Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ (ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ) ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ (ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ): ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ



      Παγκοσμιοποίηση της κυριαρχίας: μια πολύ παλιά (ρωμαϊκή) ιστορία



    Το 178 «μ.Χ.» στο έργο του Αληθής ΛόγοςΚατά Χριστιανών) ο έλληνας φιλόσοφος Κέλσος υπήρξε ο πρώτος διανοούμενος στην Ιστορία που αποδόμησε με επιστημονική φιλοσοφική και ιστορική επιχειρηματολογία την ιουδαϊκή αίρεση τού χριστιανισμού (τον ακολούθησαν στον 3ο αιώνα ο Πορφύριος και στον 4ο ο Ιουλιανός, καθώς και πολλοί άλλοι μικρότερης σημασίας διανοούμενοι, από τα έργα των οποίων –όπως και του Κέλσου- γνωρίζουμε μόνο αποσπάσματα, αφού όλα τα αντίγραφά τους καταστράφηκαν για ευνόητους λόγους από τους μετέπειτα αγιοποιημένους χριστιανομεσαιωνιστές αυτοκράτορες).
    Ωστόσο ο στόχος τού Κέλσου δεν ήταν η επιστημονική αποδόμηση της καταφανώς αρρωστημένης και αντιαισθητικής χριστιανικής κοσμοθεώρησης, η οποία εξάλλου προκαλούσε ανέκαθεν το συγκαταβατικό γέλιο αλλά και την αποστροφή κάθε -επιστημονικώς ή στοιχειωδώς- σκεπτόμενου ανθρώπου στη ρωμαϊκή επικράτεια: η διανοητική «ενασχόληση» με τον χριστιανισμό έμοιαζε με το να κλωτσάς άνανδρα ένα πτώμα ή έναν διανοητικά καθυστερημένο, και θεωρείτο υποτιμητική για έναν διανοούμενο. Στόχος του Κέλσου δεν ήταν ούτε το να πειστούν οι αρχές για τον διανοητικό κίνδυνο τού χριστιανισμού και να εξαπολύσουν ιδεολογικές διώξεις εναντίον του. Άλλωστε, διώξεις ιδεών (και ειδικά θρησκευτικών) δεν έγιναν ποτέ στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία πριν την επιβολή του χριστιανισμού (όπως έχουν αποδείξει σύγχρονοι ιστορικοί σαν την Κάντιντα Μος και τον Καρλχάιντς Ντέσνερ οι χριστιανοί ουδέποτε διώχθηκαν σοβαρά - αντιθέτως ήταν ο χριστιανισμός που, αφότου άρπαξε την εξουσία, υπήρξε ο μεγαλύτερος ιδεολογικός διώκτης, γενοκτόνος και εγκληματίας της Ιστορίας). Ο στόχος του Κέλσου ήταν πρακτικός: να πειστούν οι χριστιανοί να στρατευθούν  χωρίς να αλλάξουν τη θρησκεία τους στο πλευρό των αυτοκρατόρων εναντίον των αμέτρητων βαρβαρικών ορδών (γοτθικά φύλα, ούνοι, σλάβοι κ.α) που είχαν κάνει κυριολεκτικά «σουρωτήρι» τα βορειοανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας. Το τελικό επιχείρημα του Κέλσου προς τους χριστιανούς ήταν εξίσου απλό: η Ρώμη αντιπροσωπεύει τον πολιτισμό και οι εισβολείς τη βαρβαρότητα, επομένως αν οι βάρβαροι κατακλύσουν την αυτοκρατορία θα σήμαινε το τέλος του πολιτισμού, και συνακόλουθα τής προστασίας που αυτός παρέχει και σε σας τους χριστιανούς ώστε να συνεχίσετε να πιστεύετε στις αρλούμπες σας.

 



    Γιατί όμως, ούτε ο Κέλσος, αλλά ούτε και οι επίγονοί του πολέμιοι τού χριστιανισμού δεν έπεισαν (παρά τη συντριπτική επιχειρηματολογία τους) τους χριστιανούς υπηκόους τής απέραντης εκρωμαϊσμένης επικράτειας;
    Ο Κέλσος, όπως και σύμπασα η διανόηση της αυτοκρατορίας, εξέφραζε ένα είδος πολιτισμικού εθνικισμού, που (εκτός του ότι δεν καταργούσε, αλλά απλώς τροποποιούσε τον εθνικισμό), έτρεφε αξιώσεις παγκοσμιότητας: η Ρώμη δεν ήταν πια μια τειχισμένη πόλη, αλλά μια ατείχιστη οικουμένη που -θεωρούσε ότι- απευθυνόταν στους πάντες ανεξαρτήτως «εθνικής» καταγωγής, χρώματος, ερωτικού προσανατολισμού, ιδεολογίας / θρησκείας κλπ., μια διεθνώς καταξιωμένη κουλτούρα / πρότυπο που είχε τελικά γοητεύσει ακόμα και τούς -υποταγμένους και μή- εχθρούς της (όταν στις αρχές τού 5ου αιώνα οι αυτοκράτορες άρχισαν να εγκαταλείπουν μία μία τις βορειοευρωπαϊκές επαρχίες τους, οι εκεί εκρωμαϊσμένοι υπήκοοι βρέθηκαν σε απόγνωση), ένας τρόπος ζωής με ακατανίκητη αίγλη, ένα πολιτισμικό λίκνο με γεωγραφική και χρονική έκταση που δεν είχε γνωρίσει (και δεν ξαναείδε έκτοτε) ο κόσμος. Η Pax Romana υπήρξε μακράν η ειρηνικότερη και «ομαλότερη» περίοδος της Ιστορίας (σχεδόν πέντε αιώνες), ενώ η Mare Nostrum το πιο ασφαλές χωνευτήρι λαών και επιμέρους (δηλαδή «εθνικών») πολιτισμών. Η Ρώμη υπήρξε ένα πολιτισμικό έθνος, δηλαδή μή βασισμένο στις παραδοσιακά εννοούμενες (τότε και σήμερα) ως «εθνικές» (φυλετικές, εδαφικές κλπ.) έννοιες. Η Ρώμη άρχισε σαν ένα τοπικό επεισόδιο και κατέληξε παγκοσμιότητα, με συμπαγή ελληνόφωνη και λατινόφωνη διανόηση και –φαινομενικώς- κοινή πληθυσμιακή «εθνική» συνείδηση.
    Γιατί όμως φαινομενικώς κοινή; Γιατί, απ’ ό,τι αποδείχθηκε δεν ήταν και τόσο κοινή. Οι διανοητικές σχηματοποιήσεις τού Κέλσου και των λοιπών αντιχριστιανών διανοουμένων (Πορφύριος, Ζώσιμος, Ευνάπιος, Ιεροκλής, Ιουλιανός, Μάρκος Αυρήλιος, Αμμιανός Μαρκελίνος κ.α.) είχαν αφήσει απ’ έξω τα εκατομμύρια των δούλων, οι οποίοι (σύμφωνα με τη ρωμαϊκή νομοθεσία) δεν ανήκαν στο ανθρώπινο είδος, αλλά αποτελούσαν έμβια εμπράγματο περιουσία, όπως τα υποζύγια, τα πουλερικά, τα βοοειδή, τα διάφορα κατοικίδια κλπ. Επίσης (πράγμα ακόμα πιο σημαντικό από κοινωνικο-οικονομικής πλευράς) είχαν αφήσει απ’ έξω την άρχουσα ελίτ των δουλοκτητών (κυρίως την τάξη των γαιοκτημόνων). Τόσο οι άξεστοι και αγράμματοι δουλοκτήτες, όσο και οι εξίσου αγράμματοι δούλοι τους ένιωθαν -και ήσαν- έξω από τις αναζητήσεις και τους προβληματισμούς των διανοουμένων και των μεσαίων αστεακών στρωμάτων (ιστορικώς παραδοσιακής «δεξαμενής» των μορφωμένων, των καλλιεργημένων, των διανοουμένων ή «απλώς» των σκεπτομένων). 



 Εξεγερμένοι σκλάβοι από τον στρατό τού Σπάρτακου σταυρωμένοι στην Απία Οδό το 71 "π.Χ.". Στιγμιότυπο από την ταινία Σπάρτακος του Στάνλεϋ Κιούμπρικ (1960).

      Εξεγερμένοι σκλάβοι από τον στρατό τού Σπάρτακου σταυρωμένοι στην Αππία Οδό το 71 "π.Χ.". Στιγμιότυπο από την ταινία Σπάρτακος του Στάνλεϋ Κιούμπρικ (1960).

  

       Σε αντίθεση με την αρχαία Ελλάδα όπου βάση τής οικονομίας αποτελούσε ο ανεξάρτητος αγρότης ή τεχνίτης (βλ. π.χ. τις παρατηρήσεις του Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου), στη Ρώμη η δουλεία ήταν η αδιαφιλονίκητη βάση της παραγωγής. Στην Ελλάδα (με την εξαίρεση της Σπάρτης) η εξαρτημένη εργασία σε οποιαδήποτε μορφή της (δουλεία, δουλοπαροικία, ειλωτεία, μισθωτή εργασία) υπήρξε περιστασιακό και περιορισμένο φαινόμενο, και δεν αποτέλεσε κοινωνική ή οικονομική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα βρίσκουμε τη μοναδική κατηγορηματική μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση αμφισβήτηση της δουλείας, τόσο στη Φιλοσοφία και την Ανθρωπολογία, όσο και στην Τέχνη (π.χ. στο θέατρο). Μάλιστα οι νομοθεσίες των ελληνικών πόλεων θεωρούσαν τους δούλους ως απλώς άτυχους ανθρώπους (π.χ. αιχμάλωτοι πολέμου) για τους οποίους συνήθως προβλεπόταν και μια σειρά, έστω και απολύτως στοιχειωδών, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αδιανόητων για τη Ρώμη (απαγόρευση φόνου ή βασανισμού δούλου, δικαίωμα τού δούλου να καταγγείλει τον ιδιοκτήτη του για ο,τιδήποτε, δικαίωμα προσφυγής του δούλου στα ιερά της πόλης ως ικέτου, αποδοχή υπό προϋποθέσεις των δούλων ως μαρτύρων στα δικαστήρια, μαζικές απελευθερώσεις δούλων σε περίπτωση που πολεμούσαν υπέρ της πόλης κλπ.). 
      Αντίθετα με την Ελλάδα, η Ρώμη δεν θα είχε υπάρξει ούτε μια ώρα χωρίς τη δουλεία, τής οποίας κατασκεύασε την πιο στυγνή, στέρεα και σιδηρόφρακτη ιστορική εκδοχή. Στη Ρώμη η δουλεία είχε ανέκαθεν ισχύ συμπαντικού νόμου και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους διανοούμενους ή οποιουσδήποτε άλλους ταγούς τού καθεστώτος (πολιτικούς, γραφειοκράτες, ιερείς, δουλοκτήτες κλπ.). Ο χριστιανισμός απλώς επικύρωσε με πρόσθετη ιδεολογική (=θεολογική) ισχύ αυτή την κατάσταση (όλοι ανεξαιρέτως οι χριστιανοί «πατέρες» από τον Ιωάννη «Χρυσόστομο» και τον Αυγουστίνο μέχρι τον Λούθηρο, εγκωμίασαν τη δουλεία ως θεόθεν σταλμένη κατάσταση, κάτι αδιανόητο για την κατασυκοφαντημένη «ειδωλολατρεία»). 
     Έτσι εξηγείται και η επιτυχία του χριστιανισμού στους αγράμματους και τους διανοητικά καθυστερημένους (που συνήθως απαντώνται τόσο στα ανώτερα όσο και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα). Οι αφέντες ήθελαν τον χριστιανισμό γιατί καθαγίαζε τη δουλεία και διαιώνιζε την κυριαρχία τους. Οι δούλοι τον ήθελαν γιατί κολάκευε την κατωτερότητα και την αδυναμία τους, τους απάλλασσε από την ευθύνη να εξεγερθούν  και τους υποσχόταν «αιώνιες» ανταμοιβές σε κάποιον «άλλον» κόσμο (μπροστά στον οποίο ο μοναδικός πραγματικός απαξιώνεται χριστιανικότατα ως μια ωχρή και απατηλή σκιά).




     Ρώμη και χριστιανισμός: δύο παραδείγματα τού πώς ο εθνικισμός μπορεί να μεταλλαχθεί σε «διεθνισμό»

    Τον 1ο αιώνα (δηλαδή επί αποστόλου Σαούλ, που είναι και ο πραγματικός ιδρυτής του χριστιανισμού) οι χριστιανοί ήσαν κάποιοι ιουδαίοι αιρετικοί, αποκηρυγμένοι από την εκρωμαϊσμένη ιουδαϊκή ελίτ, οι οποίοι κατάφεραν να «διεθνοποιήσουν» το πρόβλημά τους κάνοντας ένα «αντεθνικό» ιδεολογικό άνοιγμα σε μή ιουδαίους. Έτσι ο εθνογενής ιουδαιοχριστιανισμός έγινε μια θρησκεία που απευθυνόταν σε κάθε απόκληρο του ρωμαϊκού πολιτισμού, σε κάθε ξεριζωμένο (κυρίως δούλους) και σε κάθε κοινωνικά αποκλεισμένο που μισούσε -με το δίκιο του- τον ρωμαϊκό «πολιτισμό» (των λουτρών αίματος των αρενών, των δουλοκτητών γαιοκτημόνων, της ελιτίστικης διανόησης που απέκλειε όσους δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μορφωθούν, του «δικαίου» της κοινωνικής καταγωγής κλπ.). Τον 2ο αιώνα, οι χριστιανοί στους οποίους απευθυνόταν ο Κέλσος ήσαν ακόμα οι παντοιοτρόπως κοινωνικά αποκλεισμένοι τής αυτοκρατορίας (στην πλειοψηφία τους δούλοι, ή απελεύθεροι που δεν τους επιτρεπόταν να ενταχθούν κοινωνικά, ή φορολογικά πληθυσμιακά υποζύγια ατελώς εκρωμαϊσμένων και υποβαθμισμένων περιοχών τής αυτοκρατορίας), που καθόλου (και ορθότατα) δεν τους ενδιέφερε αν θα είχαν στον σβέρκο τους τον ρωμαίο (ή «εκρωμαϊσμένο») γαιοκτήμονα, τον ρωμαίο (ή εκρωμαϊσμένο) τοποτηρητή ή φοροεισπράκτορα, ή τον βάρβαρο γότθο ενδεχόμενο αντικαταστάτη των προηγουμένων (για να μην πούμε ότι ίσως έβλεπαν τον τελευταίο σαν πολιτισμικά εγγύτερό τους και σαν ελευθερωτή τους).
      Στον 3ο αιώνα ο χριστιανισμός έχει πλέον αρχίσει να πείθει και τη ρωμαϊκή οικονομική ελίτ για τα πλεονεκτήματά του: μπορεί να την καθησυχάσει ότι δεν την απειλεί αφού είναι μια θρησκεία για δούλους, οι οποίοι έχουν ανάγκη από επίγειους αφέντες / εικόνες του «Θεού». Έτσι οι κοινωνικώς αποκλεισμένοι μπορούσαν να προσεγγιστούν από τους κυριάρχους με τους δικούς τους όρους (των κυριάρχων) και να κατευναστούν. Με αυτόν τον τρόπο, ενώ ο χριστιανισμός άρχισε σαν μια εθνικιστική υπόθεση τού πιο καθυστερημένου, αιμοσταγούς, ρατσιστή, γενοκτόνου και βάρβαρου συρφετού όλων των εποχών (ιουδαίοι), διεθνοποιήθηκε σε ιδεολογία τής υποταγής και καθυποταγής.
   
    Τελικά η Ρώμη (ή, για την ακρίβεια, η άρχουσα οικονομική της ελίτ) επέλεξε προοδευτικά ως ιδεολογία της τον χριστιανισμό και όχι την καρικατούρα ελληνικού πολιτισμού που προέβαλε μέχρι τότε ως «μόστρα» της.
     Η περίπτωση της Ρώμης αποδεικνύει ότι οποιαδήποτε ιδεολογία κι αν επιλέξει η Κυριαρχία, θα εξυπηρετεί πάντα την κατοχύρωσή της. Όταν η Ρώμη άρχιζε τις κατακτήσεις της το έκανε με την ιδεολογία της εθνοτικής καταγωγής και τής «φυλής». Όσο προχωρούσε, βρισκόταν στην ανάγκη να αλληλεπιδρά ιδεολογικά και πολιτισμικά με τους κατακτημένους, μέχρι που έχασε τελείως την αρχική της ταυτότητα. Κάθε Κυριαρχία που επεκτείνεται, αναγκαστικά κάνει βήματα προς την παγκοσμιοποίησή της, κι αυτό μέχρι να φτάσει σε ένα ιστορικά προσδιορισμένο σημείο ολοκλήρωσης ή να «σκοντάψει» και να αποσυντεθεί.
     Ειδικότερα, αποδεικνύει ότι μια Κυριαρχία σε φάση επέκτασης / παγκοσμιοποίησής της θα απαξιώσει τα επιμέρους (= «εθνικά») κυριαρχικά ιδεολογικά μορφώματα (ακόμα και τα γενεσιουργά της) ως απαρχαιωμένα και διασπαστικά, και θα επιλέξει ψευδο-οικουμενικές μορφές ιδεολογίας. Κι επειδή οι κυρίαρχοι, με τη διανοητική τους καθυστέρηση και την ψυχική τους ανωριμότητα (κομπλεξισμός, ανασφάλεια, καχυποψία, μίσος για όποιον τούς αμφισβητεί κλπ.) είναι παντελώς ανίκανοι να παράγουν γνήσια πανανθρώπινες αξίες και ιδέες (δηλαδή που να αφορούν σε όλους), έπεται ότι θα τις κλέψουν -και θα τις διαστρεβλώσουν καταλλήλως- από τους αυθεντικούς και τους ψυχικά υγιείς. Έτσι η Ρώμη πήρε μερικές εργαλειακές πλευρές του ελληνικού πολιτισμού (πολεμική τακτική, αρχιτεκτονική, αλφάβητο, ρητορική, ενδυματολογία κλπ.), διαστρέβλωσε κάμποσες άλλες (π.χ. την έννοια του νόμου, ο οποίος στους έλληνες ήταν αποτέλεσμα απόφασης τής συνέλευσης των πολιτών, ενώ στους ρωμαίους τής θέλησης του μονάρχη ή/ και της Συγκλήτου) και σκάρωσε έναν ελληνοφανή ημιβάρβαρο «πολιτισμό» με περιεχόμενο εντελώς ανατολίτικου / μοναρχικού τύπου.
    Αποδεικνύεται επίσης ότι οι αυθεντικά πανανθρώπινες (παγκόσμιες) ιδέες και αξίες αναδύονται και επιβάλλονται ως γνήσια τέκνα της Ανάγκης (όπως συνέβη π.χ. στην κλασική Ελλάδα), και όχι μέσω τής –οποιαδήποτε μορφής- Κυριαρχίας που κομπάζει ότι μιλάει εξ’ ονόματός τους.
    Τέλος, αποδεικνύεται ότι ακόμα και γνήσια ρατσιστικές και εθνικιστικές ιδεολογίες σαν τον ιουδαϊσμό και τις αιρέσεις του, κάποιες φορές αναγκάζονται να ανοιχθούν / διεθνοποιηθούν προκειμένου να επιβιώσουν (όπως έκαναν ο χριστιανισμός και ο ισλαμισμός). Το αποτέλεσμα είναι να παράξουν ιδεολογίες παγκοσμιοποίησης (και καθυποταγής). Γιατί, διαμέσου της διεθνοποιημένης χριστιανικής του αίρεσης, ο ιουδαϊσμός όχι μόνο αποτέλεσε την πρώτη επιτυχή ιδεολογία παγκοσμιοποίησης στην Ιστορία, αλλά κράτησε στο ίδιο επίπεδο σκλαβιάς αυτούς που υποτίθετο ότι θα απελευθέρωνε: ο χριστιανικός ιουδαϊσμός όχι μόνο δεν κατήργησε τη δουλεία, αλλά αντιθέτως, όπως προανεφέρθη, την επικύρωσε και την καθαγίασε θεολογικά. Ο χριστιανο-ιουδαϊσμός έσωσε τελικά τη Ρώμη που αποσυντίθετο, και ό,τι αυτή αντιπροσώπευε.

   
                              
   "Οι περισσότεροι (εθνοκολλημένοι και "κοσμοπολίτες") γουστάρουν τον Αλέξανδρο τον σκατιάρη"



       Και οι γραφικοί επίγονοι της Ρώμης

    Ο ρωμαϊκός τύπος κυριαρχίας δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί τη σταθερή ονείρωξη και το κορυφαίο σημείο αναφοράς όλων των κυριάρχων ελίτ που εμφανίστηκαν έκτοτε στο εκάστοτε ανεπτυγμένο κομμάτι του δυτικού κόσμου (στο λιγότερο ανεπτυγμένο, όπως στην ανατολική Ευρώπη, αναπτύχθηκαν βραχύβιες γραφειοκρατικές –σταλινομαοϊκές- δεσποτείες, συγγενείς του γνωστού ασιατικού τύπου). Από τον μεσαιωνικό Καρλομάγνο και τους εξίσου μεσαιωνικούς «βυζαντινούς» αυτοκράτορες (εκ των οποίων ούτε ένας τους δεν ήταν ελληνικής παιδείας ή έστω ελληνικής καταγωγής), μέχρι τον Βοναπάρτη, τον ευρωπαϊστή Χίτλερ και την «Ευρωπαϊκή» Ένωση (των διαφόρων σωβινιστών τύπου Ντε Γκώλ ή / και  των διαφόρων σημερινών «κοσμοπολιτών» γραφειοκρατών επιγόνων τους), ο ρωμαϊκός τύπος κυριαρχίας (η «ρωμαϊκή ιδέα») αποτέλεσε το εκάστοτε μεθερμηνευόμενο πρότυπο οικουμενικής κυριαρχίας (οικονομικής, κοινωνικής, «πολιτισμικής» κλπ.).  Μάλιστα είναι εξόφθαλμη η διαχρονική ιδεολογική τυποποίηση των κυριάρχων: οι ιδεολογίες όλων των επιγόνων / νοσταλγών της Ρώμης ήσαν και παραμένουν μια καταγέλαστη σαλάτα από ψευδεπίγραφο «ελληνικό» πολιτισμό: προσωπολατρείες ψυχικά διαταραγμένων τυχοδιωκτών τύπου Αλέξανδρου ή περιθωριακών διανοουμένων προγόνων τού φασισμού τύπου Πλάτωνα, που κανείς τους δεν απέκτησε ποτέ οποιαδήποτε σχέση με αυτό που θεωρείται ως κορμός του κλασικού πολιτισμού (αυθεντικός φιλοσοφικός και πολιτικός λογισμός, δηλαδή η φιλοσοφία ως αναζήτηση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων και η δημοκρατία ως απουσία κυβέρνησης / κοινωνική αυτοκυβέρνηση), από ιουδαϊκή αιρεσιολογία (=χριστιανισμός) και φυσικά από Ρώμη (ρωμαϊκή συγκλητική «δημοκρατία», ρωμαϊκό «δίκαιο», ρωμαϊκή οργάνωση της παγκόσμιας Κυριαρχίας, ρωμαϊκή «πολιτισμική» δικαιολόγηση της επεκτατικότητας, ρωμαϊκή καπηλεία του πολιτισμού άλλων  κλπ.).

     «Ελλάδα» (όχι φυσικά της αυθεντικής δημοκρατίας ή φιλοσοφίας αλλά των μακεδονικών μοναρχιών, ή της «εκλεπτυσμένα» τυραννόφιλης σωκρατοπλατωνικής «Πολιτείας» και των αυτοκλήτων επαϊόντων της - και πάνω απ’ όλα της αντιπροσωπευτικής ψευδεπίγραφης «δημοκρατίας»), ιουδαιοχριστιανικός σκοταδισμός (ως ομολογημένη «ιστορική κληρονομιά» έστω και διαχωρισμένη από τους κοσμικούς θεσμούς) και Ρώμη (ως αντίληψη περί οργάνωσης της κυριαρχικής «ενοποίησης») είναι αυτά που συνθέτουν (έστω και με ελαφρώς «διαφορετική» κάθε φορά δοσολογία) τη διαχρονική ιδεολογία της Κυριαρχίας στον δυτικό κόσμο, είτε μιλάμε για τους γαλαζοαίματους μεσαιωνικούς δυνάστες, είτε για τους μιλιταριστές πολιτικοστρατιωτικούς ηγετίσκους της Νεωτερικότητας, είτε για τους πολυδιαφημισμένους ως «οραματιστές» ιδρυτές της «Ευρωπαϊκής» Ένωσης (και τους μεταμοντέρνους κληρονόμους τους στα συνωμοτικά μυστικοσυμβούλια των Βρυξελλών).         
    Υποκριτές και ηθικολόγοι κήρυκες της «δημοκρατίας» (αρκεί αυτή να είναι … δι’ αντιπροσώπου, ώστε να μην αποφασίζει η κοινωνία – στην οποία, μάλιστα, κουνάνε απειλητικά ή επιτιμητικά το δάχτυλο αν διαισθανθούν ότι απειλούνται από τις επιλογές της σε κάποιο δημοψήφισμα), αλλά πάνω απ’ όλα θιασώτες τής αλά ρωμαϊκά «διεθνιστικής» (=παγκοσμιοποιητικής) ενοποίησης (ξανά επίσης σαν τους μεσαιωνικούς και νεώτερους  ευρωπαίους μονάρχες, τους ναζί και τους καθαγιασμένους ως «οραματιστές» της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης»), όλοι αυτοί οι (πότε εθνικιστές και πότε «κοσμοπολίτες», πότε «ορθολογιστές» και πότε χριστιάναροι, πότε φασίστες και πότε «δημοκράτες», πότε «έλληνες» και πότε ρωμαίοι) καιροσκόποι χαμαιλέοντες  απέδειξαν με το ανακόλουθο προσωπικό τους παράδειγμα ότι ο εθνοπατριωτισμός και ο κοσμοπολιτίστικος ψευτοδιεθνισμός  είναι οι δύο όψεις του ίδιου –κυριαρχικού- νομίσματος.


  Αντιπροσωπευτικό δείγμα εγχωρίων εθνικιστών, φασιστών, τραμπούκων αλλά και  "κοσμοπολιτών", "διεθνιστών" και υπερμάχων της "ευρωπαϊκής" ιδέας. Μάλιστα το κόμμα όπου στεγάζονται σήμερα αυτοπροβάλλεται ως το πιο φανατικά "ευρωπαϊστικό" και ως το μόνο αξιόπιστο απέναντι στους "ευρωπαίους εταίρους" δανειστές του, ώστε να διασφαλίσει τη συνέχιση του δανεισμού προς το παρασιτικό πελατειακό ψευδοκράτος.

     

       
     Μα πόσο ευρωπαίοι και … «διεθνιστές» είναι τελικά αυτοί οι λάβροι «ευρωπαϊστές» και λοιποί ευρωλαϊκιστές «κοσμοπολίτες»;

     Οι θιασώτες της παγκοσμιοποίησης επιδιώκουν να σκαρώσουν έναν πολιτισμικό εθνικισμό, πανομοιότυπο με τον ρωμαϊκό. Όπως τα «εθνοκράτη» φαντασιώνονταν ότι αποτελούν αιώνιες αλήθειες και σκάρωναν ανάλογες υβριδικές «εθνικές» ιδεολογίες προκειμένου να παρουσιάζονται ως «ιστορικώς νόμιμοι» κληρονόμοι και ως αποκλειστικοί συνεχιστές κάποιου θεωρούμενου ως σπουδαίου παρελθόντος, έτσι και η «Ε.» Ε. ήρθε για να κομίσει γλαύκα εις τα Αθήνας και για να καπηλευτεί κάτι στο οποίο δεν είχε την παραμικρή συμμετοχή: στην πραγματικότητα οι ταγοί της «Ε.» Ε. και γενικώς κάθε παγκοσμιοποίησης έχουν τόση σχέση με τον ελληνικό ή δυτικό ή ευρωπαϊκό (το ίδιο είναι) πολιτισμό, όση είχαν και οι ρωμαίοι. Ωστόσο, ό,τι εξανθρωπισμένο και ευγενές χαρακτηρίζει την Δύση / Ευρώπη είναι αποτέλεσμα των αγώνων των ευρωπαϊκών λαών, προϋπήρχε αιώνες (Διαφωτισμός, Αναγέννηση) ή και χιλιετίες (κλασική Ελλάδα) πριν την ίδρυση τόσο των «εθνών – κρατών» όσο και της «Ευρωπαϊκής» Ένωσης, και θα εξακολουθήσει υπάρχει και χωρίς αυτά και αυτήν (και μάλιστα πολύ καλύτερα).
    Το «έθνος – κράτος» αποτέλεσε ιστορική επινόηση της αστικής τάξης προκειμένου να διευρύνει το πεδίο δραστηριότητάς της («αγορά») και να καταργήσει τους φεουδαρχικούς περιορισμούς στη διακίνηση των εμπορευμάτων (λ.χ. τα «διαπύλια» τής φεουδαρχικής Ευρώπης). Αργότερα (μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο) οι καπιταλιστές επιχείρησαν πιο διευρυμένα πεδία δραστηριότητας δημιουργώντας πολυκρατικές ενώσεις και οργανισμούς («Ε.»Ο.Κ., διάφορες διεθνείς εμπορικές ή άλλες συμφωνίες κλπ.).  Η παγκοσμιοποίηση ειδικά της καπιταλιστικής κυριαρχίας (αποκλειστικός λόγος για τον οποίο οι καπιταλιστές ιδρύουν πολυκρατικούς οργανισμούς και ενώσεις) έχει σαν μοναδικό στόχο το να μην υπάρχουν εμπόδια (σύνορα, τελωνεία, διαφορετικά νομίσματα, «αντιεπενδυτικά» φορολογικά συστήματα κλπ.) στις δραστηριότητες των κεφαλαιοκρατών. Έχει σαν στόχο το να μπορεί ο κάθε καπιταλιστής π.χ. να αποφεύγει τη φορολογία στις χώρες δραστηριότητάς του και να εξάγει το παραδάκι του σε «φορολογικούς παραδείσους», ή να εισβάλλει «χωρίς περιορισμούς» σε μια πρώην «εθνική» οικονομία ώστε να εξαφανίσει τους αδυνατότερούς του εγχώριους καπιταλιστές, ή να μπορεί να πουλάει ανεμπόδιστος από «εθνικές» νομοθεσίες επικίνδυνα για τη δημόσια υγεία προϊόντα (όπως γενετικά τροποποιημένες σκουπιδοτροφές – βλ. διηπειρωτικές συμφωνίες όπως η TTIP / CETA) ή (μέσω της «ελεύθερης μετακίνησης») να αυξάνει / αποδυναμώνει το εργατικό δυναμικό κάθε χώρας με σκοπό να προκαλείται «ανταγωνιστικότητα» στην «αγορά εργασίας» και να πέφτει συνεχώς η τιμή της. Τα υπόλοιπα που προβάλλονται ως θετικά της παγκοσμιοποίησης (η «ειρήνη», η «ευημερία» και ειδικά η «ελεύθερη» μετακίνηση χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα ... για ψώνια – αυτό μας μάρανε) είναι λαϊκιστικά παραμύθια της Χαλιμάς, που, όπως και στη Ρώμη, έτσι και στα σύγχρονα παγκοσμιοποιούμενα μορφώματα σαν την «Ε.» Ε., είναι ζήτημα αν αφορούν έστω και στο ήμισυ του πληθυσμού τους.

      Όταν μιλούν για δημοκρατία δεν εννοούν φυσικά αυτό που εννοούσαν οι ιδρυτές της κλασικοί έλληνες (και αυτό που εννοούν έκτοτε όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί φιλόσοφοι): απουσία κυβέρνησης (άρα και κράτους) και λήψη όλων των αποφάσεων απευθείας από την κοινωνία χωρίς τη «διαμεσολάβηση» πολιτικών μεσιτών (βλ. «αντιπροσώπων»), χωρίς την παραπλανητική σημερινή «διάκριση εξουσιών» (όπου η κοινωνία ούτε νομοθετεί, ούτε δικάζει, ούτε εκτελεί, αλλά εκχωρεί εν λευκώ αυτό το δικαίωμά της σε διάφορους αυτόκλητους διαπλεκόμενους «ειδικούς», οι οποίοι εν συνεχεία «διακρίνουν» μεταξύ τους τις αρμοδιότητες), χωρίς εκλογές αρχόντων (αλλά υποχρεωτική εκ περιτροπής ή δια κλήρου θητεία όλων των πολιτών στους θεσμούς, όπου οι –άμεσα ανακλητοί- υπηρετούντες θα έχουν αποκλειστικά εκτελεστικές -και με κανέναν τρόπο αποφασιστικές- αρμοδιότητες). Εννοούν παντοδύναμα παγκόσμια διευθυντήρια (αντάξια της ρωμαϊκής Συγκλήτου σε αδιαφάνεια, συνωμοτικότητα και μηχανορραφία), που θα αντικαταστήσουν τα περιορισμένα σε «εθνική» κλίμακα. Εννοούν ένα ολοκληρωτικό Υπερκράτος στη θέση των απαρχαιωμένων πλέον –και αναποτελεσματικών για την Κυριαρχία- «εθνικών».
      Θαυμάζουν το αυτοκρατορικό Ρωμαϊκό Δίκαιο το οποίο θεωρούν ως πρότυπο για τα σύγχρονα δυτικά, ενώ είναι γνωστό ότι στους αυθεντικούς έλληνες (δηλαδή της αρχαϊκής και κλασικής εποχής) οι οποιοιδήποτε νόμοι προέκυπταν ως αποτέλεσμα συλλογικής αναζήτησης και απόφασης αποκλειστικά και μόνον των συνελεύσεων των πολιτών (=εκκλησιών των Δήμων).
     Σαν καλοί ρωμαίοι θεωρούν εμφατικά ως έναν εκ των θεμελίων λίθων τής ευρωπαϊκής κουλτούρας τον ιουδαιογενή χριστιανισμό, παρ’ όλο που είναι γνωστός ο υπερχιλιετής μεσαιωνικός (αντι)πολιτισμικός όλεθρος που προκάλεσε. 


     «Μέχρι χθες προσκύναγα την εθνική σημαία, από σήμερα μία "διεθνή". Όποιο κωλόπανο κι αν προσκυνάω, προσκυνητής γεννήθηκα και προσκυνητής θε να πεθάνω. Το να προσκυνάω είναι το πιο ευρωπαϊκό πράγμα που ξέρω. Για τα ευρώ στο στρώμα μου ρε γαμώτο!»


    Μιλούν για «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» και «Ευρώπη των λαών» ενώ ανέχονται να διατηρούνται (όπως και η Ρώμη)  ολόκληρες περιοχές προνομιούχες ή υποβαθμισμένες (βλ. «Ευρώπη πολλών ταχυτήτων»).
     Όπως η Ρώμη συμπεριέλαβε αχανείς περιοχές της Ασίας που δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον ελληνικό φιλοσοφικό ορθολογισμό ή τις ευρωπαϊκές φυσικές (μή μυστικιστικές) θρησκείες, έτσι και οι σημερινοί επίγονοί της συμπεριέλαβαν και τριτοκοσμικές περιοχές όπως τα Βαλκάνια (και ειδικά την προσωασιατική χώρα η οποία σήμερα ψευδεπιγράφως αυτοαποκαλείται «Ελλάδα») που δεν πέρασαν από καθοριστικές και κοσμογονικές για την Ευρώπη διαδικασίες όπως η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός.
     Από όλα τα ειδοποιά γνωρίσματα του ευρωπαϊκού / δυτικού πολιτισμού, από όλα όσα διαφοροποιούν δραματικά τον ελληνικό / ευρωπαϊκό / δυτικό πολιτισμό απ’ οποιονδήποτε άλλον, από όλα όσα τον καθιστούν εν τέλει  ελληνικό / ευρωπαϊκό / δυτικό, οι αυτοπαρουσιαζόμενοι ως ταγοί του σημερινοί κάπηλοι δεν αναγνωρίζουν κανένα: ούτε την ελληνική ρίζα του (αυθεντική δημοκρατία, που σημαίνει: το συνεχώς επανερχόμενο στη δυτική Κοινωνική Ιστορία πρόταγμα της άμεσης, ανεμπόδιστης, πλήρους και διαρκούς πρόσβασης όλων ανεξαιρέτως των πολιτών στα όργανα λήψης των αποφάσεων οι οποίες αφορούν στη δημόσια σφαίρα, δηλαδή της λήψης των αποφάσεων απευθείας από την κοινωνία,  δηλαδή της απουσίας «αντιπροσωπευτισμού», δηλαδή της απουσίας «κυβέρνησης», δηλαδή της κοινωνικής αυτοκυβέρνησης / αυτοθέσμισης / αυτοδιεύθυνσης), ούτε την Κοινωνική Ιστορία του (τις ταξικές συγκρούσεις στην προκλασική ελληνική αρχαιότητα που οδήγησαν στην ανακάλυψη της δημοκρατίας, τις κομμούνες των εξεγερμένων δουλοπαροίκων στον Μεσαίωνα που συντρίβονταν από τον συνασπισμό χριστιανικής θεοκρατίας και «ελέω θεού» μοναρχίας, τις δημοκρατίες των ιταλικών πόλεων της Αναγέννησης, τους Ισοπεδωτές και τους Diggers της αγγλικής επανάστασης, τους Αβράκωτους της γαλλικής επανάστασης, το Εργατικό Κίνημα του 19ου αιώνα, τη δεκαετία του 1960 κλπ.), ούτε καν τον Διαφωτισμό, τον οποίο περιορίζουν κουτοπόνηρα ως επικυρωτικό τού επανακάμψαντος νεοφιλελεύθερου οικονομισμού (λες κι ο Διαφωτισμός είναι δημιούργημα τού μίζερου homo oeconomicus και όχι μιας συγκρουσιακής Επιστήμης και των λαών / φορέων του, ή λες και στον Διαφωτισμό δεν ανήκουν το εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα που εξανθρώπισε έστω και μερικώς τις δυτικές κοινωνίες, ή η αμφισβήτηση του βιομηχανικού πολιτισμού που εισηγήθηκε η φροϋδική Ψυχανάλυση, ή το αποκαλούμενο κοινωνικό κράτος κλπ.).
      Ό,τι ανθρωπιστικό και δημοκρατικό διαθέτει σήμερα ο δυτικός κόσμος, οφείλεται στους κοινωνικούς αγώνες των λαών του (και όχι των εκάστοτε κυριάρχων του), δηλαδή στην ύπαρξη σε αυτόν Κοινωνικής Ιστορίας (ανύπαρκτης σε στατικές κοινωνίες όπως αυτές της Ανατολής). Κι αν η Ευρώπη είναι «το καλύτερο μέρος για να ζει κάποιος σήμερα» (όπως κορδώνονται οι ευρωλαϊκιστές ταγοί τής «Ε.» Ε.)  αυτό δεν οφείλεται σε όσους μεθοδεύουν την περιστολή των νησίδων ανθρωπισμού που οι ευρωπαϊκοί λαοί έχουν αποσπάσει από την Κυριαρχία εδώ και τρεις χιλιετίες, χύνοντας ποταμούς από το αίμα τους. Οι ταγοί παγκοσμιοποιητικών -της Κυριαρχίας- μορφωμάτων τύπου «Ε.» Ε. (και οι … «κοσμοπολίτες» και «διεθνιστές» μεταμοντέρνοι  παπαγάλοι τους) δεν είναι παρά πολιτιστικοί λαϊκιστές και ευτελείς μίμοι τού (ψευδο)πολιτισμικού εθνικισμού τής Ρώμης και των επιγόνων της.


    
     

      Και πόσο «εθνικιστές» είναι τελικά οι συκοφαντούμενοι ως τέτοιοι;

     Ένα τόσο φαιδρά υβριδικό πολιτισμικο-ιδεολογικό μόρφωμα σαν την «Ευρωπαϊκή» Ένωση (όπως και τη Ρώμη) δεν θα μπορούσε να πείσει κανέναν άλλον πέραν εκείνων που φροντίζει να βολεύει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τα δεκάδες εκατομμύρια απόκληρων της Ρώμης και τα επίσης δεκάδες εκατομμύρια των σημερινών απόκληρων τής ««Ευρωπαϊκής» Ένωσης (κυρίως στον ευρωπαϊκό νότο όπου αποτελεί και τον γενέθλιο τόπο της νεώτερης Ευρώπης: Ιταλία και Ισπανία) δεν είναι δυνατόν να γοητευθούν από έναν ολοφάνερα επιλεκτικό «πολιτισμό» που αρνείται να τους συμπεριλάβει, αφού χωρίς τη δυστυχία τους δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει.
     Κι όπως οι απόκληροι της Ρώμης υπήρξαν ευάλωτοι στον ανατολίτικο (=ιουδαιοχριστιανικό) σκοταδισμό, έτσι και οι σημερινοί τής «Ε.» Ε. είναι (απολύτως δικαιολογημένα) ευάλωτοι σε οπισθοδρομικά κηρύγματα που προωθούν την επιστροφή στο απαρχαιωμένο «έθνος-κράτος», διαισθανόμενοι (απολύτως όμως ορθά) ότι οι αντιδημοκράτες μυστικοσύμβουλοι συνωμότες των Βρυξελλών είναι υπεύθυνοι για την παταγώδη κοινωνική αποτυχία της πολυδιαφημισμένης «ευρωπαϊκής ιδέας» (βλ. European dream κατά το American dream). 

     
    Αλλά κανείς «κοσμοπολίτης» υποκριτάκος δεν νομιμοποιείται να τους κατηγορεί για αμάθεια και για το ότι βάζουν τη «δημοκρατία» σε κίνδυνο. Ή ότι ξαφνικά έγιναν ρατσιστές όταν οι ίδιοι υφίστανται ρατσιστικότατα (και θα υφίστανται επ’ αόριστον) τον κοινωνικό αποκλεισμό. Κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει ότι ξαφνικά έγιναν εθνικιστές όταν οι τύχες τους αποφασίζονται «διεθνιστικά» κεκλεισμένων των θυρών από συγκλητικούς μηχανορράφους και συνωμότες, μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις χώρες όπου οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ζουν. Κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει ότι ξαφνικά έγιναν «φασίστες» όταν οι τύχες τους αποφασίζονται και διατάσσονται από κρυφοφασίστες τεχνοκρατίσκους, κι όταν έχουν απολέσει και την παραμικρή ψευδαίσθηση ότι αποφασίζουν οι ίδιοι για τις ζωές τους (έστω και σαν ψηφοφόρα ποίμνια, όπως συνέβαινε στα έθνη-κράτη τής προ «Ε.» Ε. εποχής). Και κανείς δεν μπορεί να τους κατηγορήσει ότι δεν γουστάρουν να υφίστανται καθημερινώς εμετικά θεάματα όπως μπούρκες ή μαγιώ / «πανοπλίες» και άλλα θεοκρατικά καλούδια, ή να μην τολμούν να χλευάσουν ατιμώρητα τον Αλλάχ/ Γιαχβέ (όπως τον χλευάζουν άλλωστε εδώ και τρείς αιώνες στην ιουδαιοχριστιανική εκδοχή του), ή να υφίστανται τζιχαντιστικούς «ιερούς πολέμους» στις ίδιες τους τις γειτονιές, κι όλα αυτά εν ονόματι της ελευθερίας των καπιταλιστών να ανακατανέμουν συνεχώς το εργασιακό δυναμικό του πλανήτη αναζητώντας όλο και φθηνότερα εργατικά χέρια.



   Ο εθνικισμός σε οποιαδήποτε μορφή του ("εθνική" ή "παγκοσμιοποιητική") μπορεί να κάνει τα θύματά του να πανηγυρίζουν ακόμα και για τη θανατική τους καταδίκη. Ειδικά ο ναζισμός υπήρξε εξίσου εθνικιστής και υπέρμαχος της "ευρωπαϊκής ιδέας" (="ενωμένης Ευρώπης").



    Μπορεί ο αποκαλούμενος νεοεθνικισμός να εκπληρώσει την ίδια αποστολή με τον πολιτισμικό εθνικισμό τής παγκοσμιοποίησης;

    Αν ανατρέξουμε στην ιστορία του χριστιανικού ιουδαϊσμού, δεν φαίνεται καθόλου απίθανο ο επανακάμψας παραδοσιακός εθνικισμός του έθνους-κράτους (Λεπέν, Τραμπ κλπ.) να προβάλλει αξιώσεις παγκοσμιότητας. Φυσικά σε μια τέτοια περίπτωση θα έχει πάψει να είναι παραδοσιακός και θα έχει μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Ίσως όμως αυτό έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει.
    Ο σημερινός αναγεννώμενος εθνικισμός εκφράζει πιθανότατα κάποιες ενστάσεις ορισμένων κεφαλαιοκρατικών ελίτ (π.χ. των Η.Π.Α., της Βρετανίας, της Γαλλίας κ.α.) ως προς τον τρόπο που διεξάγεται η παγκοσμιοποίηση της Κυριαρχίας. Γι’ αυτό κάποιες καπιταλιστικές ελίτ παίζουν το χαρτί του «εθνικισμού»: για να ανασυνταχθούν και να δημιουργήσουν πιο ευνοϊκές στρατηγικές και συμμαχίες και να αυξήσουν τις πιθανότητες μιας καλύτερης θέσης τους στη διαφαινόμενη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων.  Έτσι δεν είναι απίθανο (ίσως μάλιστα να είναι και αναμενόμενο) ότι μέσω του «εθνικισμού» θα δημιουργηθούν κι άλλες (=ανταγωνιστικές) «κουλτούρες» παγκοσμιοποίησης.
     Υπό τις παραπάνω συνθήκες, δύο πράγματα είναι βέβαια. Το πρώτο, ότι η παγκοσμιοποίηση τής Κυριαρχίας σκάλωσε. Το δεύτερο, ότι όσοι τρέχουν (όπως και οι πρώτοι χριστιανοί)  πίσω από όποιον τους προσφέρει μια οποιαδήποτε ελπίδα, θα διαψευστούν ανελέητα.    
      Η εποχή (δηλαδή οι απανταχού του δυτικού κόσμου ζωντανοί νεκροί, οι εκμεταλλευόμενοι, ή οι απλώς δυσαρεστημένοι) έχει ανάγκη από κάτι αυθεντικά νέο που να μην παγιδεύεται στα ψευτοδιλήμματα και τους ιδεολογικούς παλιμπαιδισμούς της Κυριαρχίας. Αν υπάρχει κάτι που δεν πρέπει ποτέ να τού επιτραπεί να παγκοσμιοποιηθεί, αυτό είναι η  οικονομική εξουσία (και, εννοείται, οι πολιτικές προεκτάσεις και διαπλοκές της). Αντιθέτως, όσο πιο κατακερματισμένη είναι, τόσο το καλύτερο για την ανθρωπότητα. Κι αν υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν πρέπει να παραμένουν περιορισμένα ως «εθνικά» κτήματα αλλά να παγκοσμιοποιούνται συνεχώς, αυτά είναι ο πολιτισμός, η επιστημονική γνώση και η αυθεντική πολιτική (δηλαδή η δυνατότητα να αποφασίζουμε οι ίδιοι για τον εαυτό μας και τις κοινωνίες μας, όσο γίνεται πιο άμεσα, με όσο γίνεται λιγότερους «αντιπροσώπους» / μεσάζοντες και όσο γίνεται λιγότερη γραφειοκρατία). Αυτές τις δύο συνθήκες μόνο ο γνήσιος διεθνισμός, δηλαδή αυτός των απανταχού εκμεταλλευομένων / διευθυνομένων, μπορεί να τις επιβάλλει.
     Μέχρι τότε, όσοι υπήκοοι παραμένουν τόσο αφελείς ώστε να εξακολουθούν να τάσσονται με τη μία ή την άλλη πλευρά (πατριωτοεθνικιστική ή «κοσμοπολίτικη»), ας μην παραπονεθούν για τις –προδιαγεγραμμένες- συνέπειες, ή για άλλη μια διάψευση των ελπίδων τους από κάποιους επιτήδειους.
          


Θ.Λ.


  Δείτε επίσης:
 

2 σχόλια:

  1. Εύγε! Πολύ καλό! Το ευχαριστήθηκα.. της candida moss στα ελληνικά; δεν νομίζω ακόμα να έχει βγει..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Aπ' ό,τι ξέρω δεν έχει βγει. Πάντως και απ' τα αγγλικά διαβάζεται εύκολα.
      Και πάντως, αν ο χειρότερος εφιάλτης των τζιχαντιστών και των χριστιανών είναι να μην τους αποτελειώσει μια γυναίκα, τότε δεν υπάρχει ιδανικότερη από αυτήν: και έξυπνη και καλλιεργημένη και ΚΟΥΚΛΑΡΑ

      http://ntweblog.blogspot.gr/2013/10/bible-secrets-revealed-history-channel.html

      Διαγραφή