Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

HOW DID I FIND MYSELF HERE? (I just had to leave)

   Το τελευταίο (μετά από είκοσι εννέα χρόνια) στούντιο άλμπουμ των Dream Syndicate τα σπάει!                                         


  «Δεν φαντάστηκα και δεν πρόσθεσα τίποτα. Τώρα το ουσιαστικό δεν είναι να “δημιουργήσουμε”. Το ουσιαστικό είναι αυτό που παρατηρήσαμε.»
      (Γιόζεφ Ροτ, Φυγή χωρίς τέλος, 1927)

    
    Τις δεκαετίες όπου η ροκ υπήρξε και κοινωνικό φαινόμενο εκτός από σκέτη μουσική (χοντρικά μεταξύ 1955 και 1990), λειτούργησε σαν ανοιχτό προσκλητήριο κάθε είδους απροσάρμοστων με πρόβλημα ταυτότητας. Και μάλιστα σαν το δεύτερο διεθνές στην Ιστορία, μετά τις ευδαιμονιστικές φιλοσοφικές κοινότητες της ύστερης αρχαιότητας (επικούρειοι, κυνικοί και στωικοί). Άνθρωποι που είτε λόγω ευφυΐας, είτε λόγω διαίσθησης, είτε λόγω παιδείας, είτε λόγω αισθητικής, είτε λόγω ισχυρού χαρακτήρα, είτε λόγω συνδυασμού των προηγουμένων αμφισβητούσαν -και αρνούντο- να διεκπεραιώσουν πρόθυμα τα διάφορα προκρούστεια προκάτ ρολάκια για τα οποία τους προόριζε η κοινωνία, βρήκαν στη ροκ καταρχήν το ιδανικό καλλιτεχνικό μέσο έκφρασης (είτε ως μουσικοί, είτε ως ακροατές, είτε ως και τα δύο). Βρήκαν επίσης και μια στάση (και όχι ετοιματζίδικο «τρόπο») ζωής που τους άφηνε μεγάλα περιθώρια ερμηνείας και πρωτοβουλίας ανάλογα με την εκάστοτε προσωπική περίπτωσή τους ή την εκάστοτε φάση της ζωής τους.
    Φυσικά η προαναφερθείσα άρνησή τους ήταν που τους δημιουργούσε το πρόβλημα ταυτότητας, αφού έπρεπε να δομήσουν κάποια άλλη (ταυτότητα) πιο συμβατή φιλοσοφικά / υπαρξιακά με τον εσώτερο δαίμονά τους. Η αναζήτησή τους αυτή σπανίως τους οδηγούσε στην πολυπόθητη ευ-δαιμονία αφού έπρεπε να διεξαχθεί αναγκαστικά σε ένα ανομολόγητα εχθρικό (οικογενειακό, εκπαιδευτικό, οικονομικό και εν γένει κοινωνικό) περιβάλλον που, ως γνωστόν, κατακόπτει βάσει αμείλικτων άγραφων αγελαίων νόμων ό,τι (ή όποιον) «εξέχει». Υπ’ αυτές τις συνθήκες η ροκ ως το κοινωνικό φαινόμενο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα διαμόρφωσε (αρκετά απλουστευτικά μιλώντας) τις δικές της τρεις κατηγορίες ανθρώπων: α) τη μειοψηφία των διαφόρων φιλοσοφικά αδιάλλακτων αυτοχείρων, που αρνήθηκαν να περάσουν καν τα τριάντα (Jimi Hendix, Janis Joplin, Jim Morrison, Tim Buckley είναι μερικά απ’ τα πιο τρανταχτά «επώνυμα» παραδείγματα - γιατί υπάρχουν και οι κάμποσες χιλιάδες «ανώνυμοι ακροατές»), β) εκείνους που φοβήθηκαν (=«μάσησαν») και επέστρεψαν εκεί απ’ όπου είχαν επιχειρήσει να δραπετεύσουν νέοι («ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» όπως θα ’λεγε ο Νίτσε, έστω και για άλλη περίπτωση…) κρατώντας μόνο τη λεγόμενη «μόστρα» (ή «lifestyle», ή «δηθενιά»), και γ) εκείνους που αποφάσισαν να διακινδυνεύσουν να συνεχίσουν στον ίδιο -φιλοσοφικώς συνεπή- δρόμο, κάνοντας μόνο τους απολύτως απαραίτητους για την επιβίωσή τους συμβιβασμούς (και φυσικά καταβάλλοντας τα ανάλογα ψυχικά και υλικά κόστη).
     Πιθανότατα δεν θα μάθουμε ποτέ ποιός έκανε τη «σωστή» επιλογή, και γι’ αυτό δεν θα ήταν δίκαιο να κρίνουμε αβασάνιστα κανέναν. Όμως, για να μπούμε και στο θέμα μας, ας διευκρινίσουμε ότι τούτο το (μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια) πέμπτο στούντιο άλμπουμ των Dream Syndicate, ενός από τα σπουδαιότερα ροκ συγκροτήματα των ’80s (και όλων των εποχών), αφορά ξεκάθαρα στην τρίτη κατηγορία. Και, φυσικά, στις καταστάσεις στις οποίες έχει ενδεχομένως βρεθεί αυτή η κατηγορία ανθρώπων τριάντα χρόνια μετά τη νεανική τους αποστασιοποίηση απ’ ό,τι θεωρούσαν  ως αλλοτριωτικό για τον δαίμονά τους (και ως εξευτελιστικό για την αξιοπρέπειά τους). Με άλλα λόγια πρόκειται για έναν δίσκο απολογισμού, έναν δίσκο για μεσήλικες και άνω, όπου κάθε τραγούδι του αναφέρεται και σε μια τέτοια δυνητική κατάσταση.
     

       Ο δίσκος μπαίνει κατευθείαν στο θέμα με το Filter Me Through You που εκ πρώτης όψεως αναφέρεται σε μια ερωτική απογοήτευση. Πρόκειται για ένα κόστος σύνηθες ειδικά σε όσους έχουν επιλέξει να μην ζουν στην ασφάλεια προκαθορισμένων ρόλων, αλλά η γενικότητα των στίχων δείχνει σαν να παραπέμπει στην ίδια τη ζωή. Ταυτόχρονα, το φονικό κιθαριστικό ριφ που διατρέχει το τραγούδι από την εισαγωγή μέχρι το τέλος, αφήνει ελεύθερο το πεδίο στον χωρίς μελοδραματισμούς λυρισμό. Τουλάχιστον επιβλητικό, το Filter Me Through You είναι ένα μικρό έπος για τον αυτοσεβασμό και την αδιαφόρως κόστους εμμονή στις προσωπικές επιλογές: «(ακόμα κι) αν δεν μπορώ να έχω εσένα ή κάτι που να σε θυμίζει, θα συνεχίσω».
      Ακολουθεί κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια αρκετά έμμεση αναφορά στον -τόσο διαχρονικά αγαπημένο στους ροκάδες- μύθο του Ίκαρου. Λέω «έμμεση» γιατί στον, απόλυτα εξοικειωμένο με τη σύγχρονη αμερικάνικη και ευρωπαϊκή λογοτεχνία, Steve Wynn  δεν αρέσουν τα κλισέ, τα τσιτάτα (ακόμα και τα ροκ) και γενικώς οι εύκολες λύσεις: «δεμένος μ’ ένα σκοινί από την πραγματικότητα για τόσο πολλά χρόνια / πετάω ψηλά και δεν είμαι έτοιμος να αγγίξω το έδαφος / απλά γλιστρώ στον αέρα και δεν θα κατέβω, αν δεν μπορέσω να ανέβω ψηλότερα» (Glide).
     Πιο γρήγορο από το Filter Me Through You και με μια αέρινη ’80s new wave αίσθηση το Glide, ακολουθείται από τo σαρωτικό Out Of My Head, το οποίο μοιάζει με πάρτυ που άρχισε κακοδιάθετα και εξελίχθηκε καταστροφικά: η απώλεια της ισορροπίας είναι ένας διαρκώς παρών κίνδυνος για όσους αποφασίζουν να κινηθούν έξω από τις πεπατημένες.
      Το, σε ατμόσφαιρα ονειρικού θρίλερ, 80 West που ακολουθεί καταπιάνεται με τις χίμαιρες, τις οποίες κάθε χαρισματικά απροσάρμοστος χαρακτήρας –οφείλει να- αναρωτιέται μήπως θρέφει: «είχα ένα όνειρο επί τριάντα χρόνια / αλλά αλλάζει τόσο εύκολα όσο αλλάζω ταχύτητες / το μόνο που με φοβίζει περισσότερο απ’ το να παγιδευτώ / είναι να σταματήσω και να σκεφτώ τα ψέματα που έχω αγοράσει». Το μπάσο του Mark Walton έχει πάρει επ’ ώμου την κατάσταση, ένας ασθμαίνων Steve Wynn ρίχνει τις φράσεις σαν σε κατάσταση ενός βήματος προ του πανικού, ενώ ο Jason Victor (το μοναδικό νεοφερμένο μέλος σε αυτή τη σύνθεση των Dream Syndicate) κάνει μια υποδειγματική «επανάληψη» σε όλα τα κιθαριστικά στυλ και ηχοχρώματα (αυτό είναι λίγο πιο δύσκολο, έτσι;) της ροκ ιστορίας, από την κάντρυ, το σερφ και την ψυχεδέλεια μέχρι το πανκ και το χάρντκορ.
      Η πρώτη πλευρά του δίσκου (γιατί μιλάμε για βινύλιο) κλείνει με το τρυφερό Like Mary. Πρόκειται για ένα τραγούδι για την αυτοκτονία, δηλαδή μια εκδοχή που (γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;) κάθε χαρισματικός απροσάρμοστος έχει σκεφτεί μερικές φορές στη ζωή του: «μόλις τα χάπια άρχισαν να ενεργούν αποφάσισε να πάει μια αυτοκινητάδα / ο ήλιος έλαμπε μέσα στην άχλη του απογεύματος / και τότε ένιωσε πιο ζωντανή / αλλ’ όμως πονούσε το ίδιο». Εδώ δεν υπάρχουν εκ του ασφαλούς κρίσεις και ηθικολογικές αξιολογήσεις. Γιατί όποιος είναι έξω απ' τον χορό...


      Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το The Circle Never Ends, άλλον έναν κιθαριστικό δυναμίτη, όπου ο Jason Victor κάνει αυτό που στα νεοελληνικά είθισται να αποκαλείται «παπάδες» (για την ακρίβεια, αυτό κάνει σε όλον τον δίσκο, απλώς το συγκεκριμένο κομμάτι λειτουργεί κάπως εξόφθαλμα ως «παραγγελιά» για την επίδειξη της γνώσης και της φαντασίας του). Το The Circle Never Ends περιγράφει μια από τις γνωστές απόπειρες να μπει σε μια τάξη το παρελθόν, να «υποταχθεί», να οριοθετηθεί και να αντληθούν υπαρξιακοί χρησμοί για έναν δρόμο παντελώς άγνωστο, αβέβαιο, επισφαλή και γι’ αυτό προσωπικό: «τράβηξα έναν κύκλο στη μεθόριο και την περίμετρο του Χρόνου / από κίνητρα και αισθήσεις κι από τοίχους που δεν μπορώ να σκαρφαλώσω / στέκομαι ακίνητος και αφήνω το παρελθόν να περάσει με μια άγνωστη ταχύτητα / κι ούτε καν προσπάθησα να προσποιηθώ ότι κατάλαβα / πως ο κύκλος δεν κλείνει ποτέ». Δεν κλείνει ποτέ, γιατί βέβαια ο κάθε προσωπικός δρόμος χαράζεται εξαρχής και εξ’ ορισμού έξω απ’ τα αυθαίρετα έξωθεν επιβαλλόμενα όρια, τα οποία αρνήθηκε.
     Και κάπως έτσι φτάνουμε σε αυτό που θα έπρεπε να είναι το καταληκτικό ερώτημα -και το τελευταίο τραγούδι- του δίσκου, το ομώνυμο How Did I Find Myself Here?: «Βάδισα ίσια μέσα σε μια θεόρατη παλίρροια / πώς βρέθηκα εδώ σαν  πρόσφυγας χωρίς όραση;». Και η απάντηση: «δύσκολα θα το πίστευα, τότε που δεν μπορούσα ακόμα να σκεφτώ, ότι έπρεπε απλώς να φύγω από εκεί όπου ήμουν». Καθόλου ικανοποιητική απάντηση για όσους πονηρούς θέλουν «εγγυήσεις», ή να δουν άλλους να δοκιμάζουν / δοκιμάζονται πρώτοι, για να αποφασίσουν αν οι ίδιοι θα ξεκουνηθούν. Αλλά απόλυτα δικαιωτική για όσους έχουν αυτοδιαπαιδαγωγηθεί να μην ζητούν ούτε «εγγυήσεις», ούτε να περιμένουν να επωφεληθούν μήπως βγάλουν κάποιοι άλλοι το φίδι απ’ την τρύπα. Παρά τους λίγους στίχους του το How Did I Find Myself Here?, είναι ένα ενδεκάλεπτο επικό φαζαρισμένο φανκ / τζαζ / μπλουζ τζαμάρισμα, «εφ’ όλης της ύλης» με κιθάρες, πλήκτρα, πνευστά, τύμπανα και μπάσα να συνομιλούν, να περιμένουν τη σειρά τους, και να μπαίνουν πότε διακριτικά και πότε δυναμικά ενθαρρύνοντας το ένα το άλλο. Και παρ’ όλη τη διάρκειά του, όχι μόνο δεν λυγίζει κάτω απ’ το βάρος της αλλά σχεδόν αιφνιδιάζει το πόσο γρήγορα τελειώνει.
     Ωστόσο, αντιθέτως με τη θέση που συνηθίζεται να καταλαμβάνουν τέτοιας διάρκειας τραγούδια στους ροκ δίσκους (δηλαδή στο τέλος τους), το How Did I Find Myself Here? είναι το προτελευταίο τραγούδι σε αυτό το άλμπουμ. Γιατί, βέβαια, ο δρόμος και η αναζήτηση της ευδαιμονίας δεν μπορεί να σταματά στη διατύπωση του ερωτήματος, ή ακόμα και στην απάντησή του. Η ευδαιμονία δεν είναι μια στατική κατάσταση, αλλά μια διαρκής αναμέτρηση με τον περίγυρο (και με τον εαυτό μας). Ο επίλογος δίνεται από την Kendra Smith, ιδρυτικό μέλος των Dream Syndicate, και μια από τις σπουδαίες -και χαμηλών τόνων- μορφές του αμερικάνικου underground. Το Kendras Dream είναι ένα αλά John Cale μινιμαλιστικό ψυχεδελικό κομψοτέχνημα βγαλμένο κατευθείαν απ’ τις καλύτερες στιγμές των ’80s (της τελευταίας κοσμογονικής δεκαετίας του ροκ φαινομένου): «Ψάξε νέους κόσμους φτιαγμένους απ' τη φυλή που ονειρεύεται / Κλείνω τα μάτια μου, ορκίζομαι να το τολμήσω / ταξιδεύοντας στον υπόγειο κόσμο συνεχίζω να έχω το ίδιο όνειρο / συνεχίζω να έχω το ίδιο όνειρο / είναι ένα όμορφο όνειρο».
     Γιατί, όσοι δεν έχουν την ικανότητα να ονειρεύονται πέρα απ΄τον μικρόκοσμο των ρόλων που τους επιβάλλονται, όχι μόνο δεν μπορούν να φύγουν για πουθενά, αλλά ούτε να αντιληφθούν καν πού βρίσκονται.




   Εν έτει 2017 λοιπόν ο Steve Wynn μάζεψε κάμποσους παλιόφιλους / μουσικάρες τόσο από τις κατά καιρούς συνθέσεις των Dream Syndicate όσο και από άλλα μέλη της κοινότητας του paisley underground (όπως ο πιανίστας Chris Cacavas των επίσης σπουδαίων Green On Red) και όλοι μαζί έφτιαξαν τον πιο βιωματικό και ελάχιστα διανοουμενίστικο δίσκο της ζωής τους, όπου το δέσιμο μουσικής και λόγου είναι εφάμιλλο ενός Bob Dylan, ενός Neil Young, ή ενός Mike Scott.
    Είναι σημαντικό το ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν υπερασπίζονται τους εαυτούς τους αλλά τις επιλογές τους και τη συλλογική ιστορία και μνήμη από την οποία προέρχονται. Και παρά τη –φαινομενική- απαισιοδοξία της μουσικής τους, εδώ δεν υπάρχει ούτε αγιοποίηση των losers, ούτε φετιχισμός του σκοταδιού και αυτολύπηση (όπως π.χ. στον Nick Cave), ούτε μοιρολατρεία (όπως π.χ. στους Joy Division, Cure κλπ.), ούτε μιζέριες, ούτε ανέξοδη lifestyle αυτοκαταστροφικότητα και παρακμιακότητα, ούτε ο γνωστός ελιτισμός του περιθωρίου, ούτε ηθικολογίες, ούτε απόγνωση, ούτε μελό, ούτε φυσικά νοσταλγία, παρά μόνο αφοβία, αξιοπρέπεια, λεπτός αυτοσαρκασμός και φιλοσοφικά συνεπείς χαρακτήρες. Ως μοναδική σημαντική έλλειψη θεωρώ το ότι δεν υπάρχει ένα τραγούδι για την ικανοποίηση που, όχι σπάνια, παίρνει κάθε χαρισματικά απροσάρμοστος απ’ την ιδιότητά του αυτή. Όσο για τους στίχους του Wynn θα μπορούσαν να μπουν σε οπισθόφυλλα μυθιστορημάτων του Στάινμπεκ, του Χεμινγουαίυ, του Καμύ, ή του Ροτ (για να μην πούμε και το αντίθετο: ότι αν οι εν λόγω συγγραφείς ήσαν μουσικοί θα έγραφαν στίχους σαν του Steve Wynn).
    Πιθανότατα απ' τους τελευταίους συγκλονιστικούς δίσκους και απ' τα τελευταία μεγάλα συγκροτήματα στη ροκ ιστορία. Η ποιότητά του είναι τέτοια που, συγκρινόμενη με ό,τι συμβαίνει τις τελευταίες δύο δεκαετίες στη μουσική, τελικά αποκαρδιώνει. Γιατί είναι ελάχιστα πιθανό να ξαναδούμε κάτι παρεμφερές στα επόμενα είκοσι εννέα χρόνια (όταν δηλαδή θα βγάλουν το έκτο στούντιο άλμπουμ -και κύκνειο άσμα- τους οι Dream Syndicate…).
     Κάποτε σε μια συνέντευξή της η Grace Slick των Jefferson Airplane είχε πει ότι όποιος συνεχίζει να κάνει ροκ μετά τα πενήντα του γίνεται γελοίος. Προσωπικά είμαι βέβαιος ότι θα αναθεωρούσε αν επρόκειτο για δίσκους σαν αυτόν.

    Γράψτε το άλμπουμ σε μια 46άρα κασέτα για το αυτοκίνητο, πηγαίνετε ακούγοντάς την στα μέρη της νεότητάς σας και αναζητήστε τον εικοσάχρονο εαυτό σας, που εξακολουθεί να περιπλανιέται μόνος κάπου εκεί. Ίσως χρειάζεται τη σοφία σας, αλλά κι εσείς την καθαρότητα του δικού του μυαλού. Που σημαίνει ότι έχετε πολλά να πείτε.
         

      Θ. Λ.


   ΥΓ 1: Ο Jason Victor είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή κιθαρίστας της ροκ κι απ΄τους μεγαλύτερους που υπήρξαν ποτέ.
     ΥΓ 2: Τελικά όλοι εκείνοι οι μουσικοί του ανεξάρτητου αμερικάνικου ροκ των ’80s (R.E.M., Dream Syndicate, True West, Green On Red, Rain Parade, Long Ryders, Wipers, Things, Feelies κλπ.) και τα αντίστοιχά τους σε Ευρώπη και Αυστραλία (Waterboys, Church, Steppes κ.α.) αποδείχθηκαν το The Last Big Thing της ροκ ως κοινωνικού φαινομένου (και άρα ως αληθινά εμπνευσμένης μουσικής). Υπήρξαν οι μόνοι απ’ τα ’80s που ήξεραν τί ήθελαν (τόσο φιλοσοφικά όσο και μουσικά), οι μόνοι που δεν το «γύρισαν» όταν τριαντάρησαν, οι μόνοι που απέδειξαν ότι είχαν βαθύτερη παιδεία, καλλιέργεια και προσωπική συγκρότηση. Δεν θα ξεχάσω την επικοινωνία που είχα πριν λίγα χρόνια με τον Russ Tolman των True West. Τον έψαχνα αρκετόν καιρό για να του στείλω μια bootleg κασέτα από μια εξαιρετική εμφάνιση των True West στο λονδρέζικο Dingwalls τον Απρίλιο του 1985 (μια σχετική ανταπόκριση από το Λονδίνο υπήρξε και στον Ήχο του επόμενου μήνα). Τελικά τον βρήκα μέσω ενός φίλου των Green On Red, του παραγωγού Pat Thomas. O Tolman με κατευχαρίστησε (θυμόταν τη συναυλία αλλά δεν είχε την ηχογράφηση) με ένα σεμνό γράμμα όπου μου έλεγε, μεταξύ άλλων, ότι βιοποριζόταν κάνοντας πλέον μια αδιάφορη εργασία, εννοείται άσχετη με τη μουσική. Ανταπέδωσε δε το δώρο με ένα όμοιο: ένα cd με μια μοναδική επανένωση (είκοσι χρόνια μετά τη διάλυσή τους) των True West τον Αύγουστο του 2006 στο Σηάτλ. Όπου το συγκρότημα ακουγόταν όπως το κρασί που γίνεται όλο και ωραιότερο παλιώνοντας (αν με εννοείτε).


  Δείτε επίσης:




4 σχόλια:

  1. Ίσως το ροκ να έχει αναδιπλωθεί ως κοινωνικό (οπότε και ως εμπορικό) φαινόμενο, αλλά αυτό έχει και τα καλά του. Εννοώ ότι το ροκ έχει ξαναγίνει επιτέλους ΚΑΙ οικονομικά underground.
    Τα τελευταία είκοσι - είκοσι πέντε χρόνια εξακολουθούν να υπάρχουν πάρα πολλά συγκροτήματα παντού (και στην Ελλάδα) που πλέον παίζουν χωρίς το άγχος της προβολής ή της εμπορικής αναγνώρισης. Γι' αυτό βγάζουν καλούτσικη και ενδιαφέρουσα μουσική. Τίποτε το φοβερό φυσικά, ούτε από μουσικής ούτε από συνειδησιακής πλευράς (κανείς δίσκος τους δεν μένει στο πικάπ ή στο cd πάνω από βδομάδα). Εξάλλου ζούμε σε μια περίοδο ανακυκλώσεων σ' όλη τη μουσική κι όχι μόνο στο ροκ. Οι μεγάλες εποχές έχουν περάσει και τυχεροί όσο τις πρόλαβαν.
    Αλλά τουλάχιστον το ροκ επέστρεψε στην πηγή του: στο underground. Απ' αυτή την άποψη ίσως είναι σε καλύτερη (και αξιοπρεπέστερη) μοίρα από τα άλλα μουσικά είδη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Νομίζω ότι όλη η μουσική πλέον τείνει να γίνει underground. Ίσως και λόγω διαδικτύου. Αν αυτή η κατάσταση αφορούσε μόνο στη ροκ θα το θεωρούσα κάπως τιμητικό,γιατί θα μπορούσε να εκληφθεί και ως κριτήριο ποιότητας. Όταν όμως αφορά και στα σκουπίδια...

      Διαγραφή
  2. Καλημερα Θοδωρη.Με "έφτιαξες" πάλι!Χτες στο Νίκο, (μπαρ Ντορς) ακουγαμε το now I ride alone...μεταξυ άλλων.
    Νασαι καλά και να παλεύεις.
    Νοτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή