμένη κατ’ εξοχήν στην απαλλαγή από τον βιοποριστικό μόχθο και όχι στις άλλες παραμέτρους της σύγχρονης παραγωγικής διαδικασίας (π.χ.  κατοχύρωση «ευρεσιτεχνίας», μεγιστοποίηση του κέρδους, «κατάκτηση» της αγοράς κλπ.). Σε ένα  περίφημο χωρίο του (1) , ο Αριστοτέλης απαξιώνει την εξαρτημένη εργασία και την εργασιακή ιεραρχία, όταν θεωρεί τη χρήση της κάτι καταναγκαστικό λόγω της τεχνολογικής υστέρησης  και, παράλληλα, προαναγγέλλει/εύχεται το τέλος της, όταν εκπληρωθούν κάποιες τεχνικές προϋποθέσεις: «Αν κάθε όργανο μπορούσε να κάνει τη δουλειά του, διατασσόμενο, ή προαισθανόμενο από μόνο του όπως λέγεται για τα αγάλματα του Δαιδάλου ή τους τρίποδες του Ηφαίστου, οι οποίοι, όπως λέει ο ποιητής “έτρεχαν μόνοι τους (αυτόματοι) στη συγκέντρωση των θεών”, αν λοιπόν οι σαϊτες ύφαιναν μόνες τους και τα πλήκτρα έκρουαν μόνα τους τις χορδές της κιθάρας, τότε ούτε οι αρχιτεχνίτες θα είχαν ανάγκη από βοηθούς ούτε οι αφέντες από δούλους». Επίσης στην Οδύσσεια τα πλοία των φαιάκων λέγεται ότι πλέουν μόνο με τη σκέψη των πλοηγών και, φυσικά, είναι ταχύτατα. Σε κάθε περίπτωση είναι εμφανές ότι η τεχνολογία γίνεται αντιληπτή με τρόπο ορθολογικό, δηλ. ως προέκταση/αναβάθμιση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων και όχι ως μια αρρωστημένη ικανοποίηση συμπλεγματικών επιθυμιών (π.χ. για δύναμη, κερδοσκοπία κ.α.). Οι δε τεχνολογικοί στόχοι τίθεντο ως απόρροια μιας υγιούς αντίληψης και φαντασίας: ο σκοπός παρέμενε σε κάθε περίπτωση η αύξηση της δημιουργικής σχόλης (και όχι κάποιου, γενικώς κι αορίστως αποκαλούμενου, «ελεύθερου χρόνου»), η απελευθέρωση από τον μόχθο και η ενασχόληση των ανθρώπων με πράγματα ουσιωδέστερα και δημιουργικότερα του βιοπορισμού (το κυριότερο από τα οποία θεωρείτο η πολιτική, με την ελληνική βεβαίως έννοια: δηλ. η αυτοπρόσωπη –και όχι «δι' αντιπροσώπων»- ενασχόληση με τα κοινά και η αναζήτηση μιας αυτόνομης –και όχι ετερόνομης, όπως η σύγχρονη- κοινωνίας).