Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

«ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΡΥΘΜΟΙ»: ΚΟΥΚΟΥΡΟΥΚΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΣΤΑΛΙΝΟΕΙΔΕΙΣ «ΧΡΥΣΟΥΣ ΝΕΟΛΑΙΟΥΣ»



     Παρακάτω αναδημοσιεύω μερικά αποσπάσματα (σ.371-386) από το βιβλίο του ιστορικού Κώστα Κατσάπη ΤΟ «ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑ» - ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΝΕΟΙ, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ 1964-1974, εκδόσεις Απρόβλεπτες, Αθήνα 2013. 
    Τα αποσπάσματα αφορούν στην καθωσπρεπίστικη και παρωχημένη ιδεολογική ταυτότητα του περιοδικού Μοντέρνοι Ρυθμοί, που κατά κάποιους σημερινούς αυτοαποκαλούμενους ερευνητές, αντανακλά και εκφράζει το ροκ φαινόμενο στην Ελλάδα την περίοδο 1964-1968 (αλλά και για λίγα ακόμα χρόνια) τόσο πιστά, ώστε να χρησιμοποιείται απ΄αυτούς ως η κατεξοχήν ιστορική πηγή. 
    Αν όμως οι Μοντέρνοι Ρυθμοί αποτελούν ιστορική πηγή, αυτό δεν έχει να κάνει με την «παρουσίαση» που έκαναν στο εγχώριο ποπ/ροκ φαινόμενο (την οποία κάποιοι εξακολουθούν να την παίρνουν τοις μετρητοίς) αλλά με την χειραγωγητική νοθευτική παρεμβατικότητά τους σε αυτό (για την ακρίβεια, εκείνη του εκδότη Αθανάσιου Τσόγκα και του κύριου συντάκτη τους και επιχειρηματία τής showbiz  Νίκου Μαστοράκη). Γι’ αυτό και η νεολαία γύρισε την πλάτη της στο περιοδικό, ταυτόχρονα με την πραγματικότητα η οποία το προσπέρασε. Έτσι οι Μοντέρνοι Ρυθμοί έκλεισαν το 1968, παρά το ευμενέστατο για την ιδεολογία τους περιβάλλον τής δικτατορίας, ενώ κάποιες μεταγενέστερες προσπάθειες επανέκδοσής τους, με το ίδιο ή  άλλα ονόματα, έπεσαν στο κενό μετά από λίγα τεύχη. 
    Το ότι οι Μοντέρνοι Ρυθμοί προσπάθησαν διακαώς (και τελικώς χωρίς αποτέλεσμα) να επικαλύψουν («ταπώσουν») την ύπαρξη στην Ελλάδα μιας άλλης (βλ. underground) νεολαίας, είναι κάτι που αποδεικνύεται από τα ίδια τα δημοσιεύματά τους. Κι αυτή ακριβώς η «άλλη νεολαία» είναι το κατεξοχήν ιστορικό στοιχείο που σήμερα συνεχίζουν να προσπαθούν να αποκρύψουν οι επίδοξοι -σταλινοειδείς- ερευνητές, που επικαλούνται ως ιστορική πηγή τούς Μοντέρνους Ρυθμούς. Ο λόγος τής στάσης τους είναι, φυσικά, η -διά της υποβάθμισης των θεωρούμενων ως ανταγωνιστών- κατοχύρωση του ιστορικού «μονοπωλίου» (=πατέντας) των κοινωνικών διαδικασιών, ζυμώσεων, συγκρούσεων κ.λπ.. Έτσι συνεχίζουν να αναπαράγουν τη χαζοχαρούμενη βιτρίνα των Μ.Ρ. για να «αποδείξουν» ότι η εγχώρια ροκ νεολαία (που την ταυτίζουν κουτοπόνηρα με το κοινό στο οποίο απευθύνονταν οι Μ.Ρ.)  δεν ανησύχησε το καθεστώς, και ότι η «μαύρη αντίδραση» και η χούντα ήσαν πιο ροκ απ' τα ακροατήρια του Woodstock ή του Monterey.
    Η ιστοριογραφία είναι μια συνθετική και αναλυτική εργασία, που γίνεται με τα επί τούτου δημιουργημένα και καθιερωμένα στις κοινωνικές επιστήμες μεθοδολογικά εργαλεία. Που σημαίνει, ότι μπορούν να τη φέρουν σε πέρας μόνο ειδικοί, και όχι τυχάρπαστοι, ιστοριοδίφες, ερασιτέχνες, «ερευνητές», αυτοδίδακτοι, ή άτομα εν διατεταγμένη ιδεολογική αποστολή. Συνηθισμένη ερώτηση αδαών: δεν κάνει λάθη η επιστήμη; Φυσικά και κάνει. Κάθε λίγο και λιγάκι. Μόνο οι θρησκείες κι οι ιδεολογίες τα ξέρουν όλα. Τα εκαντοντάδες όμως επιστημονικά στραπάτσα της ιστορίας, έχουν βοηθήσει στο να έχουμε κάνει κάποια λίγα ασφαλή βήματα ως είδος, σε όλους τους τομείς. 
    Έχω συμπεριλάβει και όσες από τις παραπομπές σχετίζονται με τεύχη των Μ. Ρ.. Εικόνες και τονισμένα στοιχεία είναι από εμένα. (Θ.Λ.)








     Στο ασφαλές περιβάλλον της χουντικής Ελλάδας η ροκ μουσική ποτέ δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έναν άξιο αναφοράς πολιτικό κίνδυνο, δεδομένου ότι κάθε πολιτική δραστηριότητα ή κινητοποίηση ήταν εκ των πραγμάτων ελεγχόμενη. Τον Ιούλιο του 1967, οι Μπητλς επισκέφτηκαν την Ελλάδα ως τουρίστες και η επίσκεψή τους στη χώρα καθόλου δεν ανησύχησε τα στελέχη του καθεστώτος. Σημαντικό ρόλο για τον εφησυχασμό όσον αφορά τη δυναμική της αμφισβήτησης και την εκπόρευσή της από τη ροκ μουσική φαίνεται πως αποτέλεσε η μάλλον συντηρητική ταυτότητα της εγχώριας ροκ σκηνής (όσον αφορά τη θεματική των στίχων και την εν γένει παρουσία της), καθώς και η καθοριστική λειτουργία που επιτελούσε στον έλεγχό της μια στενή ομάδα μουσικών και παραγωγών, που κινούνταν γύρω από το περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί. Το τελευταίο, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ξεκίνησε την κυκλοφορία του τον Απρίλιο του 1964 και υπήρξε το πρώτο μουσικό νεανικό περιοδικό στην Ελλάδα που φιλοδοξούσε να καλύψει το έντονο ενδιαφέρον των νέων για το ροκ εν ρολ, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την «απόβαση» στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκροτημάτων από τη Βρετανία, όπως οι Μπητλς, οι Στόουνς, οι Κινκς, οι Άνιμαλς κ.λπ. 
     Στη διάρκεια της παντοδυναμίας τους, οι Μοντέρνοι Ρυθμοί όχι μόνο κατόρθωσαν να παραγάγουν (και να αναπαραγάγουν) ένα ιδιότυπο «ελληνικό» μοντέλο όσον αφορά τις προτιμήσεις της νεολαίας για το σύγχρονο νεανικό τραγούδι (στο οποίο το γαλλικό και το ιταλικό τραγούδι κατείχαν σημαντικό μερίδιο στις προτιμήσεις του ελληνικού κοινού), αλλά συνάμα κατόρθωσαν, είτε ως περιοδικό είτε αυτόνομα οι συνεργάτες του ως παράγοντες της μουσικής σκηνής, να κινούν τα νήματα της εγχώριας σκηνής δημιουργώντας ή διαλύοντας εν μία νυκτί συγκροτήματα «μοντέρνου τραγουδιού» και ελέγχοντας την παραγωγή με αρκετά πρωτοποριακούς για την εποχή τρόπους: προέβαλαν ό,τι καινούριο υπήρχε στις στήλες του περιοδικού ή στις ραδιοφωνικές εκπομπές των συνεργατών του· διοργάνωναν κυριακάτικα πρωινά σε θέατρα και κινηματογράφους της Αθήνας88 και καλοκαιρινά πάρτυ στην παραλία· προωθούσαν το «μοντέρνο τραγούδι» μέσα από έξυπνες διαφημιστικές καμπάνιες, διαγωνισμούς, συναυλίες και «κυνήγια θησαυρών».89 

[...] 

    Όπως συνάγεται από την αρθρογραφία των Μοντέρνων Ρυθμών, η κατάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες πρέπει αρχικά να προκάλεσε ανησυχία όσον αφορά τη στάση του καθεστώτος απέναντι σε μια ξένη μουσική, που με συνέπεια είχε υποστηριχθεί, στη διάρκεια της προδικτατορικής περιόδου, πως είχε αποτελέσει έναν εκ των εκμαυλιστών του ήθους και της συνείδησης της ελληνικής νεολαίας. Η δήλωση εξάλλου του Στυλιανού Παττακού πως οι τηνέιτζερς, οι «Μπητλς», οι «Μπήτνικς», τα ξένα αυτά φρούτα των τεντιμπόυδων, δεν θα είχαν θέση πλέον στην Ελλάδα,91 είναι πιθανόν να είχε προκαλέσει κύματα ανησυχίας σε όσους κινούνταν επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά γύρω από αυτή τη μουσική ή απλώς την αγαπούσαν. Σύντομα όμως τα σύννεφα της ανησυχίας εξαφανίστηκαν. Στο πρώτο μετά την 21η Απριλίου τεύχος των Μοντέρνων Ρυθμών, στην πρώτη κιόλας σελίδα επιχειρείται να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις, και να χαρακτηριστούν οι φόβοι για εκδίωξη της ξένης μουσικής ως φήμες. «Με την Εθνική Αλλαγή που έγινε στη χώρα μας», αναφέρουν οι Μοντέρνοι Ρυθμοί, «άρχισαν να κυκλοφορούν πολλές φήμες ότι η νέα Εθνική Κυβέρνησις πρόκειται να θέση υπό διωγμόν την ξένη ελαφρά μουσική και ότι θα απαγορεύση στους νέους να τραγουδούν τραγούδια, που λανσάρονται σε δίσκους των φίλων και συμμάχων Δυτικών χωρών. Οι φήμες αυτές», επισημαίνεται, «είναι τελείως ανυπόστατες».92 
    Η «πειθαρχημένη» στάση των Μοντέρνων Ρυθμών δεν θα πρέπει να ξαφνιάζει ούτε τα κίνητρά της να αποδοθούν (τουλάχιστον μονάχα) στον φόβο και την ανασφάλεια που δημιουργούσε η νέα πολιτική κατάσταση. Ήδη από το ξεκίνημά του, το περιοδικό είχε επιχειρήσει με συνέπεια και αναμφισβήτητη επιτυχία να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον των νέων για το «μοντέρνο τραγούδι», παράλληλα όμως υπήρξε σαφής η προσπάθεια των συντακτών του να απομακρύνουν από πάνω τους (και συνακόλουθα από τους νεαρούς αναγνώστες του περιοδικού) τη ρετσινιά της αντικοινωνικής ή έστω «ανήθικης» για τα δεδομένα της εποχής συμπεριφοράς. Έχουμε ήδη επισημάνει τη στάση που τήρησε από τις στήλες του περιοδικού ο Νίκος Μαστοράκης σε ένα από τα πρώτα ζητήματα που πρέπει να προκάλεσαν αμηχανία στους οπαδούς του μοντέρνου τραγουδιού, τις επίμαχες δηλαδή δηλώσεις του Τζον Λένον για τη δημοφιλία των Μπητλς και τη σύγκρισή της με εκείνη του χριστιανισμού. Η παραπάνω δεν ήταν όμως η μοναδική θέση που ευθυγραμμιζόταν με τον κοινωνικό κομφορμισμό και εμμέσως πλην σαφώς καταδίκαζε τις όποιες παρεκκλίσεις (ακόμη και του μεγαλύτερου ειδώλου της νεολαίας) από το κοινωνικώς ορθόν. Το καλοκαίρι του 1965, οι Μοντέρνοι Ρυθμοί, απαντώντας από το εκδοτικό τους σημείωμα σε αρθρογράφο περιοδικού που τους είχε χαρακτηρίσει «αηδιαστικό έντυπο», επιχειρούσαν να αποστασιοποιηθούν από τη νεολαία εκείνη που διαδήλωνε την περίοδο των Ιουλιανών σε σχεδόν καθημερινή βάση και παρουσίαζαν τους αναγνώστες τους ως νέους που καταδίκαζαν τις «ακρότητες» της εποχής, καθώς και οτιδήποτε «ανήθικο», όπως τα σφαιριστήρια λ.χ. ή τα γιαουρτώματα των τεντιμπόυδων.
 



                             Το πρώτο "χουντικό" τεύχος των Μ.Ρ. (αρ. 80)


[…] 

    Στην άποψη των Μ. Ρ. ότι ο κόσμος των τινέιτζερ δεν είχε καμία σχέση με τους (προφανώς ενταγμένους στην αριστερά) νέους που διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας, σύντομα ήλθε να προστεθεί άλλος ένας ετεροπροσδιορισμός: ο ευγενής κόσμος της «χρυσής νεολαίας», υποστηρίζεται με χαρακτηριστική συνέπεια, δεν είχε σχέση επίσης με τους «δήθεν οργισμένους νέους», αυτούς που χαρακτηρίζονταν όλο και περισσότερο συχνά από τους σχολιαστές της κοινωνικής πραγματικότητας ως «αμφισβητίες» της ή απλώς βρωμεροί και ακούρευτοι «μπήτνικς». Ως προς αυτούς οι Μοντέρνοι Ρυθμοί φαίνεται να είναι περισσότερο αδιάλλακτοι. Ο κόσμος της χρυσής νεολαίας, υποστηρίζεται, σε τίποτε δεν είχε να κάνει με την αυθάδειά τους και την αντικοινωνικότητά τους, αντιθέτως αποτελούσε ένα παράδειγμα προς μίμηση, ένα καμάρι ακόμη και για όσους δεν ασχολούνταν καθόλου με την ελαφρά ξένη μουσική: «Ο νεαρόκοσμος των οπαδών της ξένης μουσικής», γράφουν οι Μ. Ρ., «(αγόρια και κορίτσια) είναι ένας άλλος κόσμος. Είναι παιδιά με οικογενειακή αγωγή και σχολική μόρφωση, παιδιά που μιλούν ή σπουδάζουν δύο και τρεις ξένες γλώσσες. Και επειδή γνωρίζουν τις ξένες αυτές γλώσσες και επειδή δεν αρέσκονται στη μελωδία των μπουζουκιών, έδειξαν και δείχνουν ιδιαίτερη αγάπη στην ξένη ελαφρά μουσική».97 Η νεολαία αυτή, υπογραμμίζεται, καμία σχέση δεν είχε με τους «ωργισμένους νέους των ωργισμένων εποχών, ουδεμία σχέση με τους Μπήτνικς, τους ακούρευτους και βρώμικους νέους του Λονδίνου, που εμφανίζονται και στη χώρα μας ως τουρίστες, ούτε και με τους τέντυ-μπόυς, τους ανάγωγους και χωρίς καμμιά μόρφωσι θρασυτάτους νέους».98 Η απαραίτητη αυτή σύσταση (στο πρώτο μετά την 21η Απριλίου του 1967 άρθρο) σχετικά με το τι ήσαν και κυρίως το τι δεν ήσαν οι θιασώτες του μοντέρνου τραγουδιού στην Ελλάδα κλείνει με μια αποθέωση των προοπτικών που υποτίθεται ότι διανοίγονταν στη νέα πολιτική πραγματικότητα για τη νεολαία και το τραγούδι της: «Ο κόσμος των τινέιτζερς επαναλαμβάνουμε, ουδεμία σχέση έχει με τον κόσμο των ακούρευτων Μπήτνικς και τους τέντυ μπόυς. Είναι γνήσια Ελληνόπουλα που θέλουν να νιώσουν τη χαρά της ζωής και ξέρουν ότι τώρα που ανέλαβε τη διακυβέρνησι της χώρας ο Εθνικός μας Στρατός και υπάρχει η Εθνική Κυβέρνησι τής 21ης Απριλίου, θα δημιουργηθή το και το αληθινό χαρούμενο Ελληνικό τραγούδι, που θα το αγαπήσουν όσο αγαπούν την όμορφη γαλανή πατρίδα μας, την αιώνια Ελλάδα".99 
    Η σύμπτωση απόψεων ανάμεσα στο δημοφιλέστερο περιοδικό των ελλήνων τινέιτζερ και τα στελέχη της 21ης Απριλίου για τους «μπήτνικς» και τη μουσική τους δηλώνεται με σαφήνεια και στο επόμενο τεύχος των Μ.Ρ. Στο εκδοτικό σημείωμα της 24ης Μαΐου 1967, ο συντάκτης του κάνει λόγο για κάποιους αμετανόητους (ευτυχώς λίγους, όπως αναφέρει) αναγνώστες του περιοδικού, που μην έχοντας καταλάβει την κοσμογονία που επήλθε μετά την 21η Απριλίου, επιμένουν να ζητούν από τους υπεύθυνους των Μ.Ρ. φωτογραφίες συγκροτημάτων ή καλλιτεχνών «ακατάλληλων». Ο συντάκτης επισημαίνει ότι οι Μ.Ρ. είναι έντυπο με «ευγενική μουσική παράδοση» και προκειμένου να διαλυθούν οι όποιες παρεξηγήσεις για τον δρόμο που θα πρέπει, όπως σημειώνεται, στο εξής να ακολουθηθεί, δηλώνει ρητά και πάλι ότι οι μπήτνικς, η μουσική τους και η κουλτούρα τους δεν θα φιλοξενούνται πλέον στις στήλες του περιοδικού λόγω της αντικοινωνικής συμπεριφοράς που τους χαρακτήριζε: «Φωτογραφίες συγκροτημάτων και καλλιτεχνών με μαλλιά αλά Μπήτνικς δεν επιτρέπεται πλέον να δημοσιεύονται» , αναφέρεται στο editorial των Μ.Ρ. «Η Εθνική Κυβέρνησις της 21ης Απριλίου δεν απαγορεύει στους νέους μας να αγαπούν την ξένη ελαφρά μουσική, αλλά δεν δύναται να επιτρέψη στα Ελληνικά νειάτα να μιμούνται στην εμφάνιση και στους τρόπους, τους ακούρευτους αλητοτουρίστες. Κάθε καλό τραγούδι ξένου συγκροτήματος ή τραγουδιστού, κάθε καλός δίσκος της ξένης ελαφράς μουσικής, θα έχη όπως πάντοτε την θέσι του στις σελίδες των “Μ.Ρ.”. Αλλά φωτογραφίες συγκροτημάτων και τραγουδιστών με μαλλιά τόσο μακρυά, που να θίγουν την κοσμικότητα και την ανδρική αξιοπρέπεια, δεν θα ξαναδούν το φως τη δημοσιότητος».100

     

    Και κάμποσο "κήρυγμα" ... (από το πρόγραμμα της συναυλίας των Rolling Stones στο γήπεδο του Παναθηναϊκού, 17/4/1967)


[…] 

    Η πιο αναλυτική αναφορά πάνω στη σχέση «νεολαίας-Μοντέρνων Ρυθμών-ροκ μουσικής και δικτατορικού καθεστώτος» φαίνεται πως δόθηκε (ενυπόγραφα) στις σελίδες του περιοδικού από τον Ν. Μαστοράκη. […] Τον Μάιο του 1967, λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα της 21ης  Απριλίου, κατέθετε στους Μ. Ρ. τις απόψεις του για το μέλλον των ελλήνων τινέιτζερ και για τις σχέσεις τους με τις δύο συλλογικότητες της ελληνικής νεολαίας, με τις οποίες και υποτίθεται ότι οι τινέιτζερ διαφοροποιούνταν: τους διαδηλωτές των πολιτικών κινητοποιήσεων των οποίων οι πράξεις ήταν ήδη παρελθόν στην Πολιτεία των Συνταγματαρχών, και τους μιαρούς Μπήτνικς, οι οποίοι αντιπροσώπευαν τον μοναδικό πλέον κίνδυνο για την ελληνική νεότητα. […] Ανακυκλώνοντας τις γνωστές απόψεις που ήθελαν τους έλληνες τινέιτζερ αδιάφορους για τα πολιτικά πράγματα και μακριά από «ακρότητες» κάθε είδους, ο δραστήριος δημοσιογράφος υποστηρίζοντας ότι η ύπαρξή της και οι δραστηριότητές της είχαν υπάρξει ένα ανάχωμα απέναντι στο φούντωμα του πολιτικού ριζοσπαστισμού των νέων […] Στις νέες συνθήκες (ας θυμηθούμε ότι το καλοκαίρι του ’67, το πρώτο μετά την 21η Απριλίου, ήταν το «καλοκαίρι της αγάπης»), ο Μαστοράκης επιχειρούσε να υπερασπιστεί τη «χρυσή νεολαία» των τινέιτζερ απέναντι στην «καινούρια» κατηγορία, ότι δηλαδή έτεινε να ευθυγραμμίζεται με τους άπλυτους χίπις και τις πρακτικές τους, δεδομένου ότι «όσοι βλέπουν τα προβλήματά της από μακριά, νομίζουν ότι εκείνα τα παιδιά που αγαπούν την ξένη ελαφρά μουσική, είναι τα ίδια με τα ξένα άπλυτα φρούτα που αυτοαποκαλούνται “μπήτνικς”».105 

 […]

   Η πραγματικότητα ήταν βέβαια αρκετά διαφορετική  από τις φιλτραρισμένες εκδοχές της ροκ/ποπ μουσικής που προωθούσαν όσοι κινούνταν γύρω από το περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί. Σε επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας πράγματι, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70, τα ελληνικά συγκροτήματα δεν είχαν να επιδείξουν τίποτε το σπουδαίο, αδυνατώντας να συγχρονιστούν με τις εξελίξεις της ροκ μουσικής και ανακυκλώνοντας πάνω κάτω τους ίδιους ήχους και τα ίδια μοτίβα, παιγμένα πολλές φορές από τους ίδιους καλλιτέχνες. Δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας μελέτης η εξέλιξη του ελληνικού ροκ και διερεύνηση του στίγματός του,108 παρ’ όλα αυτά φαίνεται πως, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όσων αντιπαθούσαν τον χιπισμό, την κοσμοθεωρία του και τη μουσική που τον εξέφραζε, σιγά σιγά, από το 1970 και μετά, άρχισαν να δημιουργούνται αρκετές μπάντες που επιχείρησαν να εισάγουν στην ελληνική σκηνή τις βασικές αρχές της ροκ, όπως αυτή πλέον κυριαρχούσε και στις δύο όχθες του Ατλαντικού.

[…] 

    Παρ’ όλα αυτά τα δείγματα γραφής, η επιρροή των ελληνικών συγκροτημάτων στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς και του τρόπου σκέψης των ελλήνων οπαδών της ροκ μουσικής δεν θα πρέπει να υπερτιμηθεί, δεδομένου ότι, στον βαθμό που υπήρξε, η πραγματική σοβαρή επιρροή για χιλιάδες νέους φαίνεται πως ήταν η «αυθεντική» ροκ της εποχής, δηλαδή τα τραγούδια των Μπητλς, των Στόουνς, του Τζίμι Χέντριξ ή της Τζάνις Τζόπλιν. Η ανάλυση ωστόσο, ορισμένων χαρακτηριστικών παραδειγμάτων της ελληνικής σκηνής μπορεί να υποδείξει τη σαφή διάσταση, το σχίσμα που υπήρξε εντός της και το οποίο κατέστη πολύ σαφές στα τέλη της δεκαετίας του’ 60: από τη μία μεριά, οι κληρονόμοι των χρόνων της «αθωότητας», έμβλημα της οποίας υπήρξαν τα πάρτι, τα ρομαντικά τραγούδια, οι χοροί και η ανεμελιά. Για τους νέους αυτούς, το ροκ ήταν καταρχήν μια διασκέδαση και η όποια επαναστατικότητά του εξαντλούνταν στην υπόγεια αμφισβήτηση του έντονου συντηρητισμού της ελληνικής οικογένειας και των προσδοκιών που έτρεφε για τα παιδιά της. Απέναντι στον ριζοσπαστισμό της εποχής και τις «ακρότητες» των χίπις, η τάση αυτή παρέμενε δύσπιστη, ενίοτε μάλιστα εχθρική, όπως υποδείκνυαν τα εκδοτικά σημειώματα των Μοντέρνων Ρυθμών και οι επισημάνσεις του Νίκου Μαστοράκη. 
    Η δεύτερη τάση αντιπροσώπευε τη νεανική αμφισβήτηση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στον δυτικό κόσμο και ως εκ τούτου υιοθετούσε και τη μουσική που την εξέφραζε. Στο πειθαρχημένο περιβάλλον της χουντικής Ελλάδας, οι αιχμές του ριζοσπαστισμού αυτού είναι εμφανές πως δεν (θα) μπορούσαν να αναπτυχθούν με την ελευθερία και την ταχύτητα που αυτό συνέβη σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου, επομένως η μουσική ως το κατεξοχήν σύμβολό του μεταβλήθηκε σε μια από τις λίγες διεξόδους έκφρασης όσων νέων συγκινούνταν από τις αναζητήσεις του κινήματος της αμφισβήτησης. 


       Παραπομπές 
  92. «Φήμες», περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί 80 (10.5.1967), σελ. 1. 
  97. «Τα νειάτα και το τραγούδι», περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί 80 (10.5.1967), σελ. 3. 
  98. Στο ίδιο. 
  99. Στο ίδιο.
100. «Εμείς, εσείς και οι “ΜP”», περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί 81 (24.5..1967), σελ. 3.
104. Μαστοράκης, Ν., «Από τον Μαστ με αγάπη», περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί 80 (10.5.1967), σελ. 6.
105. Στο ίδιο.

     Κώστας Κατσάπης 


Δείτε επίσης:
-Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ (ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ) TO ΥΠ' ΑΡ. 1 ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ, απόσπασμα από ΤΟ "ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑ" του Κώστα Κατσάπη.
-Επιστημονική βιβλιογραφία για το ροκ φαινόμενο στην Ελλάδα. 
-ΠΡΟΣ ΟΨΙΜΟΥΣ ΚΝΙΤΟ"ΡΟΚΑΔΕΣ" (ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΖΟΜΠΙΣ ΤΟΥ, ΠΡΟ ΠΤΩΣΗΣ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ, ΜΕΣΑΙΩΝΑ. 
-ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ ΤΟ (ΑΝΤΙ-ΡΟΚ) ΚΑΓΚΕΛΟ... Ξεκαρδιστικά αποκαλυπτική "επιχειρηματολογία" σταλινικών μουσικοδημοσιογράφων 
-ΗΤΑΝ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΠ / ΡΟΚ ΤΩΝ '60s ΕΚΠΟΡΕΥΟΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗ "ΜΑΥΡΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ"; Μόνο για τους σταλινικούς θα μπορούσε να "ήταν"... 
-ΟΧΙ ΑΛΛΟ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ! Μερικές όψεις της ιστορίας του εγχώριου ροκ φαινομένου, όπως θα την επέβαλε ένας σταλινικός μουσικοδημοσιογραφίσκος, που δεν επιτρέπει τον αντίλογο στην ιστοσελίδα του 
-ΟΧΙ ΑΛΛΟΙ "ΗΡΩΕΣ"... Όταν τα "αντιστασιόμετρα" κραδαίνονται ως  φύλλα συκής τής σταλινικής ή άλλης φιλοχουντικής ηθικολογίας 
-Τι μας διδάσκει η πρώτη συναυλία των Rolling Stones στην Ελλάδα (17 Απριλίου 1967) του Μανώλη Νταλούκα.
-Ο «Θάνατος» του Paul McCartney- Πώς εμπορεύονται τα ινδάλματα της νεολαίας, οι διάφοροι επιτήδειοι και πώς την πατάνε οι αφελείς της δημοσιογραφίας, του Μανώλη Νταλούκα.

3 σχόλια:

  1. Και σεις, και ο Νταλούκας, οφείλετε να ζητήσετε ένα ΜΕΓΑΛΟ συγνώμη, που κάθεστε τόσο καιρό και ασχολείστε με τον Τρούσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καταλαβαίνω ότι μπορεί να έχω κουράσει, αλλά σε ό,τι με αφορά δεν είναι ο Τρούσας αυτός με τον οποίο ασχολούμαι. Αυτή είναι μόνο η αφορμή για να ειπωθούν κάποια πράγματα γενικότερα, για να ανεβούν κάποια αποσπάσματα από μερικά καλά βιβλία και γενικώς για να δοθεί και μια άλλη οπτική (επιστημονική και όχι δημοσιογραφική) στη διάθεση όσων ενδιαφέρονται, η οποία θεώρησα ότι έλειπε από το ελληνόγλωσσο διαδίκτυο.
      Δεν είναι δηλ. ο Τρούσας αυτός που στοχεύω, αλλά αυτό που αντιπροσωπεύει. Τρούσες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Δεν πρόκειται δηλ. περί προσωπικής διένεξης.

      Πάντως μού είναι κι εμένα δυσάρεστο να ασχολούμαι, έστω και μ' αυτόν τον τρόπο. Η κατάσταση είναι αρρωστημένη. Κι έχουμε και φορολογικές δηλώσεις να φτιάξουμε...
      Γι΄ αυτό δεν σκοπεύω να συνεχίσω επ' αόριστον. Άλλωστε νομίζω ότι είμαι ήδη πολύ κοντά σε αυτό που στόχευα.

      Διαγραφή
  2. Προς όσους με ενημερώνουν για διάφορα πικρόχολα σχόλια που αφήνουν στη γνωστή σταλινοειδή μουσικοδημοσιογραφική ιστοσελίδα, τους επαναλαμβάνω ότι το ζήτημα (για μένα) δεν έχει προσωπικό χαρακτήρα. Όπως δεν βγάζω το ψωμί μου από τη δημοσιογραφία και γι΄αυτό δεν με ενδιαφέρει αν εκτεθώ "επαγγελματικά", κατά το ίδιο σκεπτικό δεν με ενδιαφέρει να εκθέσω σε προσωπικό επίπεδο οποιονδήποτε άλλον.

    Αν λοιπόν έχουν να πουν κάτι επί των ζητημάτων (όπως π.χ. το παραπάνω κείμενο του Κώστα Κατσάπη, που βγάζει μια για πάντα αναξιόπιστους τους Μ.Ρ.) και όχι επί προσωπικού (π.χ. "σταλινικό φιάσκο Spectrum" κλπ.) ας το κάνουν.
    Το θέμα δεν είναι να βγάλουμε αναξιόπιστο κάποιον που παίρνει στα σοβαρά τους Μ.Ρ., αλλά τους ίδιους τους Μ.Ρ., ώστε κανείς πλέον να μην μπορεί να τους επικαλεστεί χωρίς να κινδυνεύει να διασυρθεί.

    Πώς αλλιώς να το πω;

    ΑπάντησηΔιαγραφή