Η είδηση (από εδώ: http://www.inews.gr/225/i-protasi-nomou-tis-nd-provlepei-tin-poinikopoiisi-tis-arnisis-tou-olokaftomatos.htm):
Πρόταση νόμου τεσσάρων άρθρων με προσθήκες στο νόμο του 1979 φέρνει η ΝΔ στη Βουλή και θα αφορά στην ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος καθώς και τα εγκλήματα ναζισμού που έχουν αναγνωριστεί από τα διεθνή και ελληνικά δικαστήρια. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Νέας Δημοκρατίας το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο για το ρατσισμό, ο νόμος δηλαδή 927/1979 του Κωνσταντίνου Καραμανλή, είναι επαρκής για την αντιμετώπιση των φαινομένων ρατσιστικής βίας, εκτίμηση η οποία επιβεβαιώθηκε και με το σχετικό πρακτικό της ΚΕΝΕ. Η απάντηση λοιπόν του Πρωθυπουργού στον οποίο έχει ασκηθεί έντονη κριτική τις τελευταίες μέρες με αφορμή το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο έρχεται με τη μορφή πρότασης νόμου με προσθήκες στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο. Ο Αντώνης Σαμαράς σηκώνει το γάντι στους εταίρους του καλώντας τους να ψηφίσουν ενώ κύκλοι της Συγγρού εκτιμούν ότι όλα τα κόμματα, πλην της Χρυσής Αυγής θα υπερψηφίσουν την πρόταση. «Δεν πιστεύουμε ότι θα υπάρξει κόμμα που δεν θα ψηφίσει κατά του ναζισμού και του ολοκαυτώματος», τόνισαν χαρακτηριστικά. Της πρωτοβουλίας αυτής Σαμαρά προηγήθηκε έντονο παρασκήνιο στο οποίο πρωτοστάτησε και το εβραϊκό λόμπι, αρχικά με τον Πρόεδρο του Παγκόσμιου Εβραϊκού Συνεδρίου Ρόναλντ Λόντερ που εξέφρασε την απογοήτευσή του για την άρνηση Σαμαρά να στηρίξει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο και στη συνέχεια και με ανακοίνωση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος που καλεί «όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας να υπερβούν τις μεταξύ τους διαφορές και να υπερψηφίσουν ένα νόμο που θα δείχνει μηδενική ανοχή στη ρατσιστική βία, στην ξενοφοβία, στον αντισημιτισμό και στη διάψευση του Ολοκαυτώματος». Στο κυβερνητικό στρατόπεδο εκτιμάται πως με την κίνηση αυτή η ΝΔ απαντά στους επικριτές της που την εξομοιώνουν με την Χρυσή Αυγή ενώ ταυτόχρονα ο πρωθυπουργός θα εμφανίζεται συνεπής ως προς τις διαβεβαιώσεις που μόλις τον Μάρτιο είχε δώσει στην εβραϊκή κοινότητα όταν βρέθηκε στην τελετή μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη.
ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
Κατ’ αρχήν ο όρος «ολοκαύτωμα» προέρχεται από την Βίβλο, όπου χρησιμοποιείται κάθε λίγο και λιγάκι αφορώντας στις ιουδαϊκές μαζικές ζωοθυσιαστικές πρακτικές κυρίως του Σαββάτου και των νουμηνιών. Προέρχεται δηλαδή από την ιουδαϊκή θρησκεία, είναι δηλαδή όρος εξ΄ολοκλήρου θεολογικός. Έτσι δεν μπορεί να είναι τυχαίο που επιλέχθηκε για να ονοματίσει ένα γεγονός, ή «γεγονός»: τα συνειρμικά, συγκινησιακά κ.λπ. αποτελέσματα που έχουν οι θεολογικοί όροι όταν διοχετευθούν έντεχνα στη λαϊκή χρήση είναι από τα πλέον διαπιστωμένα. Αυτά αποτελούν εξάλλου θεμελιώδες ζητούμενο της προπαγάνδας.
Εν προκειμένω ο διωγμός των εβραίων από τον ναζισμό επιχειρείται να παρουσιαστεί σαν μια μεγαλειώδης θυσιαστική (υπερ)εκατόμβη. Το γιατί θα το δούμε πιο κάτω.
Αυτό και μόνο (δηλαδή η χρήση θεολογικής ορολογίας εκεί όπου θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί η επιστημονική ιστοριογραφική, π.χ. διωγμός, μαζική εξόντωση, γενοκτονία, εθνοκάθαρση κ.λπ.) θα έπρεπε λοιπόν να βάζει σε υποψίες. Ή μήπως η επιστημονική ορολογία δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην υπό εξέτασιν περίπτωση, αφού (σε αντίθεση με τη θρησκεία) στην επιστήμη αυτό που δηλώνεται πρέπει και να αποδεικνύεται;
Αλλά υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για να υποψιάζεται κάποιος. Η «άρνηση» του «ολοκαυτώματος» των εβραίων κατά τη διάρκεια το δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, προφανώς αποκαλείται έτσι σε αντιδιαστολή με κάποια αντίστοιχη «κατάφαση». Οι χαρακτηριζόμενοι ως «αρνητές του ολοκαυτώματος» δεν είναι ωστόσο κάποιοι που έχουν απλώς αντίθετη άποψη από κάποιους άλλους «καταφάσκοντες»: ο όρος «αρνητής» είναι επίσης όρος θεολογικός (και ο θεολογικώς αντίθετός του είναι ο όρος «ομολογητής»). Π.χ. στον μεσαίωνα, η εκκλησία αποκαλούσε με αυτόν τον τρόπο όσους δεν δέχονταν την ανάσταση του εβραίου ραββίνου Τζεσουά, ή την μεταθανάτια επιβίωση της ψυχής, ή την ανάσταση των πτωμάτων κατά τη λεγόμενη Δευτέρα Παρουσία, ή τη μεταφυσική δύναμη της λεγόμενης Θείας Ευχαριστίας κ.λπ..
«Αρνητής» του τάδε ή του δείνα άρθρου της χριστιανικής πίστης υπήρξε η συνήθης και πιο πολυφορεμένη κατηγορία που απαγγελόταν στις μεσαιωνικές θρησκευτικές δίκες (βλ. ενδεικτικά την εξαιρετικά λεπτομερή Ιστορία της Αθεΐας του Ζωρζ Μινουά, εκδόσεις Νάρκισσος, Αθήνα 2007). Ο όρος «αρνητής» χρησιμοποιείται φυσικά και σήμερα από την εκκλησία. Απλώς η έμφαση σε αυτόν έχει πλέον ατονήσει λόγω του ότι η εκκλησία στον δυτικό κόσμο έχει απωλέσει μεγάλο μέρος της δύναμής της, προς όφελος των κοινωνικών (=κοσμικών) θεσμών: σήμερα η χριστιανική εκκλησία δεν μπορεί να σύρει κάποιον στα δικαστήρια επειδή αυτός αρνείται κάποια επί χιλιετίες θεωρούμενα ως «αποδεδειγμένα» γεγονότα όπως π.χ. η λεγόμενη άμμωμος σύλληψη.
Υπό την θεολογική χρήση που του έχει επιφυλαχθεί, ο όρος «αρνητής» δεν είναι λοιπόν απλός χαρακτηρισμός όσων φέρουν μια εξίσου απλώς διαφορετική, ή αντίθετη άποψη, αλλά αποτελεί απροκάλυπτα και εκ προθέσεως, στιγματισμό και μάλιστα ξεκάθαρα μεσαιωνικού, ιεροεξεταστικού τύπου.
Αποδεικνύεται λοιπόν με ιστορικά επιχειρήματα ότι η «συζήτηση» περί «ολοκαυτώματος» έχει δρομολογηθεί ώστε να διεξάγεται με θεολογικούς όρους, κάτι που όταν συμβαίνει παραπέμπει διαπιστωμένα σε μεσαιωνικές θρησκευτικές δίκες και άρα όχι σε διαλογική διαδικασία στα πλαίσια μιας δημοκρατίας (όπως κι αν την εννοεί κάποιος) κ.λπ..
Αλλά υπάρχουν ακόμα λόγοι για να εξακολουθήσει να υποψιάζεται κάποιος.
Η αντιμετώπιση της άλλης άποψης (και συγκεκριμένα των κάθε είδους «αρνητών») ως να βρισκόμασταν σε θρησκευτικό δικαστήριο, όπου απαγγέλονται κατηγορίες ενώπιον ενός ακροατηρίου, το οποίο είναι έτσι προϊδεασμένο ώστε ελάχιστα να διαφέρει από όχλο, είναι κάτι που δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με ειλικρινή προσπάθεια προσέγγισης και αναζήτησης της αλήθειας. Μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να έχει σχέση ούτε καν έστω με αυτό που είθισται να αποκαλείται «τίμια δίκη» αστικού τύπου. Όταν λοιπόν η ετυμηγορία είναι περίπου προαποφασισμένη (και μάλιστα σε αυτό έχει επιστρατευθεί και η «κερκίδα» των φανατικών), όταν η «άρνηση του ολοκαυτώματος» (δηλαδή μια άποψη) επιχειρείται να γίνει, ή (σε πολλές χώρες) έχει ήδη γίνει ... ποινικό αδίκημα, τότε κανείς δεν έχει υποχρέωση να σεβαστεί το «σεβαστό δικαστήριο».