Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

ΟΙ ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΟΙ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ '68 ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

   
 

    Η χρονιά του 1968 είθισται να μνημονεύεται λόγω της επανάστασης εκείνου του Μαΐου στη Γαλλία. Ωστόσο το 1968 υπήρξε το έτος όπου συνέβη η πρώτη παγκόσμια επανάσταση στην Ιστορία: σε Η.Π.Α. και Ευρώπη (που τότε ήταν χωρισμένη σε δυτική ιδιωτικοκαπιταλιστική και ανατολική κρατικοκαπιταλιστική), εκατομμύρια άνθρωποι διαφορετικών εθνικών προελεύσεων και γλωσσών για πρώτη φορά στην Ιστορία σκέφτηκαν και ενήργησαν κατά παρόμοιο τρόπο, αυθόρμητα (=αυτοορμώμενα) χωρίς "συγκροτημένες ιδεολογίες", "απόλυτες αλήθειες", "ηγέτες", "καθοδήγηση", "πρωτοπορίες", "ιστορικές νομοτέλειες", "ιερά βιβλία" κλπ. Αυτό που δεν κατάφεραν οι "συστηματικοί" και επιστημονικοφανείς χιλιασμοί του 19ου αιώνα, το κατόρθωσε η Ανάγκη και τα εκατομμύρια των "ανοργάνωτων" και "αδέσποτων" λυσσασμένων τού παγκόσμιου '68.
   Ωστόσο, μαζί με τις αυτοδιορισμένες (κυρίως μαρξιστολενινιστικές) "επαναστατικές πρωτοπορίες", το παγκόσμιο '68 προσπέρασε σαν σταματημένη και την επιστημονικοφανή χίμαιρά τους: αυτή τής "μιά κι έξω" επανάστασης, η οποία δήθεν θα κηρυχθεί την "ιστορικώς κατάλληλη" στιγμή από κάποιους "ειδικούς" τής "Κοινωνικής Μηχανικής" (ενώ οι μάζες/στρατιωτάκια θα ακολουθούν με θρησκευτική πίστη). Το παγκόσμιο '68 έδειξε ότι, σε αντίθεση με μια "εθνικής εμβέλειας" επανάσταση, ο παγκόσμιος καπιταλισμός (και οι εκάστοτε εμφανισθείσες, μαρξιστογενείς ή άλλες, παραλλαγές του) δεν θα πέσει (αν πέσει) μια ωραία μέρα με την "κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων", αλλά με έναν απροσδιόριστα μακροχρόνιο πόλεμο και με πολλή δουλειά (συλλογική και ατομική) στο επίπεδο του -"ταπεινού" κατά την ιστορικίστικη μαρξιστική μεταφυσική- καθημερινού πράττειν.  Έδειξε ότι το κατεξοχήν πρόταγμα δεν είναι ένας εκδημοκρατίστισκος εξωραϊσμός του καθεστώτος, ή μια "μεταρρύθμισή" του (ή ακόμα και η "κατάργηση"/αντικατάστασή του με ένα αντιπάλως ομοειδές), αλλά μια σαρωτική αλλαγή του τύπου πολιτισμού, απ' αυτές που συμβαίνουν κάθε κάμποσους αιώνες. Έδειξε επίσης ότι αυτή η κοσμογονική αλλαγή δεν μπορεί να αποτελέσει μεσσιανική αρμοδιότητα μιας -αφομοιωμένης εξάλλου- "τάξης" (ή, για  την ακρίβεια, τής αυτοπροβαλλόμενης ως κομματικής "πρωτοπορίας" της), ούτε μπορεί να γίνει εκ των άνω, αλλά είναι μία μή προνομιακή υπόθεση, που αφορά σε οποιονδήποτε θεωρεί "απλώς" ότι τον αφορά. Τέλος, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει η παραμικρή "ιστορική εγγύηση" για την έκβαση αυτού του αγώνα (άρα ο καθένας συμμετέχει "για την κάβλα του" και με δική του ευθύνη).  
   Έκτοτε, το παγκόσμιο '68 έθεσε σε κίνηση τη μακρά διαδικασία ενός παγκόσμιου (και όχι ... "εθνικού", ή ακόμα και στενά "ταξικού") ενδοκοινωνικού ανταγωνισμού, που αναζωπυρώθηκε στο Σηάτλ τo 1999 και μαίνεται -με τις αναπόφευκτες αυξομειώσεις του- μέχρι σήμερα. Το παγκόσμιο '68 ήταν η τελευταία "άγρια βόλτα" αλλά και το άνοιγμα των ασκών μιας διαρκούς και ανεξέλεγκτης παγκόσμιας "λύσσας", που πλέον καμμία εξουσία δεν μπορεί να θέσει υπό έλεγχο: ποτέ πριν καμμία αυτοκρατορία στον πλανήτη, δεν είχε βρεθεί αντιμέτωπη με μια τόσο μακρά περίοδο τόσο συχνών ταραχών, μια αληθινή παγκόσμια και διαρκή επανάσταση, σαν αυτή που ο παγκοσμιούμενος καπιταλισμός αντιμετωπίζει σχεδόν καθημερινά από το 1968 και μετά. 
   Το  παγκόσμιο '68 έγινε το σημείο αφετηρίας μιας αυθεντικά ποιοτικής μεταλλαγής των επιμέρους κοινωνικών προταγμάτων και έβαλε τα σωστά ζητήματα στο τραπέζι (αδιαπραγμάτευτη κατάργηση των κάθε είδους πολιτικών "διαμεσολαβήσεων", "μεσιτειών", "αντιπροσωπεύσεων", κυβερνήσεων, κράτους, κοινωνικής ετερονομίας κλπ., έναρξη στο εδώ και στο τώρα των διαδικασιών τής κοινωνικής αυτοθέσμισης και αυτονομίας, αντίληψη της επανάστασης ως ψυχικά πληρωτικής φαντασιακής δημιουργίας και όχι ως "ιστορικού καθήκοντος", υποχρεωτική αντανάκλαση των επιδιωκόμενων σκοπών στα χρησιμοποιούμενα μέσα κλπ.) με τρόπο αμετάκλητο. Τα ζητήματα αυτά κατορθώνει να τα κρατά ανοιχτά με τρόπο που πλέον καθιστά αδύνατον το να "αγνοούνται". Έφερε την "ουτοπία" στην ημερησία διάταξη, κλόνισε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη (αν και όχι και τα ψυχοδιανοητικά μπλοκαρίσματα) ακόμα και των πιο αφελών υπηκόων στους αφέντες τους, και άλλαξε τη συλλογική οπτική σε βαθμό τέτοιο που οι εξουσίες δεν μπορούν πλέον να κυβερνούν με την ευκολία που το έκαναν πριν. Ταυτόχρονα έβαλε την ταφόπλακα της γραφικότητας στους κάθε είδους ιδεολογικοποιημένους χιλιασμούς, στερώντας τις εξουσίες από τις εναλλακτικές τους - και τους υπηκόους από τις ενδεχόμενες "λύσεις" απελπισίας τους. Μετά το 1968 κάθε επιμέρους κινηματική διεκδίκηση που σέβεται τον εαυτό της γνωρίζει ότι η πρώτη της κίνηση είναι να εκπαραθυρώσει τα κομματόσκυλα (και ειδικά τα μαρξιστοειδή) από το εσωτερικό της.
   Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, το αποκληθέν και Φάντασμα του '68 εξακολουθεί να κάνει να νιώθουν την ανάσα του, τόσο οι αφηνιασμένοι νεοφιλελευθεροφασίστες όσο και οι διάφοροι εναπομείναντες γραφικοί μαρξιστοειδείς, τόσο οι "χαλίφηδες" όσο και όσοι ευελπιστούν να (ξανα)πάρουν τη θέση τους. Είναι ο συνεχώς επανερχόμενος εφιάλτης των ιδιοκτητών του πλανήτη.
    Παρακάτω αναδημοσιεύω ένα σχετικό κεφάλαιο (με τις παραπομπές) από την εργασία του Νίκου Σούζα "Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου" - Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1974-1998), εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη 2014. Πρόκειται για τη διδακτορική διατριβή του συγγραφέα που υποβλήθηκε στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθήνας.
     Οι εικόνες και τα τονισμένα στοιχεία, από εμένα.

     Θ.Λ.



 ΤΟ «ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ 1968» ΩΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ 

    Όπως γίνεται αντιληπτό, οι καταβολές του μεταναρχισμού μπορούν να αναζητηθούν σε εκείνες τις θεωρήσεις του αναρχισμού, οι οποίες δεν υποτάσσουν τα χρησιμοποιούμενα μέσα στους επιδιωκόμενους σκοπούς και δεν θυσιάζουν το παρόν στο βωμό κάποιου μετεπαναστατικού ιδεώδους, αλλά επιμένουν στην άμεση υλοποίηση των διαφορετικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης που προτείνουν. 
   Αυτές οι θεωρήσεις αναζωπυρώνονται πριν και κατά τη διάρκεια του «παγκόσμιου 1968», με τη δραστηριοποίηση της Καταστασιακής Διεθνούς (Internationale Situationniste) και των Yippies, θεωρητικό-πρακτικών τάσεων με έντονη πολιτικό-πολιτισμική δραστηριοποίηση και καθοριστική επιρροή στα γεγονότα και το όλο πνεύμα του γαλλικού Μάη και του αμερικάνικου «Movement», αντιστοίχως.74 Αυτές οι τάσεις επιμένουν σε μια εορταστική/απολαυστική εκδοχή της συλλογικής δράσης, όπου έννοιες όπως «θυσία», «αφοσίωση», «υπευθυνότητα», «ματαίωση», «ενοχή», «μαρτύριο» απαξιώνονται ως ενδείξεις μιας οπισθοδρομικής λογικής, η οποία αντιτίθεται στο πρόταγμα του άμεσου επαναστατικού μετασχηματισμού της καθημερινής ζωής.75


Θρυλικό οπισθόφυλλο τής επίσης θρυλικής εφημερίδας Ο ΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο Φεβρουαρίου 1986.

      
    Ωστόσο, παρά την επικριτική στάση τους στις παραδοσιακές επαναστατικές αντιλήψεις, αυτές οι τάσεις δεν εγκαταλείπουν το πρόταγμα περί οικουμενικής επανάστασης. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί, αντιθέτως, πως η περίοδος προσμονής της «Μεγάλης Νύχτας» φτάνει στο απόγειό της με τα γεγονότα του ’68. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, οι φοιτητικοί και εργατικοί αγώνες στις χώρες της Δύσης αντλούν έμπνευση από τους αντιαποικιοκρατικούς αγώνες των λεγόμενων «αναπτυσσόμενων» χωρών, πρόσωπα και γεγονότα αποκτούν παγκόσμια συμβολική αξία και καθίστανται σημεία αναφοράς για τους απανταχού εξεγερμένους, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται σε διεθνές επίπεδο ένα όραμα απελευθέρωσης από την καπιταλιστική κυριαρχία, με σαφή επαναστατική προοπτική.88 
    Με το πέρας αυτής της περιόδου, ωστόσο, φαίνεται να επέρχεται η εξάντληση των μεγάλων αφηγήσεων περί οικουμενικής επανάστασης. Ο θεωρητικός επαναπροσδιορισμός παραδοσιακών επαναστατικών σχημάτων όπως είναι ο μαρξισμός ή ο αναρχισμός κρίνεται απαραίτητος από τους κινηματικούς δρώντες για μια ρεαλιστική συνέχιση των αγώνων τους. Αυτό που είναι, ωστόσο, ιδιαίτερα ενδιαφέρον, είναι το γεγονός ότι τα σπέρματα αυτής της απαιτούμενης ανανέωσης μπορούν να αναζητηθούν στο πνεύμα του ίδιου του ’68, το οποίο αποδεικνύεται κατ’ αυτόν τον τρόπο «τέλος εποχής» και ταυτοχρόνως απαρχή μιας ολότελα καινούριας ιστορικής περιόδου για τα κινήματα του κοινωνικού ανταγωνισμού. 


  
     Για την ακρίβεια, με το ’68 σηματοδοτείται μια έκρηξη της υποκειμενικότητας σε βάρος των ντετερμινιστικών προσεγγίσεων της ιστορικής κίνησης. Η σημασία του αυθορμητισμού, της δημιουργικότητας, της επινοητικότητας, αλλά και των μη-ιεραρχικών οργανωτικών μορφών κερδίζει ολοένα και περισσότερο έδαφος στη συλλογική συνείδηση, τη στιγμή που οι διάφορες μηχανιστικές προσλήψεις της κοινωνικής αλλαγής και οι κάθετες μορφές πολιτικής οργάνωσης εγκαταλείπονται μαζικά. Σε κεντρικούς φορείς ανταγωνιστικής δράσης -πλάι στο παραδοσιακό εργατικό υποκείμενο- αναδεικνύονται διάφορες κοινωνικές κατηγορίες, όπως είναι  π.χ. οι φοιτητές, οι γυναίκες, οι ομοφυλόφιλοι και οι μαύροι, που συχνά κινητοποιούνται γύρω από μονοθεματικούς άξονες προσωπικού ενδιαφέροντος, οι οποίοι μπορεί να συνδέονται π.χ. με ανησυχίες οικολογικού, φεμινιστικού ή αντιρατσιστικού χαρακτήρα. Κατά βάση, ως νέο ριζοσπαστικό υποκείμενο θεωρείται διεθνώς η νεολαία, η οποία γίνεται αντιληπτή ως δυναμικός παράγοντας σημαντικών τομών στα κοινωνικά ήθη (σεξουαλική απελευθέρωση, πειραματισμός με νέες μορφές έκφρασης, αμφισβήτηση της πυρηνικής οικογένειας και της μισθωτής εργασίας κ.ο.κ.).77 
   Κεντρικό ρόλο στην ανάδυση της νεολαιίστικης αντικουλτούρας, που ουσιαστικά αποπειράται να εντάξει το ουτοπικό στοιχείο στην καθημερινότητα, φαίνεται να παίζουν -πέραν των διαφόρων θεωρητικό-πρακτικών τάσεων- και στοχαστές όπως ο Μαρκούζε, ο οποίος επιχειρεί να συνδέσει την κοινωνική θεωρία με την ψυχανάλυση. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί πως η παράθεση ενός καταλόγου με ονόματα θεωρητικών, οι οποίοι επιδρούν στην εμφάνιση της περίφημης «αντικουλτούρας» δεν θα ήταν απλά μακροσκελής -αφού θα έπρεπε να συμπεριλάβει στοχαστές από διαφορετικά επιστημονικά πεδία, όπως π.χ. ο Ανρί Λεφέβρ (Henri Lefebvre), ο Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich) ή ο Κορνήλιος Καστοριάδης-, αλλά και κατά πάσα πιθανότητα αναξιόπιστη, με την έννοια ότι ακόμα και για τον κατεξοχήν φερόμενο ως «γκουρού» του ’68, δηλαδή τον Μαρκούζε, τίθενται συχνά αμφιβολίες σχετικά με το αν άσκησε πράγματι καθοριστική επιρροή.78


      Ενώ, λοιπόν, είναι υπό συζήτηση το κατά πόσο η θεωρία επηρεάζει την πράξη, κοινή ομολογία αποτελεί ότι η πράξη επηρεάζει καθοριστικά τη θεωρία. Συγκεκριμένα, το πνεύμα του ’68 ασκεί πρωτόγνωρη επιρροή στη θεωρητική παραγωγή, καθώς πολλοί στοχαστές παρακολουθούν στενά τα γεγονότα και μερικοί από αυτούς αναμειγνύονται ενεργά. Χαρακτηριστική είναι ίσως η περίπτωση του Φουκώ, ο οποίος αναγνωρίζει ότι οι εμπειρίες εκείνης της περιόδου λειτουργούν σαν καταλύτης για την περαιτέρω θεωρητική επεξεργασία μιας ευρείας γκάμας ζητημάτων.79 
    Έτσι, η απογοήτευση για τη μη εκδήλωση της επανάστασης θα προκαλέσει μετά το ’68 έντονο θεωρητικό (ανα)στοχασμό γύρω από τις αιτίες αυτής της αποτυχίας. Κομβικός αποδεικνύεται ο ρόλος των γάλλων μεταδομιστών, οι οποίοι εργάζονται εντατικά πάνω στο ερώτημα του πώς μπορεί να συνεχιστεί ο αγώνας εναντίον της καταπίεσης, χωρίς να αναπαράγεται η αναχρονιστική φαντασίωση περί οριστικής απαλλαγής από τις σχέσεις εξουσίας μέσω της κατάληψης των Χειμερινών Ανακτόρων. Η οικουμενική επανάσταση δεν θεωρείται πλέον δυνατή –ή μάλλον θεωρείται πως δεν ήταν ποτέ δυνατή- και κατ’ επέκταση δεν είναι καν επιθυμητή, στο βαθμό που γίνεται αντιληπτή ως ένα παραπλανητικό, αυτοθυσιαστικό, ουσιοκρατικό, ολιστικό και εν τέλει ολοκληρωτικό πρόταγμα. Παρόλο που θεωρεί, όμως, την ουτοπική δυνατότητα μη πραγματώσιμη, ο μεταδομισμός την αξιοποιεί ως κριτική αρχή, ως αφετηρία συνεχούς εγρήγορσης απέναντι στις πανταχού παρούσες σχέσεις εξουσίας, οι οποίες χρήζουν πάντοτε αντίστασης/αναδιοργάνωσης, ακόμα και σε μια ενδεχόμενη μετεπαναστατική κοινωνία. Παρά το γεγονός, δηλαδή, ότι αντίκειται στη διατύπωση μιας γενικής πολιτικής θεωρίας, ο μεταδομισμός δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη έναν κατάφωρο και απολίτικο μηδενισμό ή έναν ακραίο και αυτοϋπονομευτικό σχετικισμό, όπως είθισται να πρεσβεύουν διάφοροι ακτιβιστές και ακαδημαϊκοί που συγχέουν το γαλλικό μεταδομισμό με έναν αμερικάνικου τύπου μεταμοντερνισμό. Αντιθέτως, ο μεταδομισμός συντελεί στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για άμεση ανανέωση των παραδοσιακών πολιτικών σχημάτων μέσω της λεγόμενης «προβληματοποίησης», της υποβολής δηλαδή ερωτημάτων στην πολιτική.80  

  
    Η παραπάνω φράση του Καστοριάδη (κουτοπόνηρα, βέβαια, αποσπασμένη από τα συμφραζόμενά της) έγινε καραμέλα κυριακάτικου κηρύγματος τόσο για τους επανακάψαντες νεοφιλελευθεροφασίστες όσο και για τους απανταχού εναπομείναντες γραφικούς μαρξιστοειδείς. Οι μεν την πιπιλάνε για να "δείξουν" ότι οι επαναστάσεις είναι "κακό πράγμα", οι δε για να "δείξουν" ότι η σκέψη του Καστοριάδη δεν έχει τίποτε το επαναστατικό (κι ότι οι ίδιοι εξακολουθούν να κατέχουν ιερατικά το ... μονοπώλιο της επαναστατικής δράσης).  Ωστόσο, ριζικός μετασχηματισμός των θεσμών δεν σημαίνει απλώς τη "μεταρρύθμισή" τους (και μάλιστα στο ίδιο μοτίβο) όπως κρώζουν ηθικολογικά οι κάθε είδους νεοφιλελευθεροφασίστες, ούτε τη μαρξιστοειδή διαιώνισή τους "από την ανάποδη" (όπως π.χ. την "απολαύσαμε" στα εργοστάσια του "υπαρκτού σοσιαλισμού"). Σημαίνει ρηκτικός μετασχηματισμός των θεσμών σε μία ποιοτικά διαφορετική κατάσταση που θα αναιρεί (δηλαδή δεν θα διαιωνίζει, ούτε καν θα "συμπληρώνει") την προηγούμενη: άλλο είδος θεσμών, με άλλους στόχους, από άλλα θεσμίζοντα υποκείμενα, που θα οδηγήσει σε έναν άλλον τύπο κοινωνίας, αναιρετικό (δηλ. όχι συμπληρωματικό, ή συνεχειακό, ή έστω "αντιπάλως ομοειδή") του υφιστάμενου. Αυτός είναι ο στόχος μιας επανάστασης και όχι το -φετιχοποιημένο από τους μαρξιστές- "επαναστατικό συμβάν" καθαυτό, που δήθεν θα οδηγήσει "νομοτελειακώς" μαγικά στη χιλιαστική "γη της επαγγελίας". Υπ' αυτή την έννοια, η επαναστατική (αντι)βία δεν απαξιώνεται υπό την οπτική ενός εξίσου χιλιαστικού πασιφισμού (προς τον οποίο επιδιώκουν να εκτρέψουν την κοινωνική δυναμική οι νεοφιλελευθεροφασίστες), ούτε επαφίεται εν λευκώ στους "επαγγελματίες εργολάβους επαναστάσεων" (όπως θα το ήθελαν για λογαριασμό τους οι μαρξιστοειδείς ψωνάρες), αλλά θεωρείται απλώς ως ένα μέρος του αναγκαίου να διανυθεί δρόμου, δηλαδή ως κομβικό και επ' ουδενί τρόπω ως το καθοριστικό γεγονός.

 
     Μέσω αυτής της κριτικής, τίθεται, λοιπόν, επί τάπητος η αντικατάστασή της χιλιαστικής ιδέας της επανάστασης με μια νέα αντίληψή της ως συσσωρευτικής διαδικασίας, που ξεκινά ‘εδώ και τώρα’, δηλαδή σε άμεσο και τοπικό επίπεδο, για να επιφέρει την κοινωνική αλλαγή μέσω του αβίαστου πολλαπλασιασμού και της οριζόντιας δικτύωσης νέων πολιτικών και πολιτισμικών μορφών καθημερινής συνύπαρξης και δράσης, πέρα από και ενάντια στους κυρίαρχους κρατικούς και καπιταλιστικούς θεσμούς.81

                                                                             
      Σημειώσεις - παραπομπές
74 Σε ό,τι αφορά αυτήν την επιρροή, βλ. ενδεικτικά, Rene Vienet (1978), Μάης 1968, λυσσασμένοι και σιτουασιονιστές μέσα στο κίνημα των καταλήψεων, Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη και το συλλογικό (1988), The movement: Το αμερικάνικο ’68, μτφρ. Σ. Κακουριώτης, Γ. Καραμπελιάς, Γ. Κώτσου, Αθήνα: Κομμούνα/Κοινωνικά κινήματα. 
75 Ενδεικτικά, βλ. Jerry Rubin (1980), Do it!, μτφρ. Αλέκος Μακρής, επιμ. Νίκος Μπαλής, Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη, σσ. 68, 129-131 και Abbie Hoffman (1981), Επανάσταση για την κάβλα της, μτφρ. Δημήτρης Φινινής, Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη, σ. 93, καθώς και Raoul Vaneigem (χ.χ.), Η επανάσταση της καθημερινής ζωής: Πραγματεία savoir-vivre προορισμένη για τις νέες γενιές, προλ. Ευγένιος Αρανίτσης, μτφρ. Σεραφείμ Βελέντζας, Αθήνα: Άκμων, σ. 22, που κυκλοφορεί στα ελληνικά την ίδια περίπου περίοδο (δηλαδή στις αρχές της δεκαετίας του ’80). Επίσης, βλ. Internationale Situationniste (1999), Το ξεπέρασμα της τέχνης: Ανθολογία κειμένων της  Καταστασιακής Διεθνούς, μτφρ.-επιλ.κειμ. Γιάννης Δ, Ιωαννίδης, Αθήνα: Ύψιλον, σ. 213. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι παρά τα σαφή αντί-ιεραρχικά τους προτάγματα, αμφότερες οι τάσεις θα αναδείξουν κάποιες εμβληματικές μορφές, όπως οι Yippies Jerry Rubin και Abbie Hoffman και οι καταστασιακοί Raoul Vaneigem (Ραούλ Βανεγκέμ) και Guy Debord (Γκυ Ντεμπόρ), με τον τελευταίο να συγγράφει μεταξύ άλλων το εμβληματικό βιβλίο Η Κοινωνία του θεάματος. Λόγω της έντονης και ποικιλόμορφης επιρροής της στο εγχώριο ανταγωνιστικό κίνημα, η Καταστασιακή Διεθνής θα απασχολήσει σε αρκετά κεφάλαια την παρούσα διατριβή. 
76 Ενδεικτικά, βλ. Βιάλε, Ντελ Καρία, Γκοτσώ (1984), ’68. Η παγκόσμια έκρηξη, μτφρ. Αθηνά Κασάπη, επιμ. Χριστίνα Σταματοπούλου, Γιώργος Καραμπελιάς, Αθήνα: Κομμούνα και International Situationiste / Πέρλμαν / Ματίκ (1998), 1968: Η χρονιά που συγκλόνισε τον κόσμο, μτφρ. Νίκος Β. Αλεξίου, Νότης Πάτσαλος, Αχιλλέας Καλαμάρας, επιμ. Νίκος Β. Αλεξίου, Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος. 
77 Ενδεικτικό του νεολαιίστικου χαρακτήρα της έκρηξης του ’68 είναι τα περίφημο σύνθημα «Μην εμπιστεύεστε κάνεναν πάνω από τα τριάντα». Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι η έννοια της νεολαίας συνιστά μια κοινωνική κατασκευή, που εμφανίζεται παραλλαγμένη από εποχή σε εποχή, και από τόπο σε τόπο, ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τις αντίστοιχες νοηματοδοτήσεις της. Για μια τέτοια ανάλυση, βλ. Νίκος Δεμερτζής, Νίκος Μπουμπάρης, Γιάννης Σταυρακάκης (2008), «Περί “νεολαίας”: Σημασίες και συγκυρίες», στο Νίκος Δεμερτζής, Γιάννης Σταυρακάκης (επιμ.), Νεολαία: Ο αστάθμητος παράγοντας;, Αθήνα: Πολύτροπον, σσ. 33-38. 
78 Σχετικά με αυτές τις αμφιβολίες, βλ. Μαρί-Κριστίν Γκρανζόν (1988), «Βιογραφικά σημειώματα», στο συλλογικό (1988), The movement…, όπ.π., σ. 266 και την εισαγωγή στο Αντόνιο Νέγκρι (1983), Από τον εργάτη-μάζα στον κοινωνικό εργάτη: Ο ιταλικός «Μάης», μτφρ. Χρήστος Νάσιος, επιμ. Γ. Καραμπελιάς, Χριστίνα Σταματοπούλου, εισ. Γ. Καραμπελιάς, Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις, σσ. 11-12. Παρόμοιες αμφιβολίες μπορούν να διατυπωθούν, εξάλλου, και σε σχέση με το Λεφέβρ, ο οποίος υφίσταται ήδη από εκείνη την εποχή δριμεία κριτική από τους «Καταστασιακούς» και των «Λυσσασμένους». Βλ. International Situationiste / Πέρλμαν / Ματίκ (1998), σσ. 39 και 72, αντιστοίχως. Εν προκειμένω, αξίζει ίσως να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Μαρκούζε αρνείται σε ομιλία του για την Νέα Αριστερά (4/12/1968) το ρόλο του ιδεολογικού ηγέτη, επισημαίνοντας μάλιστα πως ένας τέτοιος ρόλος είναι αχρείαστος. Βλ. International Situationiste / Πέρλμαν / Ματίκ (1998), σσ. 230-235. 
79 Σχετικά, βλ. Μισέλ Φουκώ (1987), σσ. 13, 18, 81, 124. Η αντίληψη ότι τα γεγονότα του παγκόσμιου ’68 ασκούν σημαντική επιρροή στην ανάπτυξη του θεωρητικού ρεύματος του μεταδομισμού, διατρέχει επίσης μεγάλο μέρος του συλλογικού τόμου Duane Rousselle and Sϋreyyya Evren (επιμ.) (2011), Post-Anarchism: A Reader, όπ.π., σσ. 5-7, 83, 171, 198, 232. 
80 Σχετικά, βλ. Μισέλ Φουκώ (1987), σσ. 128-140, Daniel Colson (2010), «Αναρχισμός, Φουκώ και “μεταμοντέρνοι”», Παρέγκλιση 1η…, όπ.π., σσ. 14-26, Richard J. F. Day (2008), σσ. 27-28, Saul Newman (2001), σσ. 14, 175, Saul Newman (2012), σσ. 91, 102-103, Todd May (2012), «Είναι η μεταδομιστική θεωρία αναρχική;», στη συλλογή κειμένων των Todd May, Andrew M. Koch, Saul Newman…, όπ.π., σσ. 8, 29. 
81 Σχετικά, βλ. Andrea Breda, Andrea Staid, Tomas Ibanez, Antonio Seda, Eduardo Colombo (2011), Επανάσταση;, μτφρ, Παναγιώτης Καλαμαράς, Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα και Tomas Ibanez (2011), «Αντίο επανάσταση», Παρέγκλιση 2η, Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα, σσ. 24-27, καθώς και Saul Newman (2001), σ. 79, 89-92, 109, όπως και Saul Newman (2012), σσ. 94, 105-109.

        Νίκος Σούζας
 
                                            

 Δείτε επίσης:
-ΠΟΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΩΡΕ...
-Richard J. F. Day,  ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ - ΑΝΑΡΧΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΝΕΟΤΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ
-Κορνήλιου Καστοριάδη, αποσπάσματα από "Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα"
-Φόρος τιμής στον Χέρμπερτ Μαρκούζε  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου