Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Ο ΘΕΟΣ ΠΑΝ ΣΤΗ ΡΟΚ ΜΟΥΣΙΚΗ

    Η  ροκ υπήρξε ένα από τα δημοφιλέστερα μουσικά ιδιώματα όλων των εποχών και επίσης μια από τις τρεις  κυριότερες διεθνείς  μουσικές  «γλώσσες» των τελευταίων εκατό ετών (οι άλλες δύο είναι η τζαζ και η κλασική).
Προήλθε από μια παθιασμένη συνεύρεση της δημώδους μουσικής των αφροαμερικανών (blues) και της επίσης δημώδους μουσικής των λευκών βορειοαμερικανών (folk και country). Στα χρόνια μάλιστα από το 1955 μέχρι το 1995 περίπου, υπήρξε το κατεξοχήν εκφραστικό μέσο τού πιο «ανήσυχου» κομματιού της παγκόσμιας νεολαίας, αλλά και η μουσική υπόκρουση μιας διεθνούς  πολιτισμικής επανάστασης, οι μετασεισμοί της οποίας γίνονται αισθητοί μέχρι σήμερα.
   Μέσα από τη ροκ περιγράφτηκε και εκφράστηκε η πιο πρόσφατη εκδοχή ενός ανθρωπότυπου, ο οποίος ανιχνεύεται ήδη στην ελληνιστική και ρωμαϊκή αρχαιότητα. Ο ανθρώπινος αυτός τύπος ιστορικά δεν έπαψε έκτοτε να υπάρχει και να διαιωνίζεται υπογείως  (κοινωνιολογικός όρος: underground), αλλά και να αναδύεται δυναμικά, όποτε η Ανάγκη το αποφάσιζε. Τα ειδοποιά χαρακτηριστικά του είναι η αποστροφή για την υποκρισία που συνήθως κρύβεται πίσω από τις διάφορες κοινωνικές συμβάσεις, ο πόλεμος εναντίον  κάθε είδους αλλοτρίωσης (εργασιακής, πολιτικής, υπαρξιακής),  η αποκλειστικά ιδίοις χερσί (=φιλοσοφική) αναζήτηση του εαυτού, ο επίμονος αγώνας για προσωπικό (και άρα συλλογικό) αυτοκαθορισμό, για να ζήσουμε τη δική μας ζωή και όχι τη ζωή «φασόν» που μας επιβάλλεται. Η αναζήτηση μιας αυθεντικής ζωής και η προσπάθεια εύρεσης και ανάκτησης του εαυτού, αρχικά γέννησε φιλοσοφικά ρεύματα όπως ο Επικουρισμός, που ανέδειξε την Ηδονή (=χαρά της ζωής) σαν την μόνη πραγματική απελευθέρωση από τις  αγκυλώσεις και τις φοβίες, επάνω στις οποίες έχτιζαν ανέκαθεν οι πολιτικές, θρησκευτικές και οικονομικές εξουσίες. Ή όπως ο Κυνισμός, που ανέδειξε (και επέβαλε) την Αμφισβήτηση, την Αυθάδεια και το Χιούμορ σαν το τρίπτυχο της καθημερινής πρακτικής κάθε γνήσια ελεύθερου μυαλού. Ο ανθρωπότυπος του underground «λανθάνει» κατά την περίοδο του χριστιανικού Μεσαίωνα, επανεμφανίζεται περιορισμένα κατά την εποχή της Αναγέννησης, «ξαναχάνεται» μέχρι τη Βιομηχανική Επανάσταση, ξαναεμφανίζεται σε ανοδική πορεία τον 18ο και 19ο αιώνα (Ρομαντισμός, ουτοπικοί σοσιαλιστές, Νίτσε, Αναρχισμός) και αποκτά διαστάσεις  «επιδημίας» (το αποκληθέν «χάσμα γενεών») στις πρώτες δεκαετίες μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο.