Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

ΤΗΣ ΜΑΝΩ(ΕΛ)ΛΑΔΑΣ

Η εισαγωγή τζάμπα εργατικού κρέατος στην Ελλάδα, 1990-2013



   Στη δεκαετία του 1990 άρχισαν να καταφθάνουν στην Ελλάδα εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από την ανατολική Ευρώπη την Ασία και την Αφρική, στην συντριπτική πλειοψηφία τους «λαθραίοι». Η πατροπαράδοτη νεοελληνική υποκρισία γνωρίζει ότι το ελληνικό κράτος ενθαρρύνει ανεπίσημα την λαθραία εισαγωγή μεταναστών αφήνοντας επίτηδες αφύλακτα τα σύνορά του. Για πάνω από δυο δεκαετίες εκατοντάδες άνθρωποι  ανά ημέρα μπαίνουν στη χώρα «λαθραία» από ξηράς και θαλάσσης. Μαζί τους υπάρχουν φυσικά και κάμποσοι εγκληματίες που έρχονται για μια νέα «καριέρα» (είναι οι "κακοί του έργου", όπου εστιάζει κυρίως η ελληνική υποκρισία, τα τηλεοπτικά κανάλια της, οι εφημερίδες της και τα εθνοσωτήρια κόμματά της). Αλλά οι περισσότεροι είναι εξαθλιωμένοι, ή πρόσφυγες μακρινών πολέμων (και μάλιστα από περιοχές, όπως ο Περσικός Κόλπος, ή ανατολικότερα, όπως το Αφγανιστάν, ή η Βόρειος Αφρική, Λιβύη κλπ.,  όπου επιχείρησαν, ή επιχειρούν και βαρέως εξοπλισμένα ελληνικά εκστρατευτικά σώματα, φρεγάτες, μαχητικά αεροσκάφη κλπ.), πεινασμένοι, ή άρρωστοι, που κουβαλούν συχνά τις οικογένειές τους και έναν μπόγο με τα κουρέλια της ζωής τους. Όχι σπάνια τα υπερφορτωμένα δουλεμπορικά σαπιοκάραβα που τους φέρνουν στην Ελλάδα βυθίζονται μεσοπέλαγα με αποτέλεσμα εκατόμβες πνιγμένων, πολλοί εκ των οποίων παιδιά και  βρέφη.

   Αλλά η Ελλάδα δεν βρισκόταν ποτέ σε φάση ταχείας εκβιομηχάνισης (όπως π.χ. κάποτε οι Η.Π.Α., ή Γερμανία), ή οποιουδήποτε άλλου είδους οικονομικής ανάπτυξης, ώστε να χρειαστεί εργατικά χέρια σε τέτοιες πρωτοφανείς ποσότητες. Η αιτία για τη χρόνια, μαζική -και χωρίς καμία διατύπωση- εισαγωγή μεταναστών βρίσκεται αλλού. 

Από τη δεκαετία του 1980 ήδη είχε διαφανεί και συζητιόταν ανοιχτά το πρόβλημα υπογεννητικότητας της χώρας, του οποίου οι συνέπειες –αν αφηνόταν- θα εκδηλώνονταν  στις αμέσως επόμενες δεκαετίες. Αν η κατάσταση αυτή είχε αφεθεί ως είχε, τότε μέσα σε διάστημα μιας μόλις γενεάς η προσφορά εργασίας θα μειωνόταν δραματικά, με αποτέλεσμα την ανάλογη αναγκαστική αύξηση της τιμής της εργασίας και άρα των ελεεινών ελληνικών ημερομισθίων. Και όχι μόνον: η μείωση της προσφοράς εργασίας (και προκειμένου να διατηρηθεί η εγχώρια παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών σε κάποιο θεωρούμενο ως ανεκτό ποσοτικό επίπεδο), θα υποχρέωνε σε ουσιαστική ποιοτική αναβάθμιση της ίδιας της εργασίας ώστε αυτή να αποδίδει το ίδιο με λιγότερους εργαζόμενους, δηλαδή σε καλύτερο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα (με πιθανότατη συνέπεια την εξαφάνιση του παραοικονομικού καρκινώματος της παραπαιδείας), σε "παραγωγή" καταρτισμένων εργαζομένων, επιστημόνων κλπ. (και όχι γενικώς ειπείν "υπαλλήλων γραφείου", "εργατών" κ.α.),  σε καθιέρωση αξιοκρατικών κριτηρίων (είτε μιλάμε για προσλήψεις εργαζομένων, είτε για αναθέσεις δημοσίων έργων σε επιχειρήσεις κλπ.), σε δραστική αλλαγή της νοοτροπίας των παρασιτικών κρατικοδίαιτων μεταπραττών που παριστάνουν τους επιχειρηματίες, ώστε να μετασχηματιστούν σε πραγματικούς αστούς δυτικού τύπου, σε εξίσου δραστική αναβάθμιση/μετασχηματισμό της παραγωγικής δομής της χώρας και τέλος σε κατάρρευση του γενικότερου  πολιτικοοικονομικού πελατειακού συστήματος, το οποίο έχει κληρονομηθεί από το Βυζάντιο. 
   Οι κουτοπόνηροι νεοέλληνες μεταπράττες (=επίγονοι των βυζαντινών φεουδαρχών και των κοτσαμπασήδων της οθωμανοκρατίας, που σήμερα συνδιαλέγονται με τους ευρωπαϊκούς ταμειακούς "χορηγούς" και το Δ.Ν.Τ.), αυτοί οι θλιβεροί κρατικοδίαιτοι μπακαλοψιλικατζήδες που παριστάνουν την αστική τάξη της χώρας, διαισθάνθηκαν την απειλή και κατάλαβαν ότι το μελλοντικό δημογραφικό (βλ. εργατοδυναμικό) κενό έπρεπε να αρχίσει να συμπληρώνεται έγκαιρα. Έτσι από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 άνοιξαν –κυριολεκτικά- τα σύνορα στη μαζική φθηνή μεταναστευτική εργασία. Πολιτικός πρωτεργάτης αυτής της διαδικασίας είναι ως γνωστόν ο τότε υπουργός εξωτερικών και ο κομπλεξικός κουραδόμαγκας που σήμερα  παριστάνει τον πρωθυπουργό αυτής της απέραντης Μανωλάδας. Με αυτή την τεχνητή υπερπροσφορά εργασίας, οι μισθοί στην Ελλάδα δεν έχουν πάρει καμία πραγματική –και όχι απλώς ονομαστική- αύξηση τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι έλληνες εργαζόμενοι ήσαν και παραμένουν από τους χαμηλότερα αμειβόμενους στην Ευρώπη, με τις χειρότερες συνθήκες εργασίας, τις περισσότερες εργατοώρες  κλπ.

   Η πολυδιαφημισμένη ελληνική φιλοξενία επιφύλαξε διάφορες «χρήσεις» για αυτές τις στρατιές αλλοδαπών κατατρεγμένων.
   Χιλιάδες χρησιμοποιήθηκαν επί χρόνια σαν σύγχρονοι δούλοι στην κατασκευή των λεγομένων ολυμπιακών έργων του 2004. Εννοείται ότι δούλευαν αδήλωτοι και ανασφάλιστοι από τους εργολάβους, με μεροκάματα πολύ χαμηλότερα ακόμα και από αυτά των εντοπίων. Πολλοί –πάρα πολλοί- από αυτούς έμειναν ανάπηροι λόγω εσκεμμένης ανυπαρξίας μέτρων ασφαλείας (είναι αυτοί οι ακρωτηριασμένοι, που πολύ συχνά βλέπουμε στους φωτεινούς σηματοδότες, να ζητιανεύουν). Για την ιστορία να πούμε ότι, παρά την παροιμιώδη νεοελληνική τσαπατσουλιά, τα έργα ετοιμάστηκαν έγκαιρα, οι «μίζες» από τις υπερτιμολογήσεις  πήγαν όλες εκεί που είχαν ταχθεί ανεβάζοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα στον «θεό» (και προετοιμάζοντας τη σημερινή χρεωκοπία), τα ολυμπιακά παιχνίδια είχαν μεγάλη επιτυχία,  οι ντοπαρισμένοι αλήτες που παριστάνουν τους αθλητές έδωσαν την πιο πετυχημένη παράσταση της καριέρας τους, οι εισπράξεις «εξαφανίστηκαν» με τα καλύτερα χρηματοοικονομικά απορρυπαντικά και οι παχύσαρκοι (β)ρωμηοί, που έχουν τόση σχέση με τον αθλητισμό όση και οι αγελάδες, ένιωσαν ρίγη εθνικής υπερηφάνειας.




   Μια άλλη «χρήση» των εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών είναι στην αγροτική παραγωγή. Εδώ οι εθνικώς υπερήφανοι απόγονοι του Ξένιου Διός, συνηθίζουν να κρύβουν (=μαντρώνουν) τους σύγχρονους υποαμειβόμενους και ανασφάλιστους  κολλήγους τους σε απομονωμένες παράγκες στο ύπαιθρο, ανά διμοιρίες, ή και ολόκληρους λόχους. Οι παραδοσιακές μεταποιητικές αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες «φαμπρικοποιήθηκαν» με τον βαρβαρότερο τρόπο και μετατράπηκαν έκτοτε σε πραγματικά κάτεργα, που δεν συγκρίνονται ούτε με αυτό που ο πολύς κόσμος θεωρεί ως τη σκληρότερη δουλειά, δηλαδή την οικοδομική (στην οικοδομή έχεις τουλάχιστον ασφάλιση, οκτάωρο με δυο διαλείμματα και πενθήμερο). Οι εργασιακές συνθήκες π.χ. σε ένα ελληνικό τυροκομείο δεν διαφέρουν σε τίποτα από αυτές της βιομηχανικής Αγγλίας του 19ου αιώνα, ή του σημερινού Μπαγκλαντές: το –αποκλειστικά- αλλοδαπό προσωπικό δουλεύει τουλάχιστον δεκατέσσερεις ώρες την ημέρα, σε συνθήκες 19ου αιώνα, χωρίς καθόλου Κυριακές, ή άλλες αργίες, (εννοείται και χωρίς τα δικαιούμενα ρεπό μεσοβδόμαδα) ανασφάλιστο, με αστεία μεροκάματα και με τη συνεχή απειλή του «καρφώματος» στην αστυνομία και της απέλασης.  Η υποκρισία των τοπικών κοινωνιών, των δημάρχων, της αστυνομίας, της εκκλησίας κλπ.  εξασφαλίζει αυτό το –κοινό- μυστικό. Να πούμε ακόμα ότι αυτές οι βιομηχανικές μεταποιητικές μονάδες που έχουν στηθεί στην επαρχία, γδέρνουν κυριολεκτικά τους κτηνοτρόφους, ή τους αγρότες, το προϊόν των οποίων αγοράζουν σε εξευτελιστική τιμή , για να το πουλήσουν στη συνέχεια (φυσικά με μεγάλο «καπέλο») στο καρτέλ των εγχωρίων αλυσίδων σούπερ μάρκετ, το οποίο με τη σειρά του γδέρνει (προσθέτοντας το δικό του προκλητικό «καπέλο») τους καταναλωτές. Έτσι τα ελληνικά σούπερ μάρκετς έχουν φτάσει να είναι τα ακριβότερα στην Ευρώπη. Πάντως αυτοί οι μετανάστες βρέθηκαν σε μια συγκριτικά καλύτερη μοίρα αφού έχουν μια σχετικά συνεχή «απασχόληση». Ενώ οι προηγούμενοι, όταν το «ολυμπιακό» πάρτυ τελείωσε άρχισαν να περιφέρονται ζητιανεύοντας, ή καταφεύγοντας στο μικροέγκλημα.

   Μέσω της αθρόας εισαγωγής μεταναστών στην Ελλάδα, οι κρατικοδίαιτοι νεοέλληνες ψευδοαστοί αναδιένειμαν -προς τα επάνω- τον κοινωνικό πλούτο καθηλώνοντας τα ήδη χαμηλά μεροκάματα, ή συνάπτοντας με το κράτος «χρυσές» συμβάσεις για «μεγάλα έργα» χρησιμοποιώντας πάμφθηνη  μεταναστευτική εργασία. Αλλά κι ο κάθε κουτοπόνηρος νεοέλληνας νοικοκυραίος, που τού είχε ξεμείνει «αναξιοποίητη» κάποια ανήλιαγη υγρή τρώγλη σε κάποια πολυκατοικία του 1950, μπορεί τώρα να τη νοικιάζει σε δέκα-είκοσι λαθρομετανάστες, παίρνοντας εκατό-διακόσια ευρώ ενοίκιο από τον καθέναν τους, εκβιάζοντάς τους παράλληλα να το βουλώσουν για να μην τους καρφώσει  (και φυσικά χωρίς να δηλώνει τα εισπραχθέντα ενοίκια στην εφορία). Σε αγαστή συνεργασία, η αστυνομία, το υπουργείο εργασίας και όλο το νεοβυζαντινό κράτος της ρεμούλας  προσποιούνταν ανέκαθεν πως δεν έβλεπαν τί συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους. 
  Ταυτόχρονα, αρκετά τριτοκοσμικά καθεστώτα, πρώην σοβιετικές «δημοκρατίες», ή μουσουλμανικές αφροασιατικές χώρες απαλλάχθηκαν από ένα εύφλεκτο κοινωνικό πρόβλημα «ξεφορτώνοντας» τους κοινωνικώς δυσαρεστημένους τους. Κι έτσι ο διεθνής καπιταλισμός -και κυρίως οι τριτοκοσμικές εκδοχές του σαν το Μπαγκλαντές και την Ελ(μανω)λάδα - λειτουργεί σαν ελβετικό ρολόι. 



Θ. Λ. 


Βλέπε επίσης ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ (ΜΕ "ΒΟΥΛΑ" Ο.Η.Ε.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου