Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΧΕΡΜΠΕΡΤ ΜΑΡΚΟΥΖΕ

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ  ΜΟΡΦΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ  ΕΛΕΓΧΟΥ


  Αδυναμία ορισμού μιας αληθινά ελεύθερης κοινωνίας  με τους παραδοσιακούς όρους  τής οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας

  Ο γερμανός Χέρμπερτ Μαρκούζε συγκαταλέγεται πλέον στη χορεία των σπουδαιοτέρων διανοητών τής μεταδιαφωτιστικής εποχής. Έργα του, όπως το «Έρως και Πολιτισμός» (1955) και «Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος» (1964), υπήρξαν από αυτά που παραμένουν στην εμπροσθοφυλακή τής σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής σκέψης. Ήταν από τους ελάχιστους εκείνους διανοητές (μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ, ή τον Κορνήλιο Καστοριάδη), που διαισθάνθηκαν  και εξέφρασαν  το κύμα  αμφισβήτησης τής σύγχρονης  βιομηχανικής κοινωνίας, το οποίο εκδηλώθηκε στη δεκαετία τού 1960 και σημάδεψε ανεξίτηλα τις δυτικές κοινωνίες. Η επιρροή του ειδικά στα νεανικά κινήματα και στη πολιτισμική κοσμογονία  τής δεκαετίας τού '60, υπήρξε εμφανέστατη και καθοριστική.
  Αναδημοσιεύω μερικά  διαχρονικά πλέον αποσπάσματα από τον «Μονοδιάστατο Άνθρωπο» (ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Παπαζήση), που αποδεικνύουν, ότι η κλασική σκέψη είναι τέτοια, ακριβώς επειδή κατορθώνει να συλλάβει τα φαινόμενα και να μην παγιδευθεί στα επιφαινόμενα. 


   Χέρμπερτ Μαρκούζε (1898-1979).


    Ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο ο τρομοκρατικός πολιτικός ομοιομορφισμός, αλλά και ο μή τρομοκρατικός οικονομικο-τεχνικός ομοιομορφισμός, που λειτουργεί με τη χειραγώγηση των αναγκών στο όνομα ενός γενικού ψευτοσυμφέροντος. Κάτω από τέτοιες συνθήκες αποτελεσματική αντίσταση στο σύστημα δεν μπορεί να γίνει. Ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μόνο μια ορισμένη μορφή κυβέρνησης ή κόμματος, είναι ακόμα κι ένα ειδικό σύστημα παραγωγής και διανομής, που εναρμονίζεται απόλυτα με τα «πολλά» κόμματα και τις εφημερίδες, με την «διάκριση των εξουσιών» κ.λπ..
  

[...]
   Η βιομηχανική κοινωνία έφτασε στο στάδιο εκείνο, όπου πια δεν μπορούμε να ορίσουμε μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας τούς παραδοσιακούς όρους τής οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας. Όχι γιατί οι ελευθερίες αυτές έχασαν τη σημασία τους, αλλά αντίθετα γιατί έχουν πάρα πολλή σημασία για να μπορούν να περιοριστούν στα παραδοσιακό πλαίσιο.
  Μόνο αρνητικοί όροι μπορούν να εκφράσουν αυτές τις καινούργιες μορφές, γιατί ακριβώς αποτελούν άρνηση των μορφών που κυριαρχούν.
Έτσι, οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ΄ την οικονομία, απ΄ τον καταναγκασμό, που ασκείται με τις οικονομικές σχέσεις και δυνάμεις, απελευθέρωση απ΄ την καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή απ΄ την ανάγκη να κερδίζουμε τη ζωή μας.
  Πολιτική  ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ΄ την πολιτική αυτή, που πάνω της τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο.
   Πνευματική ελευθερία θα πρέπει  να σημαίνει αποκατάσταση τής ατομικής σκέψης, πνιγμένης σήμερα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα τής διαπαιδαγώγησης, κι ακόμη θα πρέπει να σημαίνει, ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές τής «κοινής γνώμης» κι ακόμη και κοινή γνώμη.
  Αν οι προτάσεις αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή οι δυνάμεις που τις αντιμάχονται είναι ισχυρές. Έχουν γι΄ αυτή τη μάχη ενάντια στην απελευθέρωση ένα σημαντικό και μόνιμο όπλο, την καθιέρωση υλικών και πνευματικών αναγκών, που διαιωνίζουν τις ξεπερασμένες μορφές τής πάλης γιά την ύπαρξη.

  Η ένταση, η ικανοποίηση κι ο χαρακτήρας ακόμη των αναγκών τού ανθρώπου, εκτός απ΄ τον βιολογικό χώρο, πάντοτε ετεροκαθορίστηκαν. Το να κάνεις ή να μην κάνεις, να χρησιμοποιείς ή να καταστρέφεις, να παίρνεις ή να πετάς κάτι, θεωρήθηκαν πάντα σαν ανάγκες απ΄ τη στιγμή που έγιναν πράγματα αναγκαία κι απαραίτητα για τους κυρίαρχους θεσμούς τα συμφέροντα. Μ΄ αυτή την έννοια οι ανθρώπινες ανάγκες είναι ανάγκες ιστορικές και, απέναντι σε μια κοινωνία, που καταπιέζει το άτομο, οι ανάγκες των ατόμων και το δικαίωμα ικανοποίησής τους θα πρέπει να καθορίζονται με βάση κριτήρια τέτοια, που να ξεπερνούν την τωρινή κατάσταση και να διαγράφουν για τις ανάγκες μιά κλίμακα αξιών, που να βρίσκεται σε αληθινή εναρμόνιση με την ανθρώπινη πραγματικότητα.

   Μπορούμε να διακρίνουμε τις ανάγκες σε αληθινές και σε πλαστές. Είναι «πλαστές»  αυτές, που ιδιαίτερα κοινωνικά συμφέροντα επιβάλλουν στο άτομο: οι ανάγκες, που  δικαιολογούν την ξεθεωτική δουλειά, την επιθετικότητα, την εξαθλίωση, την αδικία. Η  ικανοποίησή τους ίσως να δημιουργεί την ευημερία για το άτομο, αλλά μιά τέτοια ευημερία, που εμποδίζει το άτομο να καταλάβει τη γενική καχεξία και να αντιληφθεί τις ευκαιρίες για την εξαφάνισή της, δεν θα πρέπει σε καμμιά περίπτωση να περιφρουρείται. Το ακοτέλεσμα είναι τότε η ευφορία μέσα στη δυστυχία. Να αναπαύεσαι, να  διασκεδάζεις, να δρας και να καταναλώνεις, οπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές.

   Το κοινωνικό περιεχόμενο και η λειτουργία αυτών των αναγκών καθορίζονται από δυνάμεις εξωτερικές, πού το άτομο δεν μπορεί να ελέγξει· έχουν ετερόνομη ανάπτυξη και ικανοποίηση. Το γεγονός, ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει το άτομο ανανεώνουν και δυναμώνουν συνεχώς αυτές τις ανάγκες, με αποτέλεσμα το άτομο να τις κάνει δικές του πια, να συνταυτιστεί μ΄ αυτές και να αναζητά τον εαυτό του στην ικανοποίησή τους, δεν αλλάζει σε τίποτα το πρόβλημα. Οι ανάγκες παραμένουν αυτό που πάντα ήταν, προϊόντα μιας κοινωνίας, που τα κυρίαρχα συμφέροντά της απαιτούν την καταπίεση.
  Οι καταπιεστικές ανάγκες είναι οι ισχυρότερες, αυτό είναι γεγονός τετελεσμένο, καθιερωμένο, απ΄ την ήττα και την αμάθεια. Είναι όμως ένα γεγονός, που πρέπει ν΄αλλάξει και το «ευημερούν» άτομο έχει το ίδιο συμφέρον γι΄ αυτό μ΄ αυτούς, που πληρώνουν την ευημερία του με την αθλιότητά τους. Στο επίπεδο που έχει φτάσει ο πολιτισμός, οι μόνες ανάγκες, που απαιτούν απόλυτη ικανοποίηση, είναι οι βιοτικές, η  τροφή, η στέγη, τα ρούχα. Η ικανοποίηση αυτών των αναγκών είναι ο απαραίτητος όρος για την ικανοποίηση όλων των αναγκών, πνευματικών και μή.

   Κάθε συνειδητοποίηση, κάθε εμπειρία που δεν δέχεται τα κυρίαρχα κοινωνικά συμφέροντα σαν τον υπέρτατο νόμο σκέψης και συμπεριφοράς, θα πρέπει να αμφισβητήσει τις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις του κατεστημένου με τους όρους τού αληθινού και τού πλαστού. Οι όροι αυτοί είναι προπάντων ιστορικοί και έχουν ιστορική αντικειμενικότητα. Η αξιολόγηση των αναγκών και της ικανοποίησής τους, σε δοσμένες συνθήκες, επιβάλλει την παραδοχή κριτηρίων προτεραιότητας, κριτηρίων που να έχουν σχέση με την ποιοτικά ανώτερη εξέλιξη τού άτομου, χάρη στην ποιοτικά ανώτερη χρησιμοποίηση των υλικών και πνευματικών εφοδίων, που διαθέτουν και που μπορούμε να τα υπολογίσουμε. Οι όροι «αλήθεια» και «πλαστότητα» των αναγκών εκφράζουν αντικειμενικές καταστάσεις, σε βαθμό που η ικανοποίηση σε παγκόσμια κλίμακα των βιοτικών αναγκών και, παραπέρα, η προοδευτική ελάττωση τής εξοντωτικής εργασίας και τής φτώχειας, αποτελούν κριτήρια με παγκόσμια ισχύ. Αλλά, σαν ιστορικά κριτήρια που είναι, ποικίλλουν ανάλογα με τις περιοχές και το επίπεδο ανάπτυξής τους· έπειτα, μπορούμε να τα ορίσουμε μονάχα αν αντιμάχονται (περισσότερο ή λιγότερο) τα κυρίαρχα κριτήρια. Ποιό δικαστήριο όμως, θα αποφανθεί γι΄ αυτό;

     Σε τελευταία ανάλυση, τα ίδια τα άτομα είναι εκείνα, που θ΄ απαντήσουν σ΄ αυτό το ζήτημα των αληθινών και των πλαστών αναγκών, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση, όταν δηλαδή θα είναι ελεύθερα να δώσουν τις καθαρά δικές τους απαντήσεις. Όσο δεν έχουν καμμία αυτονομία, όσο είναι ετερόφωτα κι ετεροκαθοριζόμενα (έστω και στο επίπεδο των ενστίκτων τους), η απάντηση που θα δίνουν δεν θα μπορεί να θεωρηθεί σαν δική τους. Για τον ίδιο λόγο, ομως, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να διεκδικήσει το δικαίωμα να  καθορίσει τις ανάγκες που θα πρέπει να καλλιεργηθούν και ικανοποιηθούν. Ένα τέτοιο δικαστήριο θα πρέπει να το απορρίψουμε· απ΄ την άλλη όμως, αυτό δεν θα πρέπει να μας κάνει να παρατήσουμε το πρόβλημα: με ποιό τρόπο, άνθρωποι, που έχουν υποστή  αποτελεσματική και πετυχημένη κυριάρχηση θα μπορέσουν να πλάσουν οι ίδιοι τις συνθήκες τής ελευθερίας;


        
   
   Η σύγχρονη καταναλωτική  ψευδοευημερία στηρίζεται σε μια άνευ προηγουμένου στρατιωκοποιημένη οργάνωση τής παραγωγής και σε έναν αλλοτριωτικό αποπροσανατολισμό των ανθρώπων από τις πραγματικές ανάγκες τους. Ωστόσο, ο Μαρκούζε δεν ήταν κανένας γραφικός να κηρύξει την αποστροφή για την τεχνολογία και την «επιστροφή στη φύση», αλλά, σαν γνήσιος φιλόσοφος, αναζήτησε νέους τρόπους προσδιορισμού και ικανοποίησης των ανθρωπίνων αναγκών. Επίσης, σαν γνήσιος φιλόσοφος (και όχι «καθοδηγητής», ή «προφήτης»), δεν προσφέρει ετοιματζίδικες κοινωνικές συνταγές για ακολουθητές και ποίμνια, αλλά θέτει κάθε άνθρωπο -και την κοινωνία συλλογικά- αντιμέτωπο με την ευθύνη τής ελευθερίας του.  

  
 Όσο η διοίκηση τής καταπιεστικής κοινωνίας γίνεται ορθολογιστική, παραγωγική,  τεχνική και ολοκληρωτική, τόσο τα άτομα δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα μέσα, που θα τους επιτρέψουν να τερματίσουν την υποδούλωσή τους και ν΄ αποκτήσουν την ελευθερία τους. Βέβαια, το να θελήσει κάποιος να επιβάλει τη Λογική σε μια ολόκληρη κοινωνία, είναι μιά παράδοξη και σκανδαλώδικη ιδέα - αλλά έχουμε το δικαίωμα να αμφισβητήσουμε την αρετή μιάς κοινωνίας, που αυτή την ιδέα την γελοιοποιεί, ενώ  ταυτόχρονα η ίδια πάνω στον κόσμο της ασκεί μιά καθολικά γενικευμένη εξουσία. Για την απελευθέρωση χρειάζεται πρώτα η συνειδητοποίηση τής δουλείας κι αυτή η  συνειδητοποίηση εμποδιζεται από κυριαρχούσες ανάγκες και ικανοποιήσεις, που τα άτομα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, έχουν κάνει δικές τους. Στην ιστορία, πάντοτε, ένα σύστημα ετεροκαθορισμού παραχωρούσε τη θέση του σ΄ ένα άλλο· ο μοναδικός σωστός σκοπός είναι η αντικατάσταση των πλαστών αναγκών από αληθινές, η εγκατάλειψη τής καταπισετικής ικανοποίησης.

   Είναι χαρακτηριστικός γιά τη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία ο τρόπος, που καταπνίγει τις ανάγκες εκείνες, που ζητούν απελευθέρωση - μαζί και την ανάγκη απελευθέρωσης από κάθε άνεση, ανάπαυση και κομφόρ - και παράλληλα στηρίζει και  δικαιολογεί την καταστροφική δύναμη και την καταπιεστική λειτουργία τής κοινωνίας τής αφθονίας. Ο κοινωνικός έλεγχος γέννησε την ακατάπαυστη ανάγκη να παράγεται και να καταναλώνεται το περιττό, την ανάγκη τής αποκτηνωτικής δουλειάς, που δεν είναι πραγματικά αναγκαία, την ανάγκη μορφών ξεκούρασης, που υποβοηθούν και οξύνουν αυτή την αποκτήνωση, την ανάγκη να διατηρούνται απατηλές ελευθερίες, όπως η ελευθερία τού ανταγωνισμού ανάμεσα σε τιμές από τα πρίν καθορισμένες, η ελευθερία  ενός αυτολογοκρινομένου τύπου, η ελευθερία τέλος να διαλέγεις ανάμεσα στις μάρκες και στα γκάτζετς.

   Περιχαρακωμένη από ένα καταπιεστικό σύνολο, η ελευθερία μπορεί να γίνει αποτελεσματικό όργανο καταπίεσης. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν καθορίζεται ανάλογα με την εκλογή, που προσφέρεται στο άτομο· ο μόνος αποφασιστικός παράγοντας για τον καθορισμό της είναι το τι μπορεί να διαλέξει και τι διαλέγει το άτομο. Το κριτήριο τής ελεύθερης εκλογής δεν μπορεί βέβαια να είναι απόλυτο, αλλά δεν μπορεί να είναι και εντελώς σχετικό. Η δυνατότητα να εκλέγεις ελεύθερα αφέντες δεν εξαλείφει ούτε τους αφέντες ούτε τους δούλους. Η δυνατότητα να διαλέγεις ελεύθερα ανάμεσα σε μιά μεγάλη ποικιλία εμπορευμάτων και υπηρεσιών, δεν σημαίνει, ότι είσαι ελεύθερος, όταν για να γίνεται αυτό θα πρέπει να ζεις μιά ζωή κόπου και άγχους κάτω από τον κοινωνικό έλεγχο - θα πρέπει να είσαι αλλοτριωμένος. Κι αν το άτομο εκδηλώνει το ίδιο με τη σειρά του τις ανάγκες, που άλλοι τού επέβαλαν, αυτό δεν σημαίνει, ότι είναι αυτόνομο, απλούστατα σημαίνει, ότι ο έλεγχος είναι αποτελεσματικός.

  Με την επιμονή μας να τονίζουμε διαρκώς τη σημασία και την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού ελέγχου, ίσως θα μπορούσαν να μας παρατηρήσουν, ότι δίνουμε μεγάλη σημασία στην καθοδήγηση που γίνεται με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας κι ότι οι  ανάγκες, που τώρα έχουν επιβληθεί από τα έξω στους ανθρώπους, θα τους έρχονταν από μόνες τους, καθώς και ο πόθος να τις ικανοποιήσουν. Η παρατήρηση δεν είναι σωστή. Ο ετεροκαθορισμός δεν αρχίζει τη στιγμή, που γίνεται μαζική παραγωγή ραδιοφώνων και μηχανών τηλεόρασης και που ο έλεγχός τους γίνεται συγκεντρωτικός.  Όταν οι άνθρωποι μπαίνουν σ΄ αύτη τη φάση έχουν από πολύ πριν αλλοτριωθεί. Εκείνο,  που έχει τώρα σημασία είναι, ότι αμβλύνεται η αντίθεση (ή η σύγκρουση) ανάμεσα στο δυνατό και στο διαδομένο, ανάμεσα στις ικανοποιημένες ανάγκες και σ΄ αυτές, που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Αυτό που ονομάζουν εξίσωση των τάξεων, φανερώνει εδώ την ιδεολογική του λειτουργία. Το γεγονός, ότι ο εργοδότης κι ο εργάτης βλέπουν το ίδιο πρόγραμμα τηλεόρασης, ότι η δακτυλογράφος ντύνεται τα ίδιο καλά με την κόρη τού  διευθυντή της, ότι ο Νέγρος διαθέτει Κάντιλλακ κι ότι όλοι διαβάζουν την ίδια εφημερίδα, δεν σημαίνει κι ότι οι τάξεις έξαφανίστηκαν. Αντίθετα δείχνει μέχρι ποιά βαθμό οι καταπιεζόμενες τάξεις συμμετέχουν στις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις, που εξασφαλίζουν τη διατήρηση των κυρίαρχων τάξεων.

[...]

  Βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ' τις θλιβερότερες πλευρές τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας: τον ορθολογιστικό χαρακτήρα τής ανορθολογικότητάς της. Ο  πολιτισμός αυτός παράγει, είναι αποτελεσματικός, είναι ικανός να αυξάνει και να γενικεύει την άνεση, να κάνει το περιττό ανάγκη, να κάνει την καταστροφή εποικοδομητική. Στο βαθμό που μετατρέπει τον κόσμο - αντικείμενο σε διάσταση τού  ανθρώπινου πνεύματος και σώματος, η ίδια η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους στα εμπορεύματά τους, βρίσκουν την ψυχή τους στο αυτοκίνητό τους, στην ταινία υψηλής πιστότητας που έχουν, στο σπίτι τους με τα δύο επίπεδα, στον τεχνικό εξοπλισμό τής κουζίνας τους. Ο  μηχανισμός που συνδέει το άτομο με την κοινωνία του άλλαξε και ο κοινωνικός έλεγχος βρίσκεται μέσα στίς καινούργιες ανάγκες, που γέννησε.


    Ροκ φεστιβάλ τού Woodstock,  Αύγουστος τού 1969. Η επίδραση  τού Μαρκούζε στα νεανικά κινήματα και στη πολιτισμική κοσμογονία (μουσική, λογοτεχνία, κινηματογράφος, στάση ζωής)  τής δεκαετίας τού 1960 υπήρξε εμφανέστατη και καθοριστική. 



   Οι κυρίαρχες μορφές κοινωνικού ελέγχου είναι τεχνολογικές με καινούργια έννοια. Χωρίς αμφιβολία, η τεχνική δομή και η αποτελεσματικότητα τού μηχανισμού παραγωγής και καταστροφής στη σύγχρονη περίοδο υποβοήθησαν την υποταγή τού πληθυσμού στον τωρινό καταμερισμό τής εργασίας. Ακόμη, αυτή η ενσωμάτωση συνοδεύτηκε πάντοτε από περισσότερο έκδηλες μορφές καταναγκασμού, όπως η απώλεια των μέσων συντήρησης, η οργάνωση τής δικαιοσύνης, τής αστυνομίας, τού στρατού. Αυτό συνεχίζεται και τώρα. Σήμερα όμως, ο τεχνικός έλεγχος έχει γίνει η ενσάρκωση τής Λογικής, είναι στην υπηρεσία όλων των ομάδων, όλων των κοινωνικών συμφερόντων - έτσι ώστε κάθε αντίδραση να μοιάζει ακατανόητη και κάθε αντίσταση αδύνατη.

  Στα πιό προχωρημένα τμήματα αυτού τού πολιτισμού, ο κοινωνικός έλεγχος έχει εναγωγηθεί τόσο βαθειά, ώστε δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει το γεγονός, ότι οι δυνάμεις αντίδρασης τού ατόμου έχουν υποστεί έντονη αλλοίωση. Η πνευματική και  συναισθηματική άρνηση τού κονφορμισμού θεωρούνται σαν δείγμα νεύρωσης και  αδυναμίας. Αυτή είναι η κοινωνικο-ψυχολογική πλευρά τού σημαντικότερου πολιτικού γεγονότος τής σύγχρονης εποχής: τής εξαφάνισης των ιστορικών εκείνων δυνάμεων, που στο προηγούμενο στάδιο εκπροσωπούσαν καινούργιες δυνατότητες και μορφές ζωής.





(τα αποσπάσματα αυτά του Μαρκούζε τα είχα δημοσιεύσει παλαιότερα στο freeinquiry.gr)


2 σχόλια:

  1. Δυστυχώς μετά τον Μάη του '68, μην μπορώντας να εξηγήσει την αποτυχία των χιλιαστικών οραμάτων περί παγκόσμιας επανάστασης, επέστρεψε στην ασφάλεια των παρωχημένων μαρξιστικών του σχηματοποιήσεων. Κι αυτό, από έναν άνθρωπο που με κάτι τέτοια βιβλία άνοιξε τον ορίζοντα στα μυαλά εκατομμυρίων.
    Τελικά όσο πιο ψηλά φτάνεις, τόσο πιο πολύ κινδυνεύεις να γκρεμιστείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πράγματι, σχεδόν αμέσως μετά τον Μάη έδειξε τις πρώτες αδυναμίες του να καταλάβει τις ζυμώσεις στο διεθνές underground κίνημα. Γι' αυτό και ό,τι έγραψε ή είπε από τότε και μετά, δεν λαμβανόταν και πολύ υπόψιν από τους εξεγερμένους (κάποια σχετικά έχω ξαναγράψει εδώ: http://hypnovatis.blogspot.gr/2016/05/to-1.html).

      Θα διαφωνήσω όμως με την παρομοίωση: o Mαρκούζε δεν κινδύνεψε να γκρεμιστεί όπως ο Ίκαρος, αφού όχι μόνο δεν πήγε πιο ψηλά, όχι μόνο δεν εξερεύνησε περαιτέρω τα διανοητικά ύψη στα οποία είχε φτάσει, αλλά αντιθέτως επέλεξε να προσγειωθεί ομαλά στις μαρξιστικές του καταβολές.
      Πάντως δεν μπορώ να τον κατηγορήσω, αφού ακόμα και σαν επανακάμψας μαρξιστής, ουδέποτε το έπαιξε "καθοδηγητής", ειδήμων, ξερόλας, κάτοχος αιωνίων και αμετακίνητων "αληθειών" ή "πατέρας" του κινήματος. Αντιθέτως συνέχισε να προτρέπει σε διαρκή αναζήτηση (που φανερώνει ότι η επιστροφή του στα μαρξιστικά σχήματα δεν τον ικανοποιούσε).

      Το ότι τελικά δεν κατόρθωσε να σπάσει τις -μαρξιστικές- αλυσίδες του (όπως π.χ. ο Καστοριάδης), δεν τον μειώνει στα μάτια μου. Και μόνο τα "Έρως και Πολιτισμός" και "Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος" (δύο έργα που από τους μαρξιστές θεωρήθηκαν -και θεωρούνται- ύβρεις προς τον μαρξισμό) να είχε γράψει, πάλι τού οφείλουμε, αφού έσπασε τις αλυσίδες εκατομμυρίων άλλων.

      Διαγραφή