Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

ΥΠΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑ;

    Μαθήματα για το πώς να μεγαλώνεις χωρίς να γερνάς, με αφορμή το νέο άλμπουμ Modern Blues των Waterboys


   "Οι μόνοι που αξίζουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, να μιλήσουν, να σωθούν, που ποθούν τα πάντα την ίδια στιγμή, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε κοινότοπα πράγματα, αλλά που καίγονται, καίγονται, καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά..."
     (Τζακ Κέρουακ, "Στον Δρόμο", 1957)



The Waterboys - Longway to the light (από το ζωντανά ηχογραφημένο Karma To Burn τού 2005)

   
   Υπάρχει ροκ μετά τα τριάντα;

    Ένα γνωστό σύνθημα της δεκαετίας του 1960 ήταν και το "μην εμπιστεύεσαι όσους είναι πάνω από τριάντα χρονών". Το εν λόγω σύνθημα πέρασε και στον κινηματογράφο, στα τελευταία λεπτά της κλασικής ταινίας επιστημονικής φαντασίας "Ο πλανήτης των πιθήκων" (1968), του Φράνκλιν Σάφνερ. Μάλιστα, την ίδια πάνω κάτω  περίοδο, ένας άλλος σκηνοθέτης, ο ελληνοαμερικανός Τζων Κασσαβέτης, τοποθετούσε το όριο ακόμα πιο χαμηλά. Όπως είχε πει: "στη χώρα που ζω οι άνθρωποι πεθαίνουν συναισθηματικά μόλις μπουν στα είκοσι ένα. Ευθύνη μου ως καλλιτέχνη είναι να τους βοηθήσω να ξεπεράσουν αυτό το όριο".
   Όπως και να 'χει, φαίνεται ότι η ηλικία των τριάντα έχει κάποια ιδιαιτερότητα. Αυτό το είχαν πιθανότατα αντιληφθεί και οι αρχαίοι έλληνες αφού τη θεωρούσαν ως την πραγματική έναρξη της ενηλικίωσης (π.χ. στην αρχαία Αθήνα, μια από τις  προϋποθέσεις για να είσαι πολίτης ήταν και το να μην είσαι κάτω τών τριάντα ετών).


    Για όσους υπήρξαν κάποτε νέοι (γιατί υπάρχουν και οι πολλοί που εμπίπτουν στην προαναφερθείσα ρήση του Κασσαβέτη), τα τριάντα είναι, χοντρικά, η ηλικία όπου αρχίζεις να αφήνεις πίσω όχι μόνο τη βιολογική νεότητα αλλά και ό,τι -πρέπει να- συνδέεται με αυτήν: το υγιές υπαρξιακό αισθητήριο, το πνεύμα σκεπτικισμού και αμφισβήτησης, την καθαρή αποστασιοποιημένη ματιά, τα δημιουργικά (και όχι δοτά) όνειρα, τον ανοιχτό ορίζοντα τής (προσωπικής και όχι προκάτ) φαντασίας. Είναι η ηλικία όπου (αν θέλεις να επιζήσεις και να μην πας ακόμα να συναντήσεις π.χ. τον Τζιμ Μόρρισον, ή τη Τζάνις Τζόπλιν) αρχίζεις δειλά δειλά να συμβιβάζεσαι με κάποιες καταστάσεις που πρωτύτερα ίσως χλεύαζες, να "τη βλέπεις" πιο "προσγειωμένα", να "ωριμάζεις", να "προσαρμόζεσαι" (=μαλακεύεις) να τρως από εκεί όπου έφτυνες, να γίνεσαι αυτό που μισούσες και γενικώς να αρρωσταίνεις χωρίς να το καταλαβαίνεις. Είναι η ηλικία όπου τα πράγματα αρχίζουν να χάνουν τη μαγεία τους και το άρωμά τους, που αρχίζεις π.χ. να αναρωτιέσαι αν ο έρωτας υπάρχει πράγματι ή αν είναι μια αυταπάτη, που προβληματίζεσαι μήπως αυτό που ήσουν ως τώρα ήταν ένα όμορφο ψέμα ενώ όλα αυτά τα πεζά που έρχονται είναι η σκληρή αλήθεια. Είναι η εποχή όπου αρχίζεις να υποπτεύεσαι μήπως οι αγαπημένοι σου νεκροί νεαροί επαναστάτες, για τους οποίους η συμβατική ζωή -που σε περιμένει- ισοδυναμούσε με μια μορφή του θανάτου, ήσαν κατά βάθος αυτόχειρες που επέλεξαν τον δικό τους τρόπο θανάτου. Είναι η ηλικία όπου (αν δεν προσέξεις) μπαίνεις σε ένα "κανάλι" (ή "λούκι"), σταματάς να εξελίσσεσαι, γίνεσαι άχρωμος, άοσμος και άγευστος, "αράζεις" και αρχίζεις να αποκτάς κοιλίτσα (βασικά στο μυαλό). Το λένε και αλλοτρίωση (από τον εαυτό μας κι από την πραγματική ζωή). Είσαι πλέον (όπως τραγουδούσαν οι αείμνηστοι Jethro Tull) too old to rock 'n' roll too young to die, άλλη μια άδοξη κατάληξη για λογαριασμό του ανθρώπινου είδους... 
   Είναι δύσκολο  αναζητήσεις την αληθινή (=συνεπή) φιλοσοφική πράξη, να προτιμήσεις την αβεβαιότητα της ψυχικής και πνευματικής ανεξαρτησίας από την ασφάλεια και τις ετοιματζίδικες "αλήθειες" του ποιμνίου, να επιζήσεις κάνοντας μόνο κάποιες μή ατιμωτικές παραχωρήσεις (δεν υπάρχει ύπαρξη χωρίς συμβιβασμούς), να επαγρυπνείς ώστε να μην εσωτερικεύσεις την εκάστοτε μαζοποιητική λογική και τις άπειρες ανεπαίσθητες ύπουλες προεκτάσεις της (εκεί όπου σιγά σιγά γλιστρούν και παγιδεύονται οι περισσότεροι), να δεχτείς να πληρώσεις το κόστος τού να συνεχίσεις να εμπιστεύεσαι το αλάθητο ένστικτο της νιότης σου. Είναι πολύ δύσκολο να προσθέσεις στην προσωπικότητά σου την ωριμότητα των -άντα και των -ήντα χωρίς να αναιρέσεις αυτό το (παρά τις ενδεχόμενες υπερβολές του) υγιές πλάσμα που ήσουν. Είναι πολύ δύσκολο να μην καταντήσεις αυτό που θα έφτυνε ο λαμπερός (-ή) Child of the Sun που υπήρξες κάποτε, να ακούς τους παλιούς ροκ δίσκους σου, όχι για να νοσταλγήσεις αυτό που ήσουν -και ζούσες- κάποτε, αλλά γιατί αυτό παραμένεις -και τιμάς- και σήμερα (και μάλιστα σε περισσότερες διαστάσεις του και πιο τεκμηριωμένα).
      

Dead Can Dance - Children Of The Sun (2012)

    Το πρόβλημα με τους περισσότερους μουσικούς της ροκ είναι ότι δεν έχουν και πολλά πράγματα να πουν μετά από αυτή τη συμβατικώς εννοούμενη ηλικία των τριάντα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων εξακολουθούν να κάνουν (ψυχρά επαγγελματικά πλέον) ενδιαφέρουσα μουσική, η οποία όμως είναι μόνο μουσική (και όπως γνωρίζουν όσοι πρόλαβαν την κοσμογονική περίοδο της ροκ, δηλαδή περίπου από το 1955 έως το 1990, δεν πρόκειται μόνο για μουσική). Στη χειρότερη, κακοαντιγράφουν τους νεανικούς εαυτούς τους και καταντάνε γραφικοί. Σε κάποιες ενδιάμεσες περιπτώσεις αναζητούν το απωλεσθέν (τους) νόημα στην πολιτική στράτευση και σε άλλες επιδερμικές δραστηριότητες. Συμβαίνει άραγε αυτό επειδή δεν υπάρχουν ροκ πράγματα να ειπωθούν -και να γίνουν- μετά από αυτό το συμβολικό ηλικιακό μεταίχμιο; Ή απλώς οι εν λόγω δεν διέθεταν τελικά το φιλοσοφικό υπόβαθρο ώστε να μπορούν να τα αναζητήσουν; 
   

   Ο ροκ ανθρωπότυπος: "ουδέν καινόν υπό τον ήλιον"

    Οι φιλοσοφικοί πρόγονοι της ροκ, οι αρχαίοι Κυνικοί και Επικούρειοι (καθώς και το αρχαίο διονυσιακό πνεύμα, που η ροκ αναβίωσε με τον πιο ανατρεπτικό, μουσικά και κοινωνικά, τρόπο στον 20ο αιώνα) πίστευαν ότι η συγκεκριμένη στάση ζωής μπορεί και πρέπει να συνεχίζεται και στα μεταγενέστερα ηλικιακά στάδια της ζωής μας. Γιατί ροκ  σημαίνει στάση και όχι απλά ένας στερεότυπος "τρόπος ζωής" ο οποίος τελειώνει όταν εκλείψουν οι νεανικές σωματικές και ψυχικές προδιαγραφές στις οποίες αρχικά βασίστηκε. Ροκ σημαίνει πάνω απ' όλα να κινείσαι: νέος είναι αυτός που μεγαλώνοντας εξελίσσεται στον προσωπικό του δρόμο αντί να παρακμάζει ακολουθώντας τις οποιεσδήποτε ετοιματζίδικες κοινωνικές πεπατημένες.
   Για να κάνουμε την απαραίτητη ιστορική αναδρομή, μέσα από τη ροκ περιγράφτηκε και εκφράστηκε η πιο πρόσφατη εκδοχή ενός ανθρωπότυπου, ο οποίος ανιχνεύεται ήδη στην ελληνιστική και ρωμαϊκή αρχαιότητα. Ο ανθρώπινος αυτός τύπος ιστορικά δεν έπαψε έκτοτε να υπάρχει και να διαιωνίζεται υπογείως (κοινωνιολογικός όρος: underground), αλλά και να αναδύεται δυναμικά, όποτε η Ανάγκη το αποφάσιζε. Τα ειδοποιά χαρακτηριστικά του είναι η αποστροφή για την υποκρισία που συνήθως κρύβεται πίσω από τις διάφορες κοινωνικές συμβάσεις, ο πόλεμος εναντίον  κάθε είδους αλλοτρίωσης (εργασιακής, πολιτικής, υπαρξιακής),  η αποκλειστικά ιδίοις χερσί (=φιλοσοφική) αναζήτηση του εαυτού, ο επίμονος αγώνας για προσωπικό (και άρα συλλογικό) αυτοκαθορισμό, για να ζήσουμε τη δική μας ζωή και όχι τη ζωή "φασόν" που μας επιβάλλεται. Η αναζήτηση μιας αυθεντικής ζωής και η προσπάθεια εύρεσης και ανάκτησης του εαυτού, αρχικά γέννησε φιλοσοφικά ρεύματα όπως ο Επικουρισμός, που ανέδειξε την Ηδονή (=χαρά της ζωής) σαν την μόνη πραγματική απελευθέρωση από τις  αγκυλώσεις και τις φοβίες, επάνω στις οποίες έχτιζαν ανέκαθεν οι εξουσίες. Ή όπως ο Κυνισμός, που ανέδειξε (και επέβαλε) την Αμφισβήτηση, την Αυθάδεια και το Χιούμορ σαν το τρίπτυχο της καθημερινής πρακτικής κάθε αληθινά ελεύθερου μυαλού. Ο ανθρωπότυπος του underground λανθάνει στην παρανομία κατά την περίοδο του χριστιανικού Μεσαίωνα, επανεμφανίζεται περιορισμένα κατά την εποχή της Αναγέννησης, "ξαναχάνεται" μέχρι τη Βιομηχανική Επανάσταση, ξαναεμφανίζεται σε ανοδική πορεία τον 18ο και 19ο αιώνα (Ρομαντισμός, "ουτοπικοί" σοσιαλιστές, Νίτσε, Αναρχισμός) και αποκτά διαστάσεις  "επιδημίας" (το αποκληθέν χάσμα γενεών) στις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο.


       Ο αληθινός ροκάς, μετά τα τριάντα φαίνεται

    Η πρώτη περίπτωση ροκ μουσικού που μου έρχεται στον νου, από αυτούς που συνέχισαν να εξελίσσονται υπαρξιακά στον ροκ δρόμο, να περνούν αυτή την εξέλιξη στη μουσική τους και άρα να έχουν σοβαρά πράγματα να πουν και μετά τα τριάντα τους, είναι ο Τζων Λέννον. Π.χ. το πανδαισιακό άλμπουμ Double Fantasy (που περιέχει μεταξύ άλλων και το φιλοσοφικό μανιφέστο Watching the Wheels) το ηχογράφησε στα σαράντα του. Αν δεν είχε δολοφονηθεί (από το FBI;) το 1980, σήμερα θα ήταν εβδομήντα πέντε ετών (σε μια τέτοια περίπτωση πάντως, το πιθανότερο  είναι ότι θα προτιμούσε να "μιλάει" με τη σιγή του -και το αμίμητο βλέμμα του- και ότι δεν θα πεταγόταν κάθε λίγο και λιγάκι να κάνει γραφικές κοινωνικοπολιτικές "παρεμβάσεις" σαν τον "δικό" μας Μίκη Θεοδωράκη). 


                              
                      
                                    John Lennon - Watching the Wheels (1980)

    Η δεύτερη περίπτωση είναι ενός μουσικού της δικής μου γενιάς ('80s), του σκωτσέζου Μάικ Σκοτ, frontman των Waterboys, ενός από τα σπουδαιότερα ροκ συγκροτήματα τής post sixties εποχής.
     Ο Μάικ Σκοτ δείχνει να γνωρίζει όσα προαναφέρθηκαν για την ιστορία του μουσικού (και όχι μόνο) είδους που επέλεξε να υπηρετήσει. Για την ακρίβεια γνωρίζει πολύ περισσότερα από αυτά τα βασικά. Άνθρωπος με κλασική παιδεία (σπουδές φιλοσοφίας και λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου), με ευρεία μουσική τεχνική κατάρτιση (τραγουδάει, παίζει κιθάρα, πιάνο, μπουζούκι, ντραμς, χάμμοντ κ.α.), με εις βάθος γνώση της σύγχρονης μουσικής ιστορίας (country, blues, folk, rock, jazz, soul, avant garde, κλασικής και των αντίστοιχων κοινωνικών υποβάθρων τους), με ενδιαφέρον (αλλά όχι cargo cult τύπου) για τις αρχαίες ευρωπαϊκές θρησκείες (κυρίως την ελληνική) και τον Εσωτερισμό (στις κάπως πιο δομημένες και σοβαρές εκδοχές του - θα πούμε πιο κάτω γι' αυτά), με τις οδυνηρές εμπειρίες του (ο πατέρας του τον εγκατέλειψε το 1968, όταν ήταν δέκα ετών), με ουσιαστικό προσωπικό ψάξιμο (μέσα του κι έξω του), με φιλοσοφικό αισθητήριο και φυσικά με καταφανές μουσικό ταλέντο (κατέχει όσο λίγοι την ικανότητα τού πώς φτιάχνεται ένα τραγούδι), εξελίχθηκε σε γνήσιο αναζητητή. Επιπλέον, παρά την πληθωρικότητά του, δεν υποφέρει από την αυτοκαταστροφικότητα και τις συχνές απώλειες προσωπικής ισορροπίας, που παραδοσιακά ταλανίζουν τους περισσότερους ροκ μουσικούς (ναρκωτικά, διάφορες οριακές καταστάσεις κλπ.). Το αποτέλεσμα είναι ένας άνθρωπος συγκροτημένος και γόνιμος  που, όσα έχει να πει δεν εξαντλούνται στα συνήθη ροκ κλισέ και που, γι' αυτό, δεν τελμάτωσε στη μουσική -και υπαρξιακή- στασιμότητα μόλις πέρασε τα (συμβολικά) τριάντα.


      Μια ροκ πορεία (πριν και μετά τα τριάντα)

    Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Σκοτ έφτιαξε τους Waterboys σαν το προσωπικό του μουσικό όχημα, από φίλους του μουσικούς της τοπικής σκηνής του Λονδίνου. Το όνομά τους προήλθε από έναν στίχο του τραγουδιού The Kids του Lou Reed, (από το άλμπουμ Berlin του 1973). Εκτός αυτού όμως, το υδάτινο στοιχείο έχει πολύ συχνά θέση στη θεματολογία του. Έκτοτε πέρασαν (ήρθαν, αποχώρησαν και ξαναήρθαν) από το συγκρότημα διάφοροι μουσικοί. Στους Waterboys ο Σκοτ είναι αυτός που γράφει συνήθως τα τραγούδια και έχει τον τελικό λόγο. Αλλά επειδή εμπιστεύεται και εκτιμάει τους ανθρώπους που διαλέγει για να τον πλαισιώνουν, τους προτρέπει να παίρνουν πρωτοβουλίες τόσο στο τεχνικό μέρος όσο και να συνεισφέρουν συνθετικά. Έτσι ο ήχος των Waterboys θυμίζει συγκρότημα (και μάλιστα -παρά τα πολλά πήγαινε έλα μελών- με ένα χαρακτηριστικό ηχόχρωμα) και όχι σόλο μουσικό.
   Στους δύο πρώτους δίσκους (στην πραγματικότητα πρόκειται για διπλό άλμπουμ σε δύο δόσεις) που κυκλοφόρησε το συγκρότημα, τα The Waterboys (1983) και A Pagan Place (1984), ο Σκοτ καταπιάνεται με θέματα στα οποία πρέπει να του αναγνωριστεί πρωτιά στην ιστορία της ροκ (ή και της σύγχρονης μουσικής γενικότερα). Π.χ. το υποβλητικό  Red Army Blues είναι μια φαρμακερή αναφορά στον σταλινισμό, ενώ το A Pagan Place παρουσιάζει μέσα από μερικές δυνατές εικόνες την απορία των ευρωπαίων παγανιστών μπροστά στους χριστιανούς προσηλυτιστές που εισέβαλαν στις χώρες τους. Σε συνδυασμό με την προσεγμένη ενορχήστρωση (ηλεκτρικά και κλασικά όργανα, πιάνο, πνευστά κλπ. όλα στη σωστή δόση και θέση), τις καλοαφομοιωμένες επιρροές (Βαν Μόρρισον, Led Zeppelin, σόουλ κ.α.) τις πολύ καλές συνθέσεις, και τη γενικότερη καλαισθησία και παιδεία, καταλαβαίνει κάποιος αμέσως ότι τέτοια μουσική δεν μπορεί να φτιάχτηκε από τυχαίους ανθρώπους. Η μουσική των Waterboys μοιάζει με κάτι γυναίκες που -εκ πρώτης όψεως- ίσως δεν εντυπωσιάζουν, αλλά διαθέτουν αυτό το ξεχωριστό "κάτι", που κάνει το μυαλό σου να μην ξεκολλάει απ' αυτές. Ωστόσο η ευρύτερη αναγνώριση θα αργήσει λίγο ακόμα.

                            
       
  The Waterboys - The Whole Of the Moon. Το τραγούδι με το οποίο άρχισαν να γίνονται γνωστοί, από το   άλμπουμ This is the Sea (1985).    

    
     Το 1985 κυκλοφορεί το This Is The Sea. Είναι το άλμπουμ με το οποίο αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Στο αριστουργηματικό ομώνυμο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο ο Σκοτ καταπιάνεται με αυτό ακριβώς που συζητάμε εδώ: τη δυσκολία τού να παραμείνεις νέος από ένα σημείο και μετά ("that was the river, this is the sea"). Στο ερωτικό The Pan Within δείχνει επίσης κάποιους από τους λογοτεχνικούς επηρεασμούς του και συγκεκριμένα από τα μυθιστορήματα της Ντιόν Φόρτσουν (1890-1946). Στο μυθιστόρημά της The Goat-Foot God (1936) η εσωτερίστρια και ψυχολόγος Φόρτσουν αντιστοιχίζει με έναν ενδιαφέροντα τρόπο τον Πάνα στις εσωτεριστικές κατηγοριοποιήσεις και συμβολισμούς, καθώς και σε κάποιες πλευρές του ασυνείδητου (το μυθιστόρημά της αυτό έχει εκδοθεί και στα ελληνικά με τίτλο Ο Τραγοπόδαρος Θεός από τις εκδόσεις Ιάμβλιχος). Ο Σκοτ αντιλαμβάνεται τον αρχαίο ελληνικό θεό με την εσωτεριστική έννοια, δηλαδή σαν ψυχικό αρχέτυπο και σαν μία κατάσταση του νου. Για όσους ενδιαφέρονται, μια επίσης πολύ ενδιαφέρουσα σχετική μελέτη, που επαυξάνει τα παραπάνω, είναι τού (όχι εσωτεριστή) αμερικανού ψυχολόγου Τζέημς Χίλλμαν, με τίτλο Pan and the Nightmare (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αρχέτυπο). Για τους εσωτεριστές (όπως και για τους βουδιστές) ο "Θεός" (ή οι "θεοί") γενικώς, είναι κατάσταση (καταστάσεις) του νου και λίγο ενδιαφέρει αν πρόκειται περί "οντότητας" (ή "οντοτήτων") όπως το εννοούν οι θρησκείες. Αυτή φαίνεται να είναι και η πιο προωθημένη παγανιστική θέση: π.χ. για όλη την αρχαία ελληνική σκέψη (φιλοσοφία, ποίηση, μυθολογία) ο "θεός" Έρωτας είναι ο πραγματικός άρχοντας του Σύμπαντος αφού αυτός θεωρείται ότι μας οδηγεί σε συγκεκριμένες νοητικές (και όχι απλώς συναισθηματικές) καταστάσεις, προκαλεί τη γονιμότητα και τη δημιουργικότητα (βιολογική, καλλιτεχνική, επιστημονική κ.α.) μας εξευγενίζει και μας συνδέει με τον Κόσμο. Η ίδια η ερωτική επανάσταση των χίππυς αντιπροσώπευε κατεξοχήν μια κατάσταση του νου και το "σύνταγμα" ενός νέου κόσμου και όχι πορνογραφία και σεξισμό, όπως την αντιλήφθηκε και την αναπαρήγαγε αργότερα το εκφυλισμένο κατεστημένο που πολέμησαν. Ο Σκοτ, και εδώ και σε άλλα τραγούδια του, δείχνει να είναι γνώστης όλων αυτών των πλευρών του ζητήματος (και ακόμα κι "ορκισμένοι" άθεοι ορθολογιστές σαν τον γράφοντα, είναι αδύνατον να αντισταθούν σε τέτοιες εξωτικές προσεγγίσεις - και στη γοητεία της μουσικής που εμπνέουν).
    (Και ναι, ίσως το "πήγαμε" κάπως γρήγορα, αλλά ζητήματα σαν τα μόλις προηγούμενα, μόνο επιγραμματικά μπορούν να θιγούν σε ένα τόσο περιορισμένο κείμενο).
   Σήμερα, τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του το This Is The Sea θεωρείται πλέον ένα κλασικό ροκ άλμπουμ, ενώ κάμποσα από τα τραγούδια του παίζονται σταθερά από το διεθνές ροκ (και όχι μόνο) ραδιόφωνο. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι δεν χρειάζεται να κάνεις παραχωρήσεις και να γράψεις σκουπίδια για να γνωρίσεις την επιτυχία.

    Και ενώ όλοι περιμένουν από τους Waterboys να ακολουθήσουν τη συνταγή της εμπορικής επιτυχίας και να βγάλουν κάτι σαν "This Is The Sea no.2", ο Σκοτ, με μια άκρως αντικαριερίστικη κίνηση, τα "βροντάει" και εξαφανίζεται για τρία (!) χρόνια στην Ιρλανδία, όπου μαθητεύει στην δημοτική μουσική της χώρας. Σαν άνθρωπος που αφήνει τη μουσική να τον πάει όπου θέλει αυτή, και σε συνδυασμό με την εμπιστοσύνη που δείχνει στους συνεργάτες του, ο Σκοτ ακολούθησε απλώς τον ιρλανδό βιολιστή του συγκροτήματος Στηβ Γουίκαμ... Μαζί τους σύρουν και το υπόλοιπο γκρουπ, που διασταυρώνεται δημιουργικά με τους παραδοσιακούς ιρλανδούς μουσικούς, και που ενώ θα μπορούσε πλέον να γεμίζει στάδια, παίζει σε τοπικά κλαμπάκια και φεστιβάλ (συχνά δωρεάν). Το αποτέλεσμα είναι το Fisherman's Blues (1988), ένα από τα άλμπουμς-ορόσημα των '80s (και όχι μόνο) με συνεχή έκτοτε διεθνή ραδιοφωνική παρουσία. Το Fisherman's Blues ξαναφέρνει την αποπροσανατολισμένη ροκ στις δημώδεις πηγές της, τη folk, την country, και το πρώιμο rock and roll. Εκεί ο Σκοτ μελοποιεί και το The Stolen Child του κορυφαίου ιρλανδού ποιητή Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, κάνοντας τη μεγάλη ποίηση να φτάσει στα χείλη του κόσμου. Αργότερα (και μέχρι πρόσφατα) κυκλοφόρησαν και κάμποσες εκδόσεις εξίσου εκπληκτικού ηχογραφημένου υλικού από εκείνη την εποχή, που ο δίσκος δεν είχε χωρέσει  στην αρχική του κυκλοφορία.



   The Waterboys, Too Close To Heaven, ένα από τα τραγούδια που έμειναν εκτός τού θρυλικού Fisherman's Blues και κυκλοφόρησαν πολύ αργότερα. Και επίσης ένα φιλοσοφικό σχόλιο επάνω στον μύθο της μοιραίας πτήσης του Ίκαρου: αυτοί που συντρίβονται, είναι συχνά όσοι έφτασαν εκεί όπου οι πιο πολλοί δεν μπορούν (the higher you climb, the lower you fall / you got too close to heaven, that's all).    
 
   
   Η δημιουργική "κεκτημένη ταχύτητα" και η έμπνευση είναι τέτοια που οι Waterboys παραμένουν στην Ιρλανδία και το 1990 κυκλοφορούν το Room To Roam, έναν εξίσου καλό celtic folk rock δίσκο αλλά χωρίς καθόλου διαφήμιση και (επίτηδες;) χωρίς "πιασάρικα" τραγούδια που να μπορούν να παιχτούν από το ραδιόφωνο.

    Μετά όμως από τέτοιες δημιουργικές κορυφώσεις η συνέχεια γίνεται συνήθως δύσκολη. Αρχίζουν οι διαφωνίες για την κατεύθυνση του συγκροτήματος. Μέχρι το 1993 που κυκλοφορεί το Dream Harder το συγκρότημα διαλύεται. Το Dream Harder είναι μια επιστροφή στην θεωρούμενη ως καθαρόαιμη κιθαριστική ροκ, όπως κυρίως την ήθελε ο Σκοτ. Η ποιότητα στα πάντα (συνθέσεις, στίχοι, γενικότερη υλοποίηση) και το μοναδικό ηχόχρωμα / σήμα κατατεθέν των Waterboys είναι και εδώ παρόντα. Μεταξύ άλλων υπάρχει άλλη μια μελοποίηση ποιήματος του Γέητς (Love And Death), και μια δεύτερη αναφορά στον Πάνα, το Τhe Return Of Pan. Εδώ ο Σκοτ αναφέρεται σε μια ιστορία του Πλουτάρχου από το "Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων" και διασκεδάζει τις φήμες για τον θάνατο του εν λόγω θεού λόγω δήθεν της εμφάνισης του χριστιανισμού. Ενώ στο πανέμορφο Glastonbury Song παρουσιάζει την πνευματική, φιλοσοφική κλπ. αναζήτηση ως ένα ταξίδι από πολλούς διαφορετικούς δρόμους που οδηγούν στον ίδιο προορισμό. Ας διευκρινιστεί ότι ο Σκοτ δεν διάκειται εχθρικά προς τον χριστιανισμό: χριστιανικά σχήματα λόγου μπορούν να βρεθούν συχνά σε τραγούδια του. Δέχεται ότι και ο χριστιανισμός μπορεί να έχει κάποια αξιόλογα στοιχεία (αν και, όπως και οι εσωτεριστές, πιθανότατα γνωρίζει ότι τα πάντα στον χριστιανισμό είναι κλεμμένα και κακοφομοιωμένα και ότι δεν έχει καμμία πρωτοτυπία). Αλλά όπως λέει κι ο ίδιος, ως προς τον κοινό προορισμό του αναζητησιακού ταξιδιού, "με ενδιέφερε πάντα η πνευματικότητα αλλά ποτέ δεν ανήκα σε κάποια θρησκεία. Και με χαλάει όταν οι θρησκευόμενοι ισχυρίζονται ότι ο δικός τους δρόμος είναι ο μοναδικός. Πιστεύω ότι οι θρησκείες είναι απλώς διαφορετικοί δρόμοι προς την πνευματικότητα. Αν μάλιστα την ονομάσεις Συμπαντικότητα, θα με βρεις απόλυτα σύμφωνο". 
   Απ' όσο μπορεί να συμπεράνει κάποιος και από άλλα τραγούδια του (περιπλάνησης, ερωτικά κλπ.), "συμπαντικότητα", ή "θεός" μπορεί να είναι π.χ. και η συναρπαστική πνευματική (και όχι απλώς συναισθηματική) κατάσταση πληρότητας, στην οποία βρισκόμαστε όταν έχουμε στην αγκαλιά μας κάποιον που αγαπάμε πιο πολύ από εμάς, ή όταν ερχόμαστε σε επαφή με ένα έργο τέχνης,  ή όταν γινόμαστε μάρτυρες μιας σπουδαίας πράξης (ή, ακόμα καλύτερα, όταν την κάνουμε εμείς), ή όταν (εξαιρετικά σπάνια τύχη) νιώθουμε ότι συναντούμε το πεπρωμένο μας κ.α. Ακόμα και οι πιο δύσπιστοι ορθολογιστές σαν τον γράφοντα, είναι αδύνατον να αντισταθούν σε τέτοιες τοποθετήσεις του ζητήματος, όση υστέρηση σε ορθολογισμό κι αν αυτές δείχνουν: αν κάτι μή προσδιορίσιμο δεν θέτει υπό αίρεση τον ορθολογισμό μας, δεν υπάρχει λόγος να του κλείνουμε την πόρτα. Άλλωστε η ίδια η τέχνη είναι κατεξοχήν μή ορθολογική και ταυτόχρονα καθόλου παράλογη. Κι όποιος έχει βρεθεί έστω και μια φορά στη ζωή του σε μια πραγματική (=βακχευμένη) ροκ συναυλία, μπορεί να βεβαιώσει ότι η περίφημη "Οργόνη" του ψυχιάτρου Βίλελμ Ράιχ (ο "Αιθέρας" των αρχαίων;) υπάρχει, ακόμα κι αν ο ίδιος ο εισηγητής της δεν μπόρεσε να τη μετρήσει εργαστηριακά.
   (Ισχύει η ίδια διευκρίνιση που έγινε πρωτύτερα: τα μόλις προηγούμενα ζητήματα, μόνο επιγραμματικά μπορούν να θιγούν σε ένα τόσο περιορισμένο κείμενο).


      Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος ο Σκοτ κυκλοφορεί δύο σόλο δίσκους που, αν και δεν είναι καθόλου άσχημοι, δεν διαθέτουν αυτό το χαρακτηριστικό "κάτι" που προέκυπτε από τις συλλογικές διαδικασίες ενός συγκροτήματος σαν τους Waterboys. Οι δίσκοι είναι εμπορικές αποτυχίες και η δισκογραφική εταιρεία τον πετάει έξω. 
     Ακολουθεί μια περίοδος ανασύνταξης και το 2000 εμφανίζεται ο πρώτος μετά από επτά χρόνια δίσκος που ξαναφέρει το -βαρύ- όνομα του συγκροτήματος. Η κριτική χαιρετίζει αυτή την απόφαση: "Scott's decision to resuscitate the name of the band that made him famous feels like the decision of a man who has decided to stop running from what he's good at". Το A Rock In The Weary Land είναι κάτι τελείως διαφορετικό απ' o,τιδήποτε έκανε ποτέ το σύγκρότημα, ένας κεραυνός εν αιθρία, ένας ροκ δυναμίτης που μπαίνει στα χωράφια (και βάζει γυαλιά) των σπουδαιότερων νεώτερων ροκ μουσικών της εποχής (Manic Street Preachers, Radiohead κ.α.). Να σημειωθεί ότι ο δίσκος υπήρξε μεγάλο προσωπικό ρίσκο του Σκοτ, αφού ηχογραφήθηκε (με όλη την οικονομική δαπάνη που αυτό σημαίνει) χωρίς προηγουμένως να έχει βρεθεί δισκογραφική εταιρεία που θα τον διένειμε. Στο τελευταίο τραγούδι του δίσκου, το Crown, ο - 42χρονος πλέον - Σκοτ λέει: "I'm gonna play this show even if nobody comes". Το πρώτο μάθημα για να μην γεράσεις;


                                
   
     My Love Is My Rock In The Weary Land, από το άλμπουμ/δυναμική επιστροφή των Waterboys,
A Rock In The Weary Land του 2000.


   Στα επόμενα χρόνια και με ακόμα πιο αραιή συχνότητα από ό,τι την πρώτη περίοδο ζωής του συγκροτήματος (δηλαδή μόνο όταν υπήρχε κάτι να πουν), οι Waterboys κυκλοφορούν μερικά ακόμη άλμπουμς. Το 2003 έρχεται το Universal Hall, ηχογραφημένο στην οικοκοινότητα του Findhorn Foundation στη Σκωτία. Και πάλι ένα συγκρότημα διαφορετικό, αλλά και τόσο γνώριμο: στίχοι μινιμαλιστικοί και επαναλαμβανόμενοι  στο πνεύμα του μαύρου γκόσπελ με μουσική υπόκρουση μελωδικής ιρλανδέζικης φολκ. Ένα τραγούδι, το Peace of Iona είναι αφιερωμένο στο ομώνυμο ιερό νησί του κέλτικου παγανισμού (κάτι σαν τη δική μας Δήλο). 
   Το 2005, το πρώτο επίσημο live τους Karma To Burn, ένας δίσκος όπου, σαρανταπεντάρηδες πλέον, χειρίζονται με άνεση, ευρηματικότητα -και κάποιον υφέρποντα αυτοσαρκασμό- το παλαιότερο υλικό τους (βλ. το βίντεο στην αρχή του κειμένου). 
   Το 2007 έρχεται το Book Of Lightning, ένα ετερόκλητο μείγμα, που μάλλον δεν τους "βγήκε" και δεν ενθουσίασε τους φίλους τους. Ωστόσο εκεί υπάρχει το Υοu In The Sky, μια ινδιάνικη προσευχή μελοποιημένη από τον Σκοτ, που μπορεί να κάνει ακόμα και την πιο σκληρή άθεη καρδιά (σαν του γράφοντος) να μαλακώσει. Συν μερικά  paisley underground διαμάντια, τα οποία πολύ θα ήθελαν να τα έχουν γράψει κάποιοι από τους σπουδαιότερους μουσικούς των '80s, όπως οι Dream Syndicate, ή οι Green On Red. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς (2007) έρχονται -επιτέλους- και στην Ελλάδα, και εμφανίζονται μόλις 400 μέτρα από το σπίτι όπου έμενα τότε. Ούτε παραγγελία ...
    Άλλη μια μακρόχρονη σιωπή και μετά από τέσσερα χρόνια, το 2011, σκάει σαν βόμβα το An Appointment With Mr Yeats, μια συλλογή από μελοποιημένα ποιήματα τού κορυφαίου ιρλανδού ποιητή. Ο Σκοτ διδάσκει πώς πρέπει να μελοποιείται η ποίηση: τα ποιήματα ακούγονται σαν να γράφτηκαν εξαρχής ως τραγούδια. Και είναι εμπειρία να ακούς τον Γέητς σε φάση blues, rock and roll, folk, ψυχεδέλειας και progressive rock. Από τους καλύτερους δίσκους που έβγαλαν ποτέ. Το παραδέχονται ακόμα και οι πιο δύσπιστοι, που, κρίνοντας από τις συνήθεις επανενώσεις-"αρπαχτές" παλιών ροκ συγκροτημάτων (και ίσως πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει ροκ μετά τα τριάντα), αρνούνταν να παρακολουθήσουν το συγκρότημα μετά την αναγέννησή του το 2000. 


                               
  
    The Waterboys - Song of the Wandering Aengus (μελοποιημένοι στίχοι του ιρλανδού ποιητή Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς για τον αρχαίο ιρλανδικό θεό του Έρωτα, της Νεότητας και της ποιητικής Έμπνευσης), από το άλμπουμ An Appointment with mr Yeats του 2011.

 

     Modern blues (έχουν τα μπλουζ λόγο ύπαρξης στην εποχή μας;)

   ταν μια γυναίκα νιώθει τα μπλουζ, σκύβει το κεφάλι της και κλαίει. Όταν ένας άντρας νιώθει τα μπλουζ, αρπάζει ένα φορτηγό τραίνο και ταξιδεύει" (στίχοι παλιού μή ηχογραφημένου μπλουζ, που κατέγραψε ο Σάμιουελ Τσάρτερς στη μελέτη του The Poetry of the Blues, 1963)
 



   Άλλα τέσσερα χρόνια σιγής και, σε μια ακόμα αντιεμπορική κίνηση, το τελευταίο Waterboys άλμπουμ κυκλοφορεί όχι τα χριστούγεννα του 2014 (παρ' όλο που ήταν έτοιμο), αλλά στα τέλη Ιανουαρίου 2015
    Για άλλη μια φορά, ο Σκοτ έρχεται σαν ένας φίλος απ' τα παλιά, μετά από ένα μεγάλο διάστημα απουσίας. Ένας φίλος που δεν έκανε κοιλιά (ούτε στο μυαλό), που έχει ακόμα μακριά τα μαλλιά του, που δεν αλλοτριώθηκε, που δεν μαλάκεψε, που εξακολουθεί στον δρόμο που οι περισσότεροι (ξ)έχασαν. Αλλά δεν ήρθε για να θυμηθεί μαζί μας παθητικά τα "παλιά" (στην πραγματικότητα ποτέ δεν ερχόταν γι΄αυτό, αφού η νοσταλγία είναι ανάρμοστη για μυαλά που συνεχίζουν να κινούνται). Ήρθε για να μας υπενθυμίσει ό,τι πολυτιμότερο από το κοινό μας παρελθόν και για να το ενισχύσει. Δηλαδή ούτε καν για να συζητήσει (τί νέο θα είχαν άλλωστε να του πούν άνθρωποι που βρίσκονται στο ίδιο σημείο όπου τους άφησε την τελευταία φορά;). Κι άλλωστε (όπως συνέβαινε πάντα με την πραγματική τέχνη) οι πραγματικές συζητήσεις θα γίνουν μέσα μας, αφού ακούσουμε αυτά που έχει να μας πει.
    Αυτή τη φορά ο δρόμος του Σκοτ τον οδήγησε μέχρι τις ρίζες του σύγχρονου underground, δηλαδή τα μπλουζ (γιατί κάθε αληθινό ταξίδι γίνεται ταυτόχρονα προς το παρελθόν και προς το μέλλον). Φυσικά ο Σκοτ δεν είναι ο πρώτος που φτάνει εκεί: οι μεγαλύτεροι μουσικοί της ροκ, παρά τη διεθνή αναγνώρισή τους (Beatles, Rolling Stones, Led Zeppelin, Animals, Cream κ.α.) ένιωθαν ανέκαθεν σαν αμήχανα μαθητούδια μπροστά στους παλιούς μαύρους μπλουζίστες και την αλήθεια του μπλουζ. 
     Το μπλουζ, όχι μόνο σαν μία από τις βασικές δημώδεις μουσικές επιρροές της ροκ (οι άλλες είναι η κάντρυ και η φολκ), αλλά και σαν ένας πρωταρχικός τρόπος να αισθάνεσαι και να μην χάνεις την επαφή με την ουσία, αποτέλεσε το συλλογικό "ασυνείδητο" της ροκ. Ξεκίνησε σαν η μουσική των αφροαμερικανών απόκληρων, ή περιθωριακών. Στη δεκαετία του 1950 και μέχρι την εμφάνιση του ροκ εντ ρολλ, έγινε (μαζί με την τζαζ) η πρωταρχική επιρροή όσων λευκών νέων ένιωθαν ασυνείδητα να έχουν προβλήματα ταυτότητας, ή ένταξης στην καταναλωτική κοινωνία (οι αποκληθέντες επαναστάτες χωρίς αιτία). Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το μπλουζ έδωσε το φιλί της ζωής στην -ετοιμοθάνατη τότε- ροκ και έγινε η έμπνευση όσων λευκών νέων, επέλεγαν (συνειδητά πλέον) να μην ενταχθούν στην πλαστικοποιημένη κοινωνία των γονέων τους. Το μπλουζ θα έχει λόγο ύπαρξης όσο υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να πληρώσουν το -υλικό και ψυχικό- κόστος τής συνειδητής, ή μή, διαφορετικότητάς τους. Κι όποτε η ροκ έκοβε τον ομφάλιο λώρο με το μπλουζ και τις άλλες δημώδεις πηγές της, έμενε στείρα, κατέφευγε στην ψευτοκαινοτομία, τον επιδειξισμό και τη δηθενιά και δεν είχε τίποτα -υπαρξιακώς- ανατρεπτικό να πει (όπως δηλαδή τής συμβαίνει και σήμερα).
   Αν και (αντίθετα με ό,τι προϊδεάζει το εκπληκτικό εξώφυλλο) στον δίσκο υπάρχει μόνο ένα καθαρόαιμο μπλουζ (Still A Freak), ωστόσο η μπλουζ διάθεση είναι διάχυτη: υπάρχουν γυναίκες που σκύβουν το κεφάλι τους και κλαίνε αθόρυβα, υπάρχουν και άντρες που καβαλάνε φορτηγά τραίνα και φεύγουν χωρίς προορισμό. Το Modern Blues είναι μία καταβύθιση στη συλλογική μνήμη του σύγχρονου underground (μπλούζμεν, τζαζίστες, μπήτνικς, ρόκερς - μάλιστα σε κάποιο σημείο ακούγεται ο ίδιος Τζακ Κέρουακ που διαβάζει ένα απόσπασμα από το On The Road). Είναι επίσης ένας χαιρετισμός στους χαρισματικούς παντοτινούς συνταξιδιώτες της νεότητας (Έλβις Πρίσλεϋ, Τσάρλυ Πάρκερ, Τζων Λέννον κ.α.), από κάποιον που συνεχίζει, όχι σαν σοβαροφανής παρακμίας, αλλά για χάρη του ίδιου του ταξιδιού. 
    Αλλά το Modern Blues είναι και μια διακριτική χειρονομία προς όλους όσους "πέθαναν" κάπου μετά τα είκοσι. Κατ' αρχήν δείχνει σαν ένας αποχαιρετισμός στη νεότητα (ο Σκοτ είναι πλέον πενήντα επτά), αλλά χωρίς κλάψες και -κυρίως- χωρίς να την απαρνηθούμε σαν οπτασία που χάθηκε. Για κάποιον λόγο μου θύμισε ένα γνωστό ποίημα του Καβάφη: "αποχαιρέτα τη την Αλεξάνδρεια που φεύγει. Προ πάντων να μή γελασθείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου, μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο, κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις". Αλλά ταυτόχρονα το Modern Blues είναι κι ένα κάλεσμα σε ένα on the road again: είναι ο ίδιος ο δικός μας ξεχασμένος δρόμος, που εξακολουθεί να υπάρχει στοιχειωμένος και χορταριασμένος μέσα μας, σαν την αλήθεια ενός μπλουζ, το οποίο περιμένει υπομονετικά να ειπωθεί. Αυτό γίνεται εμφανές στο -σαν τραίνο με χαλασμένα φρένα- Long Strange Golden Road, ένα δεκάλεπτο έπος αφιερωμένο στον Ντην Μοριάρτυ (ήρωα του μυθιστορήματος On The Road του Τζακ Κέρουακ), που κλείνει τον δίσκο.
    Και είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτο το πώς κάποιοι άνθρωποι που βρίσκονται καθ' οδόν προς τα εξήντα, "τα σπάνε", σαν συγκρότημα που γλεντάει το φτιάξιμο του πρώτου του δίσκου (δείτε στο παρακάτω βίντεο τον Μάικ Σκοτ και τον Στηβ Γουίκαμ). Ένα μάθημα του πώς η εμπειρία (και η σοφία) μπορεί να συμπληρώνει αντί να αναιρεί τη νεότητα. Θα ακουστεί αντιφατικό, αλλά ίσως τελικά η πραγματική νεότητα να είναι σαν το κρασί που όσο παλιώνει, τόσο πιο ωραίο γίνεται (αρκεί, βέβαια, να παλιώσει σωστά...).

    


The Waterboys - Still A Freak (live 2014). Ο παλιός είναι αλλιώς (και ωραίος).

   Στη σημερινή "θρυμματισμένη" εποχή ένας δίσκος σαν το Modern Blues θα περάσει μάλλον απαρατήρητος από τους -ακροατές και μουσικούς- κάτω των σαράντα. Κρίμα, γιατί έτσι οι Waterboys θα γίνουν πιθανότατα το τελευταίο εν ζωή μεγάλο συγκρότημα της ροκ: τέτοια γνώση του αντικειμένου και -κυρίως- του ευρύτερου πλαισίου του, τέτοια παιδεία και φιλοσοφική στάση και τέτοια μουσική κατάρτιση γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τα βρίσκουμε πια...  
    Για την ιστορία, να πούμε ότι ο δίσκος ηχογραφήθηκε στη Νάσβιλ των Η.Π.Α., μια από τις μητροπόλεις της αμερικάνικης παραδοσιακής μουσικής, και φυσικά βγάζει το σχετικό "άρωμα" (μαζί με τη μοναδική αίσθηση του ήχου των Waterboys, επίσης).


      Και μ' εμάς τους υπόλοιπους τί θα γίνει;

   Αυτή ήταν η μέχρι στιγμής ιστορία ενός ανθρώπου, εκπρόσωπου ενός φιλοσοφικο-μουσικού ιδιώματος, ο οποίος ακολούθησε τον δικό του δρόμο και εξακολουθεί να μας φέρνει ολοζώντανη την αίσθηση μιας νιότης, την οποία ανταλλάξαμε με μια ζωή που δεν μας ικανοποιεί. Θα μπορούσε να έχει γίνει δέκα φορές πιο διάσημος  και η φήμη του να έχει ξεπεράσει τα όρια της ροκ (σαν, ας πούμε, τους U2), αν δεν είχε την "εμμονή" να διαλέγει το κοινό του και να μην απευθύνεται "γενικώς". 
    Δυστυχώς δεν υπήρξαμε όλοι τόσο τυχεροί ώστε να έχουμε βρει τον δρόμο που θα έκανε κι εμάς να νιώθουμε πλήρεις και ολοκληρωμένοι. Άλλοι, λόγω της ανεπάρκειας των γονιών τους, παγιδεύονται στις "φυλακές της παιδικής μας ηλικίας" και άλλοι παγιδεύονται αργότερα στα αδιέξοδα της εκάστοτε κυρίαρχης αλλοτριωτικής "λογικής". Λίγοι καταφέρνουν να ξεφύγουν από τις διαδοχικές παγίδες της οικογένειας, του σχολείου και της κοινωνίας, να βαδίσουν τον προσωπικό τους δρόμο και να ζήσουν κατά τον δαίμονα εαυτού τους. Αυτοί οι λίγοι είναι που δημιουργούν τη μεγάλη τέχνη, την οποία (όπως έλεγε ο Νίτσε) εμείς οι υπόλοιποι "την έχουμε ανάγκη για να μην μας σκοτώσει η πραγματικότητα" (ενός δρόμου που δεν ήταν ποτέ ο δικός μας). Ή, έστω, μέχρι να μπορέσουμε να γράψουμε το μπλουζ της δικής μας ζωής. 
   Μέχρι τότε ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μην κακοποιούμε τον εικοσάχρονο που έχουμε μέσα μας.



                                                          Καβάφης εν τοίχω...
 
Θ.Λ. 



Βλ. επίσης:

8 σχόλια:

  1. εξαιρετικός δίσκος! ευγε τους!
    κλείτωρ ασύνδετος :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χρειαζόμαστε κάπου κάπου τέτοιες καλλιτεχνικές επιβεβαιώσεις, ότι δεν είμαστε εμείς οι αφύσικοι.

      Διαγραφή
  2. Μόνο ένα ΠΟΛΥ μεγάλο συγκρότημα μπορεί να παίξει έτσι:
    The Waterboys - Utrecht, Vredenburg, The Netherlands, March 17, 2012
    https://www.youtube.com/watch?v=Nx2Qc-zNxDo

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η πρώτη φορά που ήρθαν στην Αθήνα οι Waterboys δεν ήταν τον Ιούνιο του 2007 αλλά τον Απρίλιο του 2006 (στο Gagarin, http://www.rocking.gr/live/Waterboys_@_Gagarin_205/2835/). Απλά η συναυλία κανονίστηκε την τελευταία στιγμή, δεν πρόλαβε να διαφημιστεί καθόλου και γι΄ αυτό πολλοί δεν το έμαθαν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πρώτη συναυλία των Waterboys στην Ελλάδα: Ρόδον 7 Δεκεμβρίου 2007, http://www.mikescottwaterboys.com/waterboys-archive.php?type=setlist&section=15

    Ο Σκοτ είχε έρθει και σόλο στις 3 και 4 Μαρτίου 1995, πάλι στο Ρόδον.

    Για να μην κάνω τον έξυπνο, ούτε εγώ είχα πάει σε καμμία. Ήταν η εποχή που το ραδιόφωνο είχε προ πολλού ξεφτιλιστεί και δεν μάθαινες τίποτα αν δεν είχες τον καιρό να ασχολείσαι, αν ήσουν εργαζόμενος και είχες μπει στο λούκι κλπ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άσε, έχω χάσει πολλά επεισόδια. Να φανταστείς ότι και στο Θέατρο Βράχων που ήρθαν, το έμαθα επειδή είδα μια ανακοίνωση του Δήμου σε ένα σταντ εκεί κοντά. Μιλάμε, μέχρι τον λαιμό στο λούκι...

      Διαγραφή
    2. Διόρθωση:
      Πρώτη συναυλία των Waterboys στην Ελλάδα: Ρόδον 7 Δεκεμβρίου 2000

      Διαγραφή