Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ (=ΑΜΕΣΗ) ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

    (Δύο κείμενα του Γιώργου Οικονόμου που διαλύουν πολλές ευρέως διαδεδομένες παρεξηγήσεις. Το πρώτο έχει τίτλο "Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ" και το δεύτερο "H ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΥΤΟΠΙΑ". Ίσως σε κάποιους από μας αυτά είναι γνωστά, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η συντριπτική πλειοψηφία εξακολουθεί να έχει μαύρη άγνοια. Γι' αυτό και τα αναδημοσιεύω, μια κι εγώ δεν θα μπορούσα να τα πω τόσο εκλαϊκευμένα χωρίς θυσίες στην εννοιολογική ακρίβεια. Η εικονογράφηση από εμένα.)


         Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ

     Τα δυτικά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα τα τελευταία σαράντα χρόνια έχουν μεταμορφωθεί εν συγκρίσει με τις παλαιότερες μορφές τους. Ενώ ο παλαιότερος κοινοβουλευτισμός στηριζόταν στη διαμάχη των κομμάτων με βάση προγράμματα που μπορούσαν να δοκιμασθούν στη βάσανο του κοινοβουλίου, η νεότερη μορφή του έχει παρακάμψει το κοινοβούλιο προς όφελος των οικονομικών κέντρων, τα οποία λαμβάνουν ουσιαστικά τις αποφάσεις και διαμορφώνουν τους νόμους και το δίκαιο. Η μετάθεση αυτή εξουσίας σε εξωκοινοβουλευτικά κέντρα συνιστά την ουσιώδη κρίση ή μάλλον την αποτυχία του κοινοβουλευτισμού   στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και του άκρατου νεοφιλελευθερισμού: οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των κοινοβουλίων από τις αγορές, τις τράπεζες, τους τεχνοκράτες, τους γραφειοκράτες, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τα πανίσχυρα ΜΜΕ, και επιβάλλονται στις πολιτικές εξουσίες, όχι τόσο λόγω αδυναμίας των τελευταίων όσο ανικανότητας και απροθυμίας τους να αντιπαρατεθούν στα νεοφιλελεύθερα συμφέροντα. Οι πολιτικές ελίτ συνεργάσθηκαν και συνεργάζονται με τις αγορές, τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις με πολιτικές αποφάσεις και νόμους για την επιβολή του νέου εξωκοινοβουλευτικού μοντέλου.



RAGE AGAINST THE MACHINE: DOWN RODEO (One God, One Market, One Truth, One Consumer), 1996


     Αυτά δεν ισχύουν μόνο για τις πτωχευμένες χώρες, όπως η Ελλάς, στις οποίες η αδυναμία αποφάσεων από τις εκλεγμένες κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια είναι καταφανής, λόγω κηδεμονίας ΔΝΤ και ΕΚΤ, αλλά για όλες τις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες Ευρώπης και Αμερικής.   
      Αυτό λοιπόν το σύστημα μπορεί να ονομασθεί μετακοινοβουλευτικό, και όχι «μεταδημοκρατία», όπως γράφεται τελευταίως, κατόπιν εισηγήσεως του όρου αυτού από τον κοινωνιολόγο Κόλιν Κράουτς. Ο όρος «μεταδημοκρατία» είναι εντελώς ακατάλληλος, διότι προϋποθέτει ότι πριν υπήρχε δημοκρατία, πράγμα που είναι λανθασμένο. Ο κοινοβουλευτισμός ποτέ δεν ήταν δημοκρατία. η κατάρρευση της κληρονομικής μοναρχίας, η «αντιπροσώπευση», οι εκλογές, τα κόμματα, η εναλλαγή κυβερνήσεων, οι ατομικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι μεν σημαντικώτατες κατακτήσεις σε σχέση με τον Μεσαίωνα του απολυταρχισμού και της θεοκρατίας, δεν συνιστούν όμως δημοκρατικό πολίτευμα. Ο λόγος είναι απλός: στον κοινοβουλευτισμό οι αποφάσεις λαμβάνονται και οι νόμοι θεσπίζονται όχι από τους πολλούς, από τον «λαό», αλλά ερήμην του από την πολιτική και οικονομική ελίτ, από τους ολίγους. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο καθαρή ολιγαρχία, φιλελεύθερη ολιγαρχία. Το ίδιο συμβαίνει και στον μετακοινοβουλευτισμό που είναι νεοφιλελεύθερη ολιγαρχία. Και στις δύο περιπτώσεις τα κόμματα, τα βασικά στηρίγματα του κοινοβουλευτισμού, αντιμετώπιζαν τα άτομα όχι ως πολιτικά υποκείμενα, αλλά ως αντικείμενα, ψηφοφόρους και οπαδούς, διότι ο ρόλος που επιφυλάσσουν στα άτομα δεν είναι να σκέπτονται ούτε να αποφασίζουν ούτε να δρούν, αλλά να υπακούουν, να χειροκροτούν και να ψηφίζουν.

              

DICTATORIAL DEMOCRACY IS WHERE YOU HAVE FREEDOM OF SPEECH BUT THE ADMINISTRATION DOESN'T LISTEN. Το ότι "δημοκρατία είναι η ελευθερία του λόγου" είναι η κυρίαρχη και η αφελέστερη παρεξήγηση περί δημοκρατίας. Η πολυδιαφημισμένη κοινοβουλευτική "ελευθερία του λόγου" από μόνη της είναι άσφαιρο πυρ και άνευ οποιασδήποτε ουσίας, από τη στιγμή που όλες οι ζωτικές αποφάσεις που αφορούν σε μια κοινωνία λαμβάνονται ερήμην της, από -έστω και "εκλεγμένους"- "αντιπροσώπους". Δημοκρατία δεν είναι απλώς η ελευθερία του λόγου, αλλά η αυτοπρόσωπη (και όχι ... δι' "αντιπροσώπων") ελευθερία συμμετοχής στα κέντρα και στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων. Η ελευθερία του λόγου είναι απλώς το μέσον για τη δημοκρατία και όχι η ίδια η δημοκρατία. Στην αυθεντική (=άμεση) δημοκρατία, όπως την εγκαθίδρυσαν οι εφευρέτες της αρχαίοι έλληνες, η έννοια της "αντιπροσώπευσης" είναι παντελώς άγνωστη: η ίδια η κοινωνία παίρνει και εφαρμόζει τις αποφάσεις που την αφορούν με τρόπο άμεσο (συνελεύσεις, απέλλες, εκκλησίες του Δήμου κ.λπ.) χωρίς την παρέμβαση κανενός είδους πολιτικής "μεσιτείας" (δηλαδή "αντιπροσώπων",  "κυβέρνησης", Κράτους κλπ.) και χωρίς αποπροσανατολιστικούς νομικισμούς όπως η λεγόμενη "διάκριση των εξουσιών".


Το ζήτημα συνεπώς που  τίθεται μέσα στις νέες συνθήκες του μετακοινοβουλευτισμού είναι τι μπορεί να γίνει για την άμεση συμμετοχή των ανθρώπων στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δημιουργία δικαίου, στον έλεγχο της εξουσίας, με άλλα λόγια τι μπορεί να γίνει για την επίτευξη ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτό το βασικό   ζήτημα συγκαλύπτεται τόσο από τις εξουσιαστικές ελίτ - πολιτικές, οικονομικές, μιντιακές - όσο και από διανοουμένους τύπου Χάμπερμας και Κράουτς. Οι τελευταίοι, στην καλύτερη περίπτωση, προτείνουν μία βελτιωμένη μορφή κοινοβουλευτισμού με μια αόριστη και ακαθόριστη συμμετοχή των ατόμων. Η προοπτική αυτή είναι αδιέξοδη, αφού ο κοινοβουλευτισμός επέτρεψε την μετεξέλιξή του σε μετακοινοβουλευτισμό. Ο κύριος λόγος για τη μετεξέλιξη αυτή ήταν η απουσία της κοινωνίας από την εξουσία και από τον έλεγχό της. Επομένως η υποστήριξη κάποιου κόμματος με την πίστη πως αυτό θα επιτρέψει την ίδρυση «υγιούς» κοινοβουλευτισμού και θα επαναφέρει την εξουσία στο κοινοβούλιο είναι αποπροσανατολιστική και σισύφεια.
Ο κοινοβουλευτισμός έφθασε στα όριά του, εξάντλησε τις δυνατότητές του. Το επείγον ζήτημα είναι να επανέλθει η εξουσία στην κοινωνία, στον δήμο. Ο δρόμος αυτός είναι επίπονος, διότι απαιτεί τη μεταμόρφωση των ψηφοφόρων-οπαδών σε ενεργούς πολίτες, σε συνειδητοποιημένα πολιτικά υποκείμενα, σε δημιουργούς πολιτικής. Αντιθέτως, ο δρόμος της ολιγαρχίας είναι εύκολος, είναι ο δρόμος της παραίτησης  και της ανάθεσης των υποθέσεων στα κόμματα, είναι ο δρόμος της πολιτικής αλλοτρίωσης που οδήγησε στην μεταλλαγή του κοινοβουλευτισμού στη σημερινή αυταρχική μορφή.
   Οι παραπάνω διευκρίσεις δεν αφορούν μόνο την  ορολογική και πραγματολογική αποκατάσταση, αλλά έχουν πολιτικό νόημα, καθορίζουν τον ατομικό προσανατολισμό και την πολιτική πρακτική. Εάν πιστεύεις πως ο κοινοβουλευτισμός είναι δημοκρατία, τότε το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αναθέτεις το μέλλον σου σε κάποιο κόμμα με την ψήφο σου  κάθε τέσσερα χρόνια και να απέρχεσαι οίκαδε. Εάν όμως πιστεύεις πως είναι ολιγαρχία τότε καλό θα ήταν να αγωνισθείς για τη δημοκρατία προσωπικώς, με την ψυχοσωματική σου επένδυση, για την άμεση συμμετοχή σου. Αυτά είναι που λείπουν σήμερα και καθιστούν τα πολιτεύματα ολιγαρχικά. 

                      



Η ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΥΤΟΠΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΥΤΟΠΙΑ*
 
Ένα βασικό ερώτημα που τίθεται στη σημερινή κρίσιμη περίοδο γενικευμένης παρακμής είναι το εξής: κατά πόσο είναι εφικτή η δημιουργία ενός πραγματικά δημοσίου χώρου, ο οποίος να εξασφαλίζει την κυριαρχία του δήμου; Κατά πόσο ο αυτοπροσδιορισμός και η αυτοκυβέρνηση, δηλαδή η άμεση δημοκρατία, είναι σήμερα δυνατή και με ποιον τρόπο; Για το ζήτημα αυτό εκφράζονται πολλές αμφιβολίες. Τα αρνητικά επιχειρήματα που συνήθως προβάλλονται είναι α) ότι η σημερινή εντελώς διαφορετική πραγματικότητα δεν προσφέρει τις συνθήκες που υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα (μικρό πληθυσμό, μικρή έκταση, απλούστερα προβλήματα), ως εκ τούτου δεν είναι ρεαλιστικό πρόταγμα. Και β) οι άνθρωποι δεν επιθυμούν την αυτοκυβέρνηση, ακολουθούν και ψηφίζουν τα κόμματα, άρα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί αφού η ανθρώπινη πραγματικότητα είναι αντίθετη. Τα επιχειρήματα αυτά τα έχω συζητήσει αλλού,[1] και εδώ θα αρκεσθώ σε μερικά συμπληρωματικά σχόλια.
Σε αυτούς που αντιτάσσουν ότι η αυτοκυβέρνηση και η δημοκρατία δεν είναι δυνατές, δεν είναι ρεαλιστικά αιτήματα, αλλά ρομαντισμός, αφέλεια ή ουτοπία, η απάντηση είναι ότι ρεαλισμός δεν σημαίνει να υποκύπτεις στην πραγματικότητα και να την δέχεσαι παθητικά και δουλικά, αλλά να αναζητάς μιαν άλλη πραγματικότητα. Ρεαλισμός δεν είναι να αποδέχεσαι την πραγματικότητα, αλλά να προσπαθείς να την αλλάξεις. Ουτοπία δεν είναι να πιστεύεις ότι η πραγματικότητα μπορεί να αλλάξει, αλλά το να πιστεύεις ότι δεν θα αλλάξει και θα παραμείνει όπως έχει επ’ άπειρον. Τα επιχειρήματα αυτά κατά του εφικτού της δημοκρατίας βλέπουν δηλαδή μόνο τη μία πλευρά και παρακάμπτουν μία εξ ίσου σημαντική αλήθεια: πραγματικότητα δεν είναι μόνο αυτά που ισχύουν, η συγκεκριμένη κοινωνικο-οικονομικο-πολιτική κατάσταση, οι εγκαθιδρυμένοι θεσμοί, οι ισχύοντες νόμοι και οι επικρατούσες αξίες. Είναι και όλα όσα εμείς επιθυμούμε και δυνάμεθα να πράξουμε, μετά από στοχασμό και διαβούλευση, όσα θέλουμε και αντιτάσσουμε στην υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή οι δικοί μας θεσμοί, νόμοι και αξίες, η δικιά μας θέληση.[2]  

           
 Αυθεντική (=άμεση) δημοκρατία, δηλαδή μια κοινωνική οργάνωση χωρίς κυβέρνηση, πολιτική "αντιπροσώπευση", Κράτος κ.λπ. είναι η εξαίρεση στην ανθρώπινη ιστορία και χαρακτηρίζει τις εξελικτικές κορυφές στις οποίες κατά καιρούς έχει κατορθώσει να βρεθεί το ανθρώπινο είδος. Η πρώτη και πιο μακροχρόνια εφαρμογή της  συναντάται στην κλασική Ελλάδα. Την ξαναβρίσκουμε κατά την περίοδο της επανεμφάνισης των πόλεων προς το τέλος του Μεσαίωνα (π.χ. Φλωρεντία). Η πιο πρόσφατη εμφάνισή της βρίσκεται στις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος (Κομμούνα του Παρισιού 1871, ρωσική επανάσταση 1917 -πριν φυσικά κατασταλεί και εκφυλιστεί από τους μπολσεβίκους- ισπανική επανάσταση 1936-1939, ουγγρική επανάσταση 1956 κ.λπ.) και στα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα (π.χ. γαλλικός Μάης 1968). Σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται ότι η αυθεντική (=άμεση) δημοκρατία δεν είναι ουτοπία και άπιαστο όνειρο, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι "ρεαλιστές" πολιτικοί και θεωρητικοί της κοινοβουλευτικής ολιγαρχίας και των διαφόρων μαρξιστικών "ορθοδοξιών". 


H Arendt αναλύει και αναδεικνύει την αξία και τη δύναμη της θελήσεως ως πρώτιστο γενεσιουργό παράγοντα της πράξεως (le ressort de l’ action) στο βιβλίο της Η ζωή του πνεύματος, τόμ. 2ος, με υπότιτλο «Η θέληση». Από τις πρώτες σελίδες ήδη τονίζει ότι η θέληση είναι η ανθρώπινη ιδιότητα για την αντιμετώπιση του μέλλοντος, μέσα από την ανοικτή εμπειρία του χρόνου. είναι το όργανο του μέλλοντος, όπως η μνήμη είναι το όργανο του παρελθόντος.[3] Έτσι όμως η θέληση συνδέεται με τη φαντασία, διότι το μέλλον δεν υπάρχει κάπου, δεν είναι άμεσα ορατό, πρέπει να το συλλάβει κανείς με τη δύναμη της φαντασίας. Είναι πολύ δαφωτιστικό ένα χωρίο στο οποίο ο Καστοριάδης συνδέει με μοναδικό τρόπο τη θέληση με τη φαντασία: «Η πολιτική φαντασία έχει εξαφανισθεί. Η εξαφάνιση αυτή της φαντασίας πάει μαζί με την κατάρρευση της θέλησης. Γιατί πρέπει βέβαια να μπορείς να παραστήσεις στο μυαλό σου κάτι που δεν υπάρχει, για να μπορέσεις να θελήσεις. Και πρέπει να θέλεις στα ενδόψυχά σου κάτι άλλο από την απλή επανάληψη, για να μπορείς να φαντάζεσαι».[4] Όλα εξαρτώνται από αυτή την ανθρώπινη δύναμη της φαντασίας, της θέλησης, η οποία επιτρέπει να φαντασθούμε άλλα πράγματα από τα ήδη γνωστά και υπάρχοντα, από τα στερεότυπα και τα καθιερωμένα, να φαντασθούμε, να θελήσουμε, νέες ιδέες, θεσμούς και σημασίες. Πρέπει λοιπόν να φαντασθούμε την άλλη κοινωνία, την άλλη πραγματικότητα, που σημαίνει πρέπει να τολμήσουμε να σκεφθούμε διαφορετικά, να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλοιώς.[5] Φυσικά προς τούτο απαιτείται εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δικές μας δυνάμεις, στις ικανότητές μας.

    Ο Κίρκεγκωρ έλεγε: «Δεν είναι ο δρόμος που είναι δύσκολος, είναι το δύσκολο που είναι δρόμος». Το δύσκολο βρίσκεται στην αδυναμία της θέλησης και στην οκνηρία της φαντασίας, στην απροθυμία να σκεφθούμε και να δράσουμε διαφορετικά. Η μεγαλύτερη δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αφήνονται στον εφησυχασμό των «κεκτημένων» και έχουν μία δυσπιστία και φοβία στο καινούριο και το άγνωστο. Προτιμούν τη σιγουριά του ήδη γνωστού και αναγνωρίσιμου, έχουν το δικό τους νόμο αδρανείας. Εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος: όταν τολμάμε ίσως χάνουμε ορισμένα πράγματα από τα «κεκτημένα», όταν όμως δεν τολμάμε χάνουμε τον εαυτό μας, την ελευθερία μας, γινόμαστε δούλοι - όπως σήμερα. Από τη στιγμή όμως που λαμβάνουμε την απόφαση ανοίγει ο δρόμος της δημιουργίας του νέου, του άλλου.

    Τίποτε στην Ιστορία δεν είναι εξασφαλισμένο εκ των προτέρων. Η Ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, γραμμική και νομοτελειακή, δεν εξαρτάται από κάποιες αδήριτες φυσικές ή οικονομικές αναγκαιότητες ούτε από «ιστορικούς νόμους». Εδώ βρίσκεται μία μεγάλη συμβολή του Κ. Καστοριάδη, και έχει σχέση με την κριτική που άσκησε στην μαρξική θεωρία: η ιστορία είναι δημιουργία ανθρώπινη, απρόβλεπτη και φαντασιακή, υπερβαίνει τους ορθολογικούς καθορισμούς. Σημειώνει δε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή πρόβλεψη στην πολιτική και στην ιστορία. Την παραμονή του Μάη του ’68, ο Viansson-Ponté έγραφε το περίφημο άρθρο του ‘’Η Γαλλία πλήττει’’. Πράγματι, έπληττε τόσο πολύ που εξερράγη λίγες εβδομάδες αργότερα. Δεν θέλω βέβαια να πω ότι είμαστε στις παραμονές ενός καινούργιου Μάη του ’68. Απλώς, ότι καμιά σφυγμομέτρηση και καμιά εμπειρική επαγωγή δεν μπορούν να προβλέψουν τη συμπεριφορά ενός πληθυσμού βραχυπρόθεσμα, και ακόμη λιγότερο μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα».[6] Αυτό που συνέβη πριν από τον Μάη του ’68 και καθόρισε την μετέπειτα πορεία ήταν οι πρωτοβουλίες από ένα μέρος του πληθυσμού που είχε αρχίσει να αμφισβητεί θεσμούς, έννοιες, σημασίες, αξίες, τον τρόπο του βίου, και επινοούσε αιτήματα, διεκδικήσεις, νέες μορφές οργάνωσης και δράσης. 

                     
           Photo
                                                     
Μάιος 1968: μια "άγρια βόλτα"  που σάρωσε στο πέρασμά της κάθε είδους αυτόκλητες θεωρητικές "πρωτοπορείες", αυτοδιορισμένες κομματικές "ηγεσίες", αλλά και την απατηλή ασφάλεια των μικροαστικοποιημένων στρωμάτων της διεθνούς "νοικοκυροσύνης". Έκτοτε παραμένει ο διαρκώς επανερχόμενος εφιάλτης κάθε κοινοβουλευτικού (και όχι μόνο) καθεστώτος.


 Το βασικό που παίζει ρόλο, όπως ήδη είπα, είναι η επιθυμία των ανθρώπων να υπάρξουν διαφορετικά, η θέλησή τους να έχουν λόγο γι αυτά που τους αφορούν και τους επηρεάζουν, γι’ αυτά που καθορίζουν τον βίο και το μέλλον τους.[7] Όλα είναι πιθανά και δυνατά, εφ’ όσον εξαρτώνται από την ανθρώπινη βούληση και πράξη, από το κοινωνικό φαντασιακό.[8] Όλα είναι δυνατά για τον άνθρωπο, όπως το διατύπωσε και ο Σοφοκλής με απαράμιλλο τρόπο τον 5ο αιώνα, στο υπέροχο και μοναδικής ομορφιάς και πλήρους νοήματος στάσιμο της Αντιγόνης (πολλά τα δεινά κουδέν ανθρώπω δεινότερον πέλει... στ. 332-375). Το χορικό αυτό είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, η οποία δεν υπακούει, δεν υποκύπτει σε καμία αναγκαιότητα. Μόνο μία αναγκαιότητα δεν μπορεί να αποφύγει ο άνθρωπος, τον θάνατο: Άπορος επ’ ουδέν έρχεται / το μέλλον . Άϊδα μόνον / φεύξιν ουκ επάξεται.[9] Τη δύναμη του ανθρώπινου και κοινωνικού παράγοντα γνώριζε και ο Αριστοτέλης, ο οποίος στα λεγόμενα ρεαλιστικά βιβλία των Πολιτικών του εξετάζει αναλυτικά τους τρόπους και τις αιτίες εγκαθίδρυσης, διατήρησης και φθοράς όλων των πολιτευμάτων. Αναδεικνύει ως κύριο παράγοντα των αλλαγών τις διαθέσεις και τις προσπάθειες των ανθρώπων, των πολιτικών ομάδων και των κοινωνικών στρωμάτων για εξουσία. Αναφέρει λ.χ. ότι η ολιγαρχία εγκαθίσταται όταν οι ολίγοι πλούσιοι επιθυμούν την εξουσία και έχουν τη δύναμη να την κατακτήσουν, ενώ ταυτοχρόνως οι πολλοί δεν την επιθυμούν και δεν έχουν τη δύναμη να αντισταθούν. 

    Οι σημαντικές αλλαγές στην ιστορία δεν γίνονται από τις κομματικές ηγεσίες, τους βουλευτές και τα κοινοβούλια, από την κρατική νομενκλατούρα και τη γραφειοκρατική διαχείριση, αλλά από την κοινωνική βάση, από τις κοινωνικές συλλογικότητες, που όταν θέλουν και έχουν όραμα εισβάλλουν στο προσκήνιο και απαιτούν άλλη θέσμιση της κοινωνίας. Ας μη ξεχνούμε ότι όταν οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές πραγματοποιούνται θεωρούνται αναπόφευκτες και αναγκαίες, ενώ πριν πραγματοποιηθούν θεωρούνται απραγματοποίητες ή ουτοπίες. Ο Max Weber γράφει: «Αναμφίβολα, όλη η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν θα είχε πετύχει το εφικτό, αν δεν είχε ξανά και ξανά προσπαθήσει να φθάσει το ανέφικτο». Ένα μόνο παράδειγμα, από τα πολλά, αρκεί. Τον 17ο αιώνα ο John Locke στη Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως δηλώνει για πρώτη φορά μετά τον 5ο π.Χ. αιώνα τα εξής σημαντικά και επαναστατικά: «Η δουλεία αποτελεί για τον άνθρωπο μια κατάσταση τόσο ευτελή, τόσο άθλια και τόσο ευθέως αντίθετη με τη μεγάθυμη ιδιοσυγκρασία και το θάρρος του έθνους μας, ώστε πολύ δύσκολα θα φανταζόμασταν ότι ένας Άγγλος, κι ακόμα λιγότερο, ένας έντιμος άνθρωπος, θα μπορούσε να την υποστηρίξει». Το κήρυγμα αυτό κατά της δουλείας άργησε να γίνει πραγματικότητα, διότι, ως γνωστόν, η δουλεία καταργήθηκε επισήμως μετά από δύο αιώνες, τον 19ο αιώνα. Δηλαδή όταν έγραφε την άποψή του ο Λοκ, ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθεί και φαινόταν ανέφικτη και ουτοπία. 

    Η συμμετοχή λοιπόν των ανθρώπων στις αποφάσεις, στους νόμους και στον έλεγχο της εξουσίας δεν είναι ακατόρθωτη. Τα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και του ελέγχου δεν είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Η δημοκρατία είναι εφικτή. Δεν είναι ουτοπία όπως λέγεται συνήθως από τους ποικίλους σκεπτικιστές, αντιπάλους και εχθρούς της.[10] Ουτοπία είναι το όραμα του αναρχισμού για μία κοινωνία χωρίς εξουσία. Ουτοπία ήταν το όραμα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού για μία αταξική κομμουνιστική κοινωνία. Αν και ο Μαρξ με τον Ένγκελς παρουσίασαν τον σοσιαλισμό τους ως «επιστημονικό», εν αντιθέσει με τον «ουτοπικό» των προγενεστέρων τους, εν τούτοις και ο δικός τους αποδείχθηκε εξίσου ουτοπικός. Ουτοπία είναι η αναζήτηση μίας ιδανικής, εξιδανικευμένης και τέλειας κοινωνίας, ενώ δημοκρατία είναι η προσπάθεια για μία δίκαιη κοινωνία. Η δημοκρατία δεν είναι ουτοπία, αλλά ευτοπία. Με τη λέξη ευτοπία δεν εννοώ μία τέλεια, ιδεώδη, ευδαίμονα κοινωνία, αλλά μία κοινωνία που έχει βρεί - έχει κατακτήσει - έναν «τόπο» για να στηριχθεί, να κατοικήσει και να πράξει: να διατηρήσει ανοικτό το ζήτημα της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης ως υπόθεση συλλογικής διαβούλευσης. Ο τόπος αυτός δεν είναι άλλος από τον δημόσιο χώρο, τον κοινό χώρο, που περιέγραψα προηγουμένως, και ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση και αποτέλεσμα της δημοκρατίας. Η ευτοπία, δηλαδή, είναι ο αυτοσυγκροτούμενος σε κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο δήμος. 


             598605_309190232516366_562071586_n
 
Η πραγματική φύση της κοινοβουλευτικής "δημοκρατίας" είναι όπως και οποιουδήποτε άλλου καθεστώτος, στο οποίο οι αποφάσεις παίρνονται από μια ολιχαρχία "εκλεκτών" (ή "εκλεγμένων") "εν ονόματι" μιας κοινωνίας που οφείλει υπακοή. Η διαφορά βρίσκεται μόνο στο προσωπείο της, το οποίο πολύ συχνά πέφτει, όπως έχει αποδείξει ιστορικά η επανειλημμένη καταφυγή της  στον φασισμό.

    Θα πρέπει εν προκειμένω να σημειωθεί ότι η άμεση δημοκρατία υπήρξε στην πραγματικότητα, ήταν πραγματικό γεγονός, ρεαλιστική, δεν ήταν θεωρητική σύλληψη και ουτοπική έμπνευση. Αντιθέτως η ουτοπία δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην ανθρώπινη σκέψη ως θεωρητική φιλοσοφική απάντηση στη δημοκρατία. Ο εισηγητής της ουτοπίας είναι ο μεγάλος αντιδημοκράτης φιλόσοφος, ο Αθηναίος Πλάτων. Συλλαμβάνει μία θεωρητική πολιτεία, η οποία υπάρχει μόνο στη σκέψη του, και ουσιαστικώς πρόκειται για μία εφιαλτική αντιδημοκρατική ουτοπία. Ουτοπία με την έννοια ότι οι βασιλείς φιλόσοφοι δεν υπήρξαν ποτέ και είναι αδύνατο να βρεθούν όπως τους οραματιζόταν ο Πλάτων, δηλαδή να δημιουργήσουν την αρίστη πολιτεία και την ευδαιμονία – ο ίδιος άλλωστε το παραδέχεται στα μετέπειτα έργα του. Από την άλλη όμως το όραμα του Πλάτωνα δεν ήταν ουτοπία, αλλά ρεαλιστικό όραμα, διότι ανέκαθεν υπήρξαν βασιλείες ανελεύθερες, αυταρχικές και απολυταρχικές, καθώς και άλλες εφιαλτικές αντιδημοκρατικές πολιτείες, και από ότι δείχνει η ανθρώπινη ιστορία θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν όσο οι άνθρωποι δεν αντιστέκονται και δεν αντιδρούν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το κείμενο αυτό είναι τμήμα ενός μεγαλύτερου κειμένου που περιέχεται στο συλλογικό Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Γένεση της δημοκρατίας και σημερινή κρίση. Μελέτες για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδόσεις Ευρασία. Ευχαριστούμε τον εκδότη για την άδεια προδημοσίευσης.
[1] Γ. Ν. Οικονόμου, Από την κρίση του κοινοβουλευτισμού στη δημοκρατία, Παπαζήσης, Αθήνα, 2009, σ. 84-86.
[2] Βλ. Α. Δεληγιώργη, «Η οντολογία του όντος/Είναι δι’ εαυτόν ως εναντίωση στον σύγχρονο μηδενισμό», Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 219.
[3] Arendt, Τhe Life of the Mind, Vol. 2, Willing, New York, 1978. Βλ. και γαλλική μετάφραση La vie de l’ esprit, vol. 2, Le vouloir, Puf, Paris, 1983.
[4] Καστοριάδης, Ο καιρός, Υψιλον, Αθήνα, 1987, σ. 100.
[5] Καστοριάδης, Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας, μτφ., Ράππας, Αθήνα, 1981, σ. 410
[6] Καστοριάδης, «Ακυβέρνητη κοινωνία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010, σ. 317.
[7] Πρβλ. Γ. Ν. Οικονόμου, «Δημοκρατία ή αντιπροσώπευση;» Β΄ Μέρος, Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010. Από το κείμενο αυτό έχω χρησιμοποιήσει αρκετά στοιχεία σε τούτο το κείμενο.
[8] Γ. Ν. Οικονόμου, «Το κοινωνικό-ιστορικό, η αυτονομία και τα επιχειρήματά της», στο Α. Αποστολόπουλος & Γ. Ν. Οικονόμου (επιμ.), Αφιέρωμα στον Κ. Καστοριάδη, στοχαστή της αυτονομίας, Αθήνα, 2010, σ. 167-169.
[9] Βλ. την εξαίρετη ανάλυση του χορικού αυτού από τον Κ. Καστοριάδη στο κείμενό του «Αισχύλεια ανθρωπογονία και σοφόκλεια αυτοδημιουργία», Οι ομιλίες στην Ελλάδα, Υψιλον, Αθήνα, 1990.
[10] Βλ. επίσης Καστοριάδης, «Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι ουτοπία», Ακυβέρνητη κοινωνία, μτφ. Ζ. Σαρίκας, Ευρασία, Αθήνα, 2010. 



   Βλ. επίσης: 
- Μάρραιϋ Μπούκτσιν Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΣΜΟΥ
     

4 σχόλια:

  1. Εσύ ψηφίζεις στις εκλογές??

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν είμαι ψηφοφόρος
      (http://hypnovatis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_9739.html)

      Διαγραφή
  2. Δύο ερωτήσεις:1)Γιατί θεωρείς τον αναρχισμό ξεπερασμένο??
    2)Οι αναρχικοί υποστηρίζουν ότι υπήρξε εφαρμογή της αναρχίας(την διαχωρίζουν από τον αναρχισμό) στο παρελθόν-όπως οι Εσκιμώοι και οι Ινδιάνοι-ωστόσο τους έπνιξε η Κρατική σκιά που πλανάται πλέον παντού και τους μεταμόρφωσε σε υπηκόους της όπως και τον υπόλοιπο κόσμο....Αν αληθεύουν αυτοί οι ισχυρισμοί τότε δεν θεωρείται ουτοπία αλλά εφικτή....
    Ευχαριστώ....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο αναρχισμός (και όχι η Αναρχία, με την οποία δεν είναι ούτε απαραίτητο, ούτε σωστό να ταυτίζεται) είναι μια ιδεολογία του εργατικού κινήματος του 19ου αιώνα, η οποία μπορούμε να πούμε ότι διατηρούσε κάποια εγκυρότητα μέχρι περίπου τον β' παγκόσμιο πόλεμο (για όσο δηλαδή υπήρχε διεθνώς εργατικό κίνημα).

      Η Αναρχία ως κατάσταση και επιθυμία υπήρξε πολύ προγενέστερη του αναρχισμού και φυσικά θα επιβιώσει και πολύ μετά απ' αυτόν. "Αναρχικές" δεν ήσαν μόνο οι κοινωνίες των Ινδιάνων και των Εσκιμώων, αλλά και οι πολιτείες της κλασικής Ελλάδας, αφού ούτε εκεί υπήρχε "αρχή", άρχοντες, κυβέρνηση, κράτος, εκλογές κ.λπ. Αντιθέτως η εξουσία ασκείτο από τις συνελεύσεις (συμβούλια) των ελευθέρων πολιτών, χωρίς "αντιπροσώπευση" και "αντιπροσώπους" (=άμεση και όχι "αντιπροσωπευτική" δημοκρατία).

      Ωστόσο, επειδή τίποτα δεν μένει στάσιμο και αναλλοίωτο, έτσι και η γνώση μας περί ανθρώπινης φύσης και περί εξουσίας είναι πολύ πιο διευρυμένη σε σχέση με τα πλαίσια του 19ου αιώνα. Ας πούμε, σύγχρονοι στοχαστές όπως ο Καστοριάδης, έχουν υπερασπιστεί πολύ καλύτερα από τους αναρχικούς την υπόθεση της ανθρώπινης αυτοδιάθεσης και μιας κοινωνίας δίχως κράτος.
      Το ουτοπικό στοιχείο του αναρχισμού έγκειται στα εξής:
      α)Θέλει να καταργήσει την εξουσία. Αυτο είναι καθαρή ουτοπία. Ο άνθρωπος ως πολιτικό ον είναι δυνάμει φορέας πολιτικής εξουσίας. Άρα και η κοινωνία διαθέτει και πρέπει να διαχειριστεί το "άθροισμα" των επιμέρους ατομικών ποσοτήτων εξουσίας. Αν "καταργήσεις" την εξουσία, καταργείς τον άνθρωπο ως πολιτικό ον και τον επαναφέρεις στην αγελαία κατάσταση. Αυτό που μπορεί να γίνει είναι η παραμονή της εξουσίας στην κοινωνία και όχι η εκχώρησή της σε κάποια διαχωρισμένη κάστα που θα την ασκεί "για λογαριασμό" και "εν ονόματι" της κοινωνίας.
      β)Δεν γίνεται να υπάρξει οργανωμένη κοινωνική ζωή χωρίς κανόνες δικαίου (νόμους). Το ζήτημα δεν είναι να "καταργηθούν" οι νόμοι (όπως λένε οι αναρχικοί) αλλά να θεσπίζονται από την κοινωνία μέσω συνελεύσεων (και όχι από κάποια διαχωρισμένη από την κοινωνία εξουσία). Ακόμα και οι πιο πρωτόγονες κοινωνίες είχαν κανόνες δικαίου. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να είναι γραπτοί, τόσο λόγω της πολυπλοκότητας των ιστορικών κοινωνιών (σε σχέση με τις προϊστορικές), όσο και εν είδει κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο έχει συναφθεί από ολόκληρη την κοινωνία και δεν της έχει επιβληθεί από κάποια διαχωρισμένη αρχή.
      γ)Η ανθρώπινη φύση δεν είναι "εκ φύσεως καλή" όπως πιστεύει η αναρχική ηθικολογία. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι ούτε "καλή" ούτε "κακή" αλλά απλώς αυτή που είναι. Επομένως είναι λάθος να πιστεύουμε ότι αν εξαφανιστεί το "κακό" Κράτος θα απελευθερωθεί η ανθρώπινη "καλωσύνη".

      Εδώ ένα δείγμα σύγχρονης ελευθεριακής σκέψης: http://hypnovatis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_4.html

      Διαγραφή