Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΡΟΚ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ '80s (...τριάντα δύο χρόνια μετά)

Ελληνική νεολαία και και ροκ στις αρχές της δεκαετίας του '80

Συγγραφέας: Γιώργος Τουρκοβασίλης
Πρώτη έκδοση: εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1984 
Δεύτερη έκδοση: εκδόσεις Στο Περιθώριο, Αθήνα 2016 (με πρόλογο του διδάκτορος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Γιάννη Κολοβού.)
Σελίδες: 192 
 
    

     Στην κοσμογονική του περίοδο (περίπου 1955-1993) ο ροκ -και γενικότερα ο underground- χώρος προσείλκυε κατεξοχήν άτομα με πρόβλημα ταυτότητας. Προσείλκυε δηλαδή ανθρώπους, οι οποίοι είτε λόγω ψυχικών προδιαγραφών, είτε λόγω βιωμάτων, είτε λόγω υγιούς υπαρξιακού αισθητηρίου, είτε λόγω ευφυίας, είτε λόγω παιδείας, είτε λόγω συνδυασμού των προηγουμένων αρνούντο (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) να αναλάβουν τούς προκάτ ρόλους που τους ανέθετε η εκάστοτε θεωρούμενη ως κοινωνία, ή και απλώς να αυτοπροσδιοριστούν μέσω των σημείων αναφοράς της («έθνος», κόμματα, διάφορες «συγκροτημένες» ιδεολογίες, θρησκεία, κρατούσες αντιλήψεις περί οικονομικο-επαγγελματικής ή ερωτικής «επιτυχίας» κλπ.). Στις σύγχρονες κοινωνίες τα άτομα αυτά αποτελούν τα ποιοτικότερα αλλά και το πιο ευάλωτα (σε «εξωτερικούς» ή «εσωτερικούς» κινδύνους) στοιχεία τους. 
   Τα προσφάτως επανεκδοθέντα Ροκ Ημερολόγια του Γιώργου Τουρκοβασίλη αναδεικνύουν το πώς αυτή η αναζήτηση ταυτότητας, όπως εκδηλώθηκε σε ένα μεγάλο (αν και μειοψηφικό) κομμάτι της ελληνικής νεολαίας στα όψιμα '70s και πρώιμα '80s, οδήγησε για πρώτη φορά στον σχηματισμό μιας (τότε) κοινωνικά υπολογίσιμης ροκ κοινότητας στην Ελλάδα. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι η κοινότητα αυτή υπήρξε και το μόνο κομμάτι του πληθυσμού στη νεώτερη ελληνική ιστορία, που κράτησε μια κάπως μαζικότερη επαφή με τα ποιοτικότερα στοιχεία πολιτιστικής και πολιτικής αναζήτησης του δυτικού πολιτισμού, αμφισβητώντας παράλληλα τον βυζαντινισμό / ανατολιτισμό (βλ. ρωμηοσύνη). Αξίζει να σημειωθεί ότι η επανέκδοση τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του (1984) οφείλεται όχι μόνο στο συλλεκτικό status τού βιβλίου, αλλά και στη ζήτηση γι’ αυτό που δεν εξέλειψε ποτέ εντελώς.
  Τα τελευταία εξάλλου χρόνια, με την έκδοση αρκετών εργασιών (επιστημονικών, δημοσιογραφικών, ακόμα και ταινιών και μυθιστορημάτων), σχετικών με τον κοινωνιολογικό και ιστορικό απολογισμό του ροκ φαινομένου όπως εκδηλώθηκε στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον για πρωτογενείς ιστορικές πηγές αυξήθηκε αναμενόμενα, ευνοώντας έτσι την επανέκδοση τού ίσως πλέον σημαντικού ντοκουμέντου εκείνης της εποχής. Σημαντικού, γιατί καταγράφει με έναν απολύτως ιδιαίτερο τρόπο την εγχώρια ροκ κοινότητα στη φάση της δεύτερης καλλιτεχνικής, πληθυσμιακής και συνειδησιακής απογείωσής της, στην οποία βρισκόταν στα πρώιμα '80s (η πρώτη συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του '60 και ως γνωστόν διακόπηκε απότομα από την αποπολιτισμοποίηση της χουντοδεξιάς επταετίας και της εξίσου γραφικής αριστερόστροφης «πολιτιστικής» εκτόνωσης των πρώτων μεταπολιτευτικών ετών).

                                
                                                    
                                                  Metro Decay - Κειμήλια (1982)
   
     Ενδεικτικά, τη -μεταιχμιακή- χρονιά στην οποία σταματάει το βιβλίο (1983), καθώς και τη  χρονιά έκδοσής του (1984) έχουμε μια ομοβροντία ντεμπούτων LPs καθιερωμένων μετέπειτα εγχωρίων συγκροτημάτων (Forward Music Quintet, Villa 21, Yell-O-Yell, Captain Nephos, Μetro DecaySouth Of No North κ.α.), καθώς και την εμβληματική κυκλοφορία της πρώτης ελληνικής πανκ συλλογής (Διατάραξη Κοινής Ησυχίας) από τις πρώτες ανεξάρτητες εγχώριες δισκογραφικές, όπως η Creep, η FMO και η Enigma. Τέτοια φαινομενικώς ξαφνικά γεγονότα αποτελούν απλώς τη σχηματοποίηση μιας κατάστασης που «έβραζε» από το 1980-'81.
    Όσο για την συνέχεια του εγχώριου ροκ φαινομένου στη δεκαετία του '80 (που βεβαίως ήταν αδύνατον να περιληφθεί στο βιβλίο) είναι λίγο έως πολύ γνωστή: μια underground κοσμογονία σχηματισμού συγκροτημάτων και τοπικών μουσικών σκηνών (ακόμα και σε μικρές επαρχιακές πόλεις και σε νησιά), ροκ πειρατικών ραδιοσταθμών (μέχρι το 1989 όπου νομοθετήθηκε η «ελεύθερη ραδιοφωνία» των μηντιαρχών και των βλαχοδημάρχων), ανεξάρτητων δισκογραφικών εταιρειών (Δικαίωμα Διάβασης, Hitch Hyke, Wipe Out!, Ano Kato, Pegasus, Lazy Dog, Penguin κ.α.) «ειδικευμένων» κλαμπς (όπως τα Hima, Πήγασος, Εναλλάξ κ.α.), συναυλιών ελληνικών και ξένων συγκροτημάτων (που συχνά κατέληγαν σε συγκρούσεις με την αστυνομία), συναυλιακών χώρων (ποιός δεν θυμάται π.χ. το Ρόδον ή το Club 22;), fanzines (όπως τα Rollin' Under, Ψυχαγωγός κ.α.), δισκογραφικών κυκλοφοριών αναρίθμητων ξένων συγκροτημάτων (εισαγωγής ή σε ελληνική εκτύπωση), η -επιβλητική- προσθήκη στις εγχώριες ροκ «φυλές» μιάς γκαράζ / ψυχεδελικής (εντός της οποίας κυοφορήθηκε και μία από τις ελάχιστες ελληνικές  ροκ διακρίσεις σε διεθνές επίπεδο, αυτή των Last Drive), η συχνή σύμπλευση της εγχώριας ροκ κοινότητας με τον αποκληθέντα αντιεξουσιαστικό χώρο (π.χ. δωρεάν συναυλίες σε καταλήψεις, ή για συμπαράσταση σε πολιτικούς -δηλ. αναρχικούς- κρατούμενους) κλπ.
    Στα '80s -και μέχρι τα πρώιμα '90s- η Ελλάδα ολοκλήρωσε έστω και ετεροχρονισμένα τη δική της δεκαετία του '60 (κάτι που σήμερα πλέον φαντάζει πιο ξεκάθαρο από ποτέ) και σ' αυτό το βιβλίο έχουμε τη μαγεία τής αρχής του πράγματος

                                    
            
                                          Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης (1984)

   
     Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο, η ανάδειξη από τον συγγραφέα τής σχέσης του προβλήματος αναζήτησης ταυτότητας με τη δημιουργία μιας ροκ / underground κοινότητας, όπως αυτή (η σχέση) λειτούργησε στην Ελλάδα την πρώτη δεκαετία της λεγόμενης μεταπολίτευσης γίνεται με τρεις τρόπους.
   Ο πρώτος έχει να κάνει με τις πολλές και εκπληκτικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του ίδιου του συγγραφέα: αναντίρρητα ο Τουρκοβασίλης επιτυγχάνει να συλλαμβάνει τις «στιγμές». Δεν είναι λίγες οι φορές που έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις στιγμιότυπα από μια κινηματογραφική ταινία που θα ήθελες να υπάρχει. Οι εξαιρετικές φωτογραφίες (ελαφρώς αυξημένες σε αυτή τη δεύτερη έκδοση) δίνουν στο βιβλίο κι έναν ευπρόσδεκτο χαρακτήρα λευκώματος.

              

    Όχι, δεν είναι στημένη φωτογραφία από συνέδριο «αγωνιστών», ούτε εξίσου στημένη χαζοχαρούμενη ομαδική selfie, ούτε κάνει για εξώφυλλο lifestyle φυλλάδας, ή για διαφήμιση εταιρίας κινητής τηλεφωνίας. Είναι κάτι τόσο ανεπιτήδευτο, φυσικό, υγιές και αυθεντικό, που οι μυαλοκαμένοι από το ιδεολογικό ή εταιρικό μάρκετινγκ απλώς δεν θα το αντιληφθούν.   


   Ο δεύτερος τρόπος έχει να κάνει με τις προσωπικές εκτιμήσεις του συγγραφέα. Ο Τουρκοβασίλης διαθέτει όχι μόνο κοινωνικό αισθητήριο αλλά και ευρεία εγκύκλιο παιδεία, όπως και καλλιέργεια, και σε συνδυασμό με τη ματιά του καλού φωτογράφου, έχουμε -για τους «εκτός»- μερικές σύντομες κοινωνιολογικού τύπου επεξηγηματικές απόπειρες σχετικά με τις εγχώριες  ροκ «φυλές» της εποχής. Σε αυτό το σημείο μπορεί βέβαια κάποιος να έχει τις ενστάσεις του. Προσωπικά εξακολουθώ να διαφωνώ απολύτως με τη συμπερίληψη των ντισκόβιων / καρεκλάδων και των  χούλιγκανς ως σχετικών με το ροκ φαινόμενο. Ειδικά οι χούλιγκανς μπορεί να έχουν οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα εκτός από ταυτότητας, αφού είναι απολύτως αυτοπροσδιορισμένοι -και ασφαλείς- στη δική τους μικροκοινωνία. Εξάλλου οι χούλιγκανς αυτοπροσδιορίζονται πρωτίστως μέσω της βιομηχανίας τού θεάματος (ποδόσφαιρο κλπ.) και όχι της ροκ (όπως και οι nazi "punks" αυτοπροδιορίζονται πρωτίστως μέσω του ναζισμού και όχι του πανκ ροκ). Όσο για το ότι η καταχώρηση του χουλιγκανισμού στο ροκ φαινόμενο μοιάζει να «ενθαρρύνεται» από το σταθερό θεματολογικό φλερτ της ροκ  με τις διάφορες μορφές τής νεανικής παραβατικότητας (φλερτ που υπήρχε και προγενέστερα στο μπλουζ ή τη φολκ), δεν παύει να αποτελεί μια διαδεδομένη παρεξήγηση: όχι επειδή οι χούλιγκανς (ή οι ναζί «πανκς»είναι παραβατικοί (εξάλλου το πολιτισμικό underground ως κοινωνικό φαινόμενο διέθετε ανέκαθεν και μια διάσταση -στοχευμένης όμως- παραβατικότητας), αλλά γιατί εκεί πρέπει να καταχωρούνται μόνο όσοι θεωρούν τη ροκ (και, εννοείται, ό,τι αυτή σημαίνει σε υπαρξιακό επίπεδο) ως το κατεξοχήν ειδοποιό χαρακτηριστικό τους. Αν τα οχλοποίμνια των χούλιγκανς ή των ναζί «πανκς» (μαζί με τους τελευταίους κι οι κάθε είδους ιδεολογικά στρατευμένοι εν γένει) υποχρεώνονταν να διαλέξουν μεταξύ της ροκ από τη μία και της (ποδοσφαιρικής ή ιδεολογικής) αγελοποίησής τους από την άλλη, όλοι ξέρουμε τί θα επέλεγαν.
    Ωστόσο ο συγγραφέας, όπως δεν  «θάβει», έτσι δεν ωραιοποιεί καταστάσεις και ομαδοποιήσεις: αντιθέτως προσπαθεί να αφουγκραστεί από μία ίσως ρομαντική σκοπιά το εγχώριο ροκ φαινόμενο, τις ροκ «φυλές», τους εσωτερικούς συνεκτικούς δεσμούς τής κάθε μίας και τις -κάποιες φορές ανταγωνιστικές- μεταξύ τους σχέσεις. Με αυτή την έννοια, η αίσθηση των απόψεων που διατυπώνει βρίσκεται πολύ κοντά σ' εκείνη που δημιουργούν οι εξαιρετικές φωτογραφίες του: αποτελούν, με τον τρόπο τους, μέρος τής συνολικής οπτικής και μαρτυρίας, όπως αυτές εκτίθενται στο βιβλίο.



Κοίτα τί έκανες...


    Ο τρίτος τρόπος έχει να κάνει με τις παρατιθέμενες αφηγήσεις «ανωνύμων» μελών των διαφόρων ροκ «φυλών». Εδώ αναδεικνύεται κατεξοχήν όλη η άγρια χαρά αλλά και η οδύνη τού «να μην χωράς πουθενά» (που μεταγενέστερα έγινε ρεφραίν και τίτλος ενός γνωστού τραγουδιού των θεσσαλονικιών Τρυπών). Αναδεικνύεται η αβεβαιότητα όλων εκείνων των χαρισματικών που επέλεξαν να αναζητήσουν και να βαδίσουν τον προσωπικό τους δρόμο, ο συχνά ασταθής βηματισμός τους, η ανασφάλειά τους, η αμοιβαία απόρριψη μεταξύ αυτών και του περιγύρου, ο αυτοσαρκασμός τους, οι δυσκολίες δόμησης μιας γνήσιας (δηλαδή όχι δοτής) αυτοπαράστασης και ο διαρκής κίνδυνος που διατρέχουν να πέσουν στη γελοιοποίηση (τον οποίο συχνά δεν αποφεύγουν). Αναδεικνύονται επίσης η συχνά ελλιπής κατανόηση, οι παρερμηνείες, οι παρεξηγήσεις και οι -λιγότερο ή περισσότερο- επιτυχείς (ή ανεπιτυχείς) απόπειρες οικειοποίησης ενός αμιγώς δυτικού πολιτισμικού αγαθού απ' τους νέους μιας τριτοκοσμικής και ανατολίτικης χώρας, μέσω του οποίου (ελλείψει κάποιου ανάλογου εγχωρίου) επέλεξαν να εκφραστούν.
   Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που –νομίζουν ότι-  ξέρουν πού πατούν και πού βρίσκονται, όπως με κομματικούς νεολαίους που απαγγέλλουν το ποιηματάκι τους, με στρατευμένους που είναι βέβαιοι για το ποιός είναι κάθε φορά ο «καλός» και ο «κακός» του έργου, με μαθητές / φυτά που λένε απ’ έξω κι ανακατωτά το μαθηματάκι τους, με σχολαστικιστές χομπίστες (που «έμαθαν» για τη ροκ δι' αλληλογραφίας και σήμερα κάνουν επίδειξη «αχρήστων πληροφοριών της εβδομάδας» σε ψαρωμένους νεοφώτιστους), με λαϊφστυλίστες μιας δηθενιάρικης μεσοαστικής «αντισυμβατικότητας», με μεταμοντέρνους "lenin reloaded" σταλινοειδείς που ανακάλυψαν τη ροκ μετά την πτώση του Τείχους (δηλαδή όταν η κομματική επιτήρηση αναπόφευκτα χαλάρωσε - ενώ μέχρι τότε άκουγαν ροκ ημικρυφίως και ενοχικά), ή με υποκριτούληδες μικροαστούς που αμολάνε με ξερολίστικο υφάκι τα σεμνότυφα δημοσιογραφικά κλισέ με τα οποία έχουν προγραμματιστεί. Οι μαρτυρίες αυτές θα προκαλέσουν το αφ' υψηλού γελάκι όλων των κατόχων απολύτων αληθειών, όλων όσων έμαθαν να υπάρχουν με δοτές και ετοιματζίδικες ταυτότητες, όλων όσων δεν αμφισβήτησαν ποτέ τα ρολάκια που τούς ανατέθηκαν και τις ιερές αγελάδες που τους «αποκαλύφθηκαν», όλων όσων διάγουν σε στρούγκες και γενικώς όλων των σοβαροφανών χαχόλων που δεν βίωσαν ούτε για μιά στιγμή την αβεβαιότητα και τους κινδύνους τού να μην ζεις εκ του -ιδεολογικού, θεολογικού κλπ.- ασφαλούς. 

http://freedomgreece.blogspot.gr/2016/06/blog-post_20.html

     Παραθέτω ενδεικτικά την αυτοπαρουσίαση ενός 16χρονου πανκ μετά από τη συναυλία των Bauhaus στην Aθήνα το 1983: «Ντύνομαι πανκ αλλά νιώθω ότι ανήκω σε μια ατομική περιθωριοποίηση κι όχι σε μια ομάδα. Είναι σπαστικό να μου μιλάνε οι άλλοι πανκ στη δική τους διάλεκτο σαν να ’μουνα δικός τους, επειδή φοράω τα ρούχα τους. Πιστεύω στην Αναρχία. Όχι σε μια κλασική ή πανκ αναρχία, αλλά σε μια ψυχεδελική αναρχία. Παλιά πίστευα ότι οι αναρχικοί σπάνε τις βιτρίνες και δέρνουν, τώρα ξέρω ότι τις βιτρίνες τις σπάνε οι χαφιέδες και δέρνουν οι φασίστες. Μαρέσουν οι Echo & the Bunnymen, οι Virgin Prunes, οι Pop Group, οι Cure, οι Birthday Party. Δεν φοβάμαι τους μπάτσους αλλά τους μισώ. Είδα μετά από μια συγκέντρωση εφτά απ’ αυτούς να έχουν πιάσει ένα παιδί, να το ’χουν γονατίσει και να το κλοτσάνε και δίπλα έναν χαφιέ να κρατάει ένα ξύλο και να το χτυπάει από πίσω. Αν έχω σεξουαλικό πρόβλημα, είναι γιατί δεν βρίσκω -και νομίζω δεν υπάρχει- μια κοπέλα που να με καταλάβει. Θεωρώ ανόητο να κάνεις έρωτα μηχανικό χωρίς ψυχική επαφή, όπως κάνουν με τις ξένες τουρίστριες. Δεν μπαίνω σε fast food, roller ούτε σε ντισκοτέκ. Γράφω ποιήματα. Ξεπέρασα και την ανάγκη να ’χω μηχανάκι και μια κιθάρα και να γυρίζω. Το μόνο που θα ’θελα τώρα είναι να ’μαι σ’ ένα νησί, μέσα σε μια σπηλιά και να πάθω ψυχοπλάκωμα μέχρι να αυτοκτονήσω».



     Θυμάμαι ότι όταν είχα πρωτοδιαβάσει τα Ροκ Ημερολόγια σαν μαθητής Λυκείου την εποχή που εκδόθηκαν, δεν μου είχαν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση ούτε με είχαν πληροφορήσει για κάτι που δεν ήξερα (πράγμα λογικό αφού ζούσα μέσα στην περιγραφόμενη κατάσταση). Έτσι είχα θεωρήσει ότι απευθύνονταν κυρίως στους «εκτός» κατάστασης. Αυτή όμως η επανέκδοση δείχνει να απευθύνεται ακριβώς σε όσους έζησαν το ροκ φαινόμενο στην Ελλάδα την εποχή που συνέβαινε και γι' αυτό δεν είχαν χρόνο να κρατάνε σημειώσεις, να συγκρατούν την κάθε «άχρηστη πληροφορία της εβδομάδας» (για να πουλάνε εξυπνάδες σε χάσκοντες αδαείς τριάντα χρόνια μετά) ή να φτιάχνουν με επιδειξισμό (και με τα λεφτά του μπαμπά τους) βαρβάτες δισκοθήκες (με δίσκους που τους άκουγαν κλεισμένοι στους τέσσερεις τοίχους του καβουκιού τους, νομίζοντας ότι έτσι θα αποκτήσουν ως διά μαγείας και εκ του ασφαλούς κάτι από την αντιηρωική γοητεία μιας αυθεντικής αντισυμβατικότητας, που κάποιοι άλλοι βίωναν με προσωπικό κόστος). 
    Έτσι, πολλοί τότε έφηβοι και σημερινοί μεσήλικες θα βρουν σε αυτούς τους εγχώριους επιγόνους τού Επαναστάτη Χωρίς Αιτία ένα κομμάτι από τον παλιό (;) εαυτό τους (το οποίο εύχομαι να το έχουν σήμερα μετατρέψει στο δυνατότερό τους σημείο και να έχουν μάθει να το χειρίζονται σαν όπλο). Ίσως μάλιστα να νιώσουν και τυχεροί ως δημιουργοί ενός -μέχρι σήμερα επιμελώς απαξιωμένου από τη δεξιόστροφη και αριστερόστροφη (β)ρωμηοσύνη- κομματιού τής εγχώριας Κοινωνικής Ιστορίας, η επιδραστικότητα του οποίου μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να αναγνωρίζεται και να ερευνάται. Για χάρη όλων αυτών, λοιπόν, ο Τουρκοβασίλης θα ήταν ο πλέον κατάλληλος να επιχειρήσει κάποτε όχι απλώς μια επανέκδοση αλλά μια εντελώς νέα με τίτλο Τα Ροκ Ημερολόγια: τρεις δεκαετίες μετά.

Θ.Λ.


Δείτε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου