Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΕΛΟΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

  Γιώργος Νικολαΐδης: "ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΕΛΟΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ" (φωτογραφίζοντας την άγρια πλευρά της δεκαετίας του '80)
   Φωτογραφικό λεύκωμα
   Εκδόσεις: Στο Περιθώριο, Αθήνα, Νοέμβριος 2017






   
     Περιεχόμενα: 

 1) Πρόλογος - Δημήτρης Ιωάννου, Γιάννης Ν. Κολοβός 
 2) Πλατεία Εξαρχείων - Θοδωρής Αντωνόπουλος 
 3)"Δεν είναι ελευθερία, δεν είναι Δημοκρατία, Είναι μόνο μία Μπασταρδοκρατία" - Παναγιώτης Καλαμαράς
 4) Χημείο '85 - Γιάννης Καστανάρας

 5) Οι Νύχτες του Μιχάλη - Νώντας Γιαννακός
 6) "Απόψε, όλα κάτω" - Νίκος Σούζας
 7) Πάνκηδες - Γιάννης Ν. Κολοβός
 8) Nick, the hero next door - Νίκος Λιάσκας
 9) Η καθοριστική στιγμή. Όταν οι ξένοι μουσικοί ήρωες γίνονται "δικοί μας" - Αλέξης Καλοφωλιάς 

10) Rock in Athens. 26-27 Ιουλίου 1985: Οι δύο μέρες που η Αθήνα έγινε Ευρώπη - Ηρακλής Ρενιέρης
11) Μια βόλτα στον Πήγασο - Ταξιάρχης Λιάσκας

12) Σανδάλια, ταγάρια και creepers (από τους παλιοροκάδες στο new wave - κι ακόμα παραπέρα...) - Θανάσης Αντωνίου
13) Independent nights... A way out! - Χρήστος Γιοβανόπουλος 



    Το φωτογραφικό αυτό λεύκωμα του φωτορεπόρτερ Γιώργου Νικολαΐδη (ενός από τους ελάχιστους που μπορούσαν να δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Εξαρχείων χωρίς να διατρέχουν τον κίνδυνο της “λαϊκής” τιμωρίας που παραστατικά αποκαλείται “πίσσα και πούπουλα”) θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένα είδος συνέχειας των προσφάτως επανεκδοθέντων Ροκ Ημερολογίων του Γιώργου Τουρκοβασίλη: η θεματολογία είναι ίδια, ο εκδότης ίδιος, η σχεδίαση επίσης, και η εξεταζόμενη περίοδος χοντρικά η συνέχεια εκείνης των Ροκ Ημερολογίων (δηλ. από το 1984 και μετά). Και, εννοείται, οι συγκρίσεις λόγω συνειρμών αναπόφευκτες. Τα δυό μαζί λειτουργούν συμπληρωματικά και η θέση τους σε μια βιβλιοθήκη είναι, φυσικά, το ένα δίπλα στο άλλο.

    Αν και προερχόμενες από φωτορεπόρτερ, οι -περίπου εκατό- φωτογραφίες δεν είναι καθόλου δημοσιογραφικής "αισθητικής". Αντιθέτως είναι παθιασμένες και εξαιρετικές (και ασπρόμαυρες) όπως στα Ροκ Ημερολόγια. Δεν διαθέτουν την αίσθηση κίνησης, τη στενή εστίαση και την εκλεπτυσμένη εξιδανίκευση εκείνων του Τουρκοβασίλη (άλλωστε δεν φαίνεται να ήταν αυτή η οπτική και ο στόχος του Νικολαΐδη), αλλά είναι κατά κανόνα τραβηγμένες από λίγο μακρύτερα, ρεαλιστικές και "στατικές". Αυτό όμως, όχι μόνο δεν τις φτωχαίνει αισθητικά, αλλά αντιθέτως τους προσθέτει νεύρο: η εικόνα μοιάζει τόσο έτοιμη να "ξεχυθεί" έξω απ' το πλαίσιο, σε βαθμό που θα έλεγα ότι οι φωτογραφίες του Νικολαΐδη κατορθώνουν ακόμα και να "ακούγονται".

    Μια ιδέα για τα γεγονότα που καλύπτει το φωτογραφικό υλικό, μπορείτε να πάρετε από τα περιεχόμενα του βιβλίου (πιο πάνω). Πρόκειται βέβαια για γνωστά γεγονότα ορόσημα του εγχώριου πολιτιστικού / πολιτικού underground των '80s, όταν (όπως και παντού αλλού στον μετανεωτερικό κόσμο) η ενστικτώδης προσωπική αμφισβήτηση (η αποκληθείσα και "αμφισβήτηση της καθημερινότητας") συνδέθηκε με την πολιτική αμφισβήτηση, όπως η τελευταία εκφράστηκε από τον διεθνώς επανακάψαντα (και ανανεωμένο) αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο (σιτουασιονιστές, Κορνήλιος Καστοριάδης κ.α.).
    Από τα περιεχόμενα μπορείτε επίσης να πληροφορηθείτε τους συγγραφείς των κειμένων που συνοδεύουν τις φωτογραφίες επιχειρώντας να δώσουν το κοινωνικό και ιστορικό τους πλαίσιο. Όπως και ο Γιώργος Νικολαΐδης, πρόκειται για ανθρώπους που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα εν λόγω γεγονότα: ροκ μουσικοί, μέλη τού τότε ανερχόμενου α/α χώρου, εκδότες fanzines, “απλά” μέλη των (τότε) "φυλών" του ελληνικού underground κλπ. Δηλαδή οι πλέον αρμόδιοι να μιλήσουν γι΄αυτά τα ζητήματα. Θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθούν ως η (αν)ώριμη συνέχεια των εφήβων από τους οποίους προέρχονται οι συνεντεύξεις πού παρουσιάζει στα Ροκ Ημερολόγιά του ο Γιώργος Τουρκοβασίλης (αφού, όπως έχει ειπωθεί, "ωριμότητα είναι η διαχείριση της ήττας").  Οι πιο γνωστοί σε μένα είναι οι Αλέξης Καλοφωλιάς (μεταφραστής, μέλος των Last Drive), Γιάννης Κολοβός (διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας και συγγραφέας του εξαιρετικού "Κοινωνικά Απόβλητα"; - Η ιστορία της πανκ σκηνής στην Αθήνα 1979-2015) και ο Νίκος Σούζας (διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών και  συγγραφέας τού επίσης εξαιρετικού "Σταμάτα να Μιλάς Για Θάνατο Μωρό μου" - Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα 1974-1998).
              
Το οπισθόφυλλο

   Σε αντίθεση με το εξόφθαλμα "πιασάρικο" και επιτηδευμένο κειμενάκι του οπισθοφύλλου, τα κείμενα είναι προσγειωμένα, εύστοχα, απομυθοποιητικά, χωρίς την παραμικρή νοσταλγική (ή και απλώς αναμνησιακή) διάθεση, και επιπλέον με δόσεις αυτοσαρκασμού (αν και κάποιες φορές δεν έχουν αποφύγει τον κίνδυνο του κλισέ, όπως φανερώνει η χρήση εξεζητημένων πλέον εκφράσεων όπως “μητρόπολη”, “σύγχρονες Βαβυλωνίες” κλπ.). Ωστόσο εδώ υπάρχει και μια ακόμα κραυγαλέα διαφορά με φαινομενικώς παρόμοιου τύπου αφηγήσεις διαφόρων πάλαι ποτέ στρατευμένων, που είτε έγιναν ό,τι μισούσαν (και πλέον βλέπουν αφ' υψηλού τα "καμώματα" και τον "ιδεαλισμό" της νιότης τους) είτε παραμένουν εγκλωβισμένοι στο γράμμα ενός ιδεολογικού απολιθώματος χωρίς από τότε να έχουν κατορθώσει το παραμικρό ως προς την προσωπική τους εξέλιξη (π.χ. κάτι αμετανόητοι σταλινικοί ή "εθνικόφρονες" δήμιοι της "εθνικής αντίστασης" και του "εμφυλίου"). Εδώ, η συνέπεια των αφηγητών στον φιλοσοφικό/υπαρξιακό και αντι-ιδεολογικό δρόμο, που με ενστικτώδη αισθητικά κριτήρια (άρα με τον ορθό τρόπο) επέλεξαν κάποτε, τους έχει προστατέψει από το να καταντήσουν στάσιμοι, ανεπίδεκτοι αυτοπαρατήρησης και άρα γραφικοί. Αυτό σημαίνει ότι εδώ δεν θα υποστεί κάποιος την ετοιματζίδικη, ξύλινη και αντιαισθητική γλώσσα (και "σκέψη") της ιδεολογίας και των κάθε είδους στρατευμένων, δεν θα βρει μελόδραμα, εμβατήρια, ούτε άλλες δοκιμασμένες γελοιοπροσπάθειες εκμαίευσης "συναισθήματος", δεν θα βρει γραφικότητα, ηθικολογία, θριαμβολογία, εμμονές, υπεκφυγές, διαψεύσεις προσδοκιών, μαυσωλεία και άλλα συναφή.
    Μοναδική ίσως εξαίρεση στα παραπάνω αποτελεί το κείμενο του εκδότη Παναγιώτη Καλαμαρά (εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα), που, παρά την ιστοριογραφική του ακρίβεια, δεν αποφεύγει να καταλήξει σε αυτολιβάνισμα του α/α χώρου. Προσωπικά απορώ πώς ο Καλαμαράς θέλει να αγνοεί τον αργό εκφυλισμό τού εν λόγω χώρου μετά το 1989, την πτώση τού ψυχοδιανοητικού επιπέδου των μελών του (όπου σήμερα συγκαταλέγεται κάθε καρυδιάς καρύδι από πρεζοχουλιγκάνια και κοινά κλεφτρόνια μέχρι μηδενιστές και διάφορα λενινιστικά γκρουπούσκουλα) και τη νόθευσή του λόγω της εισροής σε αυτόν χιλιάδων εξ' αριστεράς πικραμένων (λόγω γκρεμίσματος της βερολινέζικης "μεσοτοιχίας"), που κουβαλούν τις ιδεοληψίες τους, την αγελαία τους νοοτροπία, τους πολιτικάντικους καιροσκοπισμούς τους, τον ξερολισμό τους, τις απόλυτες αλήθειες τους, τους πατερναλισμούς τους, τους ηγετισμούς τους και όλον τον υποφώσκοντα σταλινοφασισμό τους. Μάλιστα, πρόσφατα (επέτειος Πολυτεχνείου 2017) γίναμε και μάρτυρες της κατάντιας να βλέπουμε προκηρύξεις συνυπογραφόμενες από ... "ομάδα αναρχικών και κομμουνιστών" (λες και οι αναρχικοί δεν είναι κομμουνιστές). Για να μην αναλύσω την απόλυτη (αυτο)υποβάθμιση του α/α χώρου ως ουραγού -και παιδιού για τα θελήματα- βαθύτατα  εξουσιαστικώς δομημένων οργανώσεων όπως εκείνων του λεγόμενου "αντάρτικου πόλης" (απαρχαιωμένη πρακτική που την είχαν πρωτοεφαρμόσει οι αναρχικοί του 19ου αιώνα, για να την εγκαταλείψουν στις αρχές του 20ου, ενώ μετά το 1960 την "ανακάλυψαν" οι αυτοαποκαλούμενοι "επαναστάτες μαρξιστές" - ως γνωστόν ο μαρξισμός ανακαλύπτει σταθερά με καθυστέρηση δεκαετιών τα "αποφάγια" τού πάντα προπορευόμενου αναρχισμού...). Και για να μην αναφέρω την έκλειψη του χαρακτηριστικά αναρχικού χιούμορ (συνέπεια κι αυτή, της μαζικής εισροής ατόμων με ισχυρά αριστερά κατάλοιπα), τη σοβαροφάνεια (το ίδιο) και την καταβύθιση στο κλισέ και τη συνθηματολογία (το ίδιο), πράγματα που είναι εμφανέστατα στα σημερινά κείμενα του α/α χώρου. Μετά απ' αυτά δεν είναι να απορεί κάποιος που ο νεοελληνικός α/α χώρος έχει αρχίσει να παράγει και διάφορα καινοφανή φρούτα σαν τους αυτοαποκαλούμενους "αντισπισιστές", ή που πέφτει τόσο εύκολα θύμα της προβοκάτσιας (πολύνεκρος εμπρησμός τράπεζας Μαρφίν το 2010), ή που οι σημερινοί νεοέλληνες "αντιεξουσιαστές" είναι παντελώς ανίκανοι να παράγουν ένα κείμενο όπου να μην ξέρεις από τις δύο πρώτες γραμμές τί πρόκειται να διαβάσεις στη συνέχεια.


    Χαρακτηριστικά "πανεπιστημιακά" graffitis των ελληνικών '80s. Το πρώτο από τουαλέττες, όπου χλευάζεται η συνεχής παρακολούθηση / "αξιολόγηση" των σταλινικών νεολαίων από τους κομματικούς προϊσταμένους τους. Το δεύτερο από τοίχο κάποιας σχολής, όπου χλευάζεται η συχνή συνεργασία ΚΝΕ και ειδικών μονάδων της αστυνομίας στην καταστολή (εξ' ου και η σύντμηση "ΚΝΑΤ"). 
    (Από το φωτογραφικό λεύκωμα του Γιάννη Δημαρά "Εμπρός στον Έτσι που χάραξε ο τέτοιος", εκδόσεις Κάκτος 1981)
    


   Αυτό όμως που αισθάνομαι ότι κατεξοχήν λείπει από τα κείμενα είναι κάποιες, γενικές έστω, νύξεις σχετικά με το πως οι συγγραφείς τους ενέταξαν την εμπειρία της "άγριας πλευράς" στη συνέχεια της ζωής τους (γιατί, εντάξει, κάναμε τότε ό,τι κάναμε, αλλά τί το κάναμε μετά αυτό που κάναμε, πώς μας διαμόρφωσε, πώς το αξιοποιήσαμε για να κάνουμε αυθεντική τη ζωή μας, πώς μας έκανε καλύτερους, σε τί μας βοήθησε ή μας ανάσχεσε, ή τί συμβιβασμούς αναγκαστήκαμε να κάνουμε, ή ποιό -αναπόφευκτο- προσωπικό κόστος αναγκαστήκαμε να καταβάλλουμε;). Σαν να έχουν αυτολογοκριθεί οι συγγραφείς ως προς τη βιωματικότητα που είναι βέβαιο ότι διαθέτουν (αυτολογοκρισία που δεν συμβαίνει στις συνεντεύξεις που αναπαράγει ο Τουρκοβασίλης στα Ροκ Ημερολόγια). Λείπει δηλαδή ένα είδος χαλαρού προσωπικού απολογισμού της μεσολαβήσασας έκτοτε τριακονταετίας, δοσμένου όχι βέβαια με τρόπο που να αποκαλύπτει "προσωπικά δεδομένα", αλλά που να διαθέτει κάποια συλλογική αναφορά και απήχηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα κείμενα, παρά το αναμφισβήτητα καλογραμμένο τους, είναι απλώς καταγραφικά, υπερβολικά αποστασιοποιημένα, και τελικώς χωρίς το νεύρο και το πάθος των φωτογραφιών Έτσι, παρά τις αρετές τους που αναφέρθηκαν πιο πάνω (και εξαιρουμένων εκείνων των Κολοβού και Σούζα), θυμίζουν δημοσιογραφικού ύφους και χαρακτήρα άρθρα (έστω και "ψαγμένα"), σαν αυτά που μπορεί κάποιος σήμερα να βρει εύκολα σε γνωστά περιοδικά ή ιστοσελίδες ποικίλης ύλης (ακόμα και του λεγόμενου "lifestyle"). Κι αφού τα κείμενα δεν διαθέτουν ούτε επιστημονικές (εξαιρουμένων εκείνων των Κολοβού και Σούζα) ούτε βιωματικές αξιώσεις, αλλά (σε αντίθεση με τις φωτογραφίες) είναι τα περισσότερα δημοσιογραφικού χαρακτήρα, το ερώτημα που τίθεται είναι: ποιά η θέση τους σε ένα βιβλίο, όπου αυτό που περιμένει ο αναγνώστης είναι κάτι πρωτότυπο (δηλαδή κάτι που να μην μπορεί να βρεθεί στις άλλες μορφές έντυπου ή ηλεκτρονικού λόγου) και κάτι στο οποίο να θέλει να ανατρέχει στο μέλλον;


   Το ιστορικό εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του περιοδικού "Τα Άνθη Του Κακού", άνοιξη 1987.

    Δεδομένου ότι δεν πρόκειται για ακαδημαϊκή εργασία αλλά για φωτογραφικό λεύκωμα (δηλαδή για εργασία που δικαιολογημένα προβάλλει αξιώσεις και "ντοκουμενταριστικής" και καλλιτεχνικής ανάδειξης της προσωπικής μαρτυρίας), η απουσία ανάλογης ανάδειξης από τους γράφοντες των κατεξοχήν υπαρξιακών αιτίων (του απαξιωτικά αποκαλούμενου από τον αριστεροδεξιό μικροαστισμό και ως "υποκειμενισμού", ή "αυτοαναφορικότητας", ή "ατομικισμού") που ωθούν κάποιον να αυτοκαθορίζεται μέσω του underground, δείχνει ανεξήγητη και αδικαιολόγητη. Αντιθέτως, ο underground "υποκειμενισμός", είναι (τουλάχιστον για το εξασκημένο μάτι) προφανής στις φωτογραφίες του Νικολαΐδη (όπως και σε εκείνες του Τουρκοβασίλη στα Ροκ Ημερολόγια). Αναδείξεις του "υποκειμενικού" βιωματικού στοιχείου εδώ κι εκεί (έστω λανθάνουσες και "ανάμεσα στις γραμμές") διαθέτουν ακόμα και οι πιο "ψυχρές" επιστημονικές κοινωνιολογικές ή ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, ενώ η εδώ έλλειψή τους (και σε αντίθεση με τα Ροκ Ημερολόγια) καθιστά τη μαρτυρία άχρωμη, άοσμη, άγευστη και τελικά μή ολοκληρωμένη.
    Εν ολίγοις, αποτελεί αδυναμία του βιβλίου το ότι τα κείμενα δεν αναδεικνύουν τις φωτογραφίες, όπως θα όφειλαν να κάνουν σε ένα φωτογραφικό λεύκωμα (κι όπως επετεύχθη στα Ροκ Ημερολόγια). Θα έλεγα μάλιστα ότι, όχι μόνο τα κείμενα δεν λειτουργούν στο πνεύμα των φωτογραφιών, αλλά ότι κι οι φωτογραφίες έχουν υποβαθμιστεί στον ρόλο της εικονογράφησης των κειμένων.


Μερικές φωτογραφίες από το βιβλίο

     Ένα άλλο μειονέκτημα αποτελεί κατά τη γνώμη μου η απουσία (επίσης σε αντίθεση με τα Ροκ Ημερολόγια) έστω ενός ανάλογου κειμένου από τον ίδιο τον Νικολαΐδη. Λείπει δηλαδή η προσωπική οπτική του ιδίου του φωτογράφου, οι λόγοι που είχε,  η ερμηνεία που δίνει ο ίδιος στα γεγονότα που επέλεξε να απαθανατίσει. Αυτό, εκτός τού ότι θα έδινε βήμα στον απόντα στα άλλα κείμενα "υποκειμενισμό", θα έδινε επίσης έναν πιο προσωπικό τόνο στο λεύκωμα, κάτι σαν πιστοποίηση "ονομασίας προελεύσεως" ή σφραγίδα "γνησιότητας". Αντίθετα, στα Ροκ Ημερολόγια ο Τουρκοβασίλης μοιάζει να είναι διαρκώς παρών, όχι μόνο ως ο φωτογράφος αλλά και ως ο εις -βιωματικό- βάθος "ξεναγός". Η μή ανάληψη μιας ανάλογης λειτουργίας από τον Νικολαΐδη, ίσως κάνει κάποιες κακές γλώσσες να μιλήσουν για "αρπαχτή" (π.χ. ότι οποιοσδήποτε μπορεί να ξεθάψει ή μαζέψει κάμποσες φωτογραφίες από μια εποχή, να βάλει κάποιους να γράψουν μερικά κείμενα γι΄αυτήν, και να βγάλει στην αγορά κάτι ανάλογο). Δεν αποκλείεται μάλιστα να ακολουθήσουν τέτοιες "αρπαχτές", κάτι που θα αδικούσε τη δουλειά του Νικολαΐδη, στερώντας της το cult status που έχουν αποκτήσει τα Ροκ Ημερολόγια.


   Το πρώτο φύλλο της μηνιαίας ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ (Νοέμβριος 1983), πιθανότατα της σοβαρότερης και κορυφαίας αναρχικής/αντιεξουσιαστικής εφημερίδας που κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα. 


    Για την Ελλάδα τα '80s υπήρξαν, μεταξύ άλλων, η ετεροχρονισμένη της δεκαετία του '60, όχι μόνο ως ποπ φαινόμενο (βλ. τον σημερινό συρμό της “εϊτίλας”), αλλά κυρίως ως μια underground Κοσμογονία. Και μπορεί το πολιτιστικό ή πολιτικό εξαγόμενο του (τριτοκοσμικού, για να μην ξεχνιόμαστε...) ελληνικού underground να υπολειπόταν αναμενόμενα κατά πολύ των αναλόγων του στις προηγμένες δυτικές χώρες (Η.Π.Α., Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία κλπ.), αλλά οι "υποκειμενικές" του ρίζες υπήρξαν πανομοιότυπες και ισότιμα γνήσιες όπως παντού αλλού: όλοι όσοι σε αυτή τη χώρα "δεν χωρούσαν πουθενά", όλοι οι χαρισματικοί "απροσάρμοστοι", οι με πρόβλημα ταυτότητας (ίσως γιατί ήσαν οι μόνοι που ήθελαν να έχουν ταυτότητα), αυτοί που δεν ψώνισαν ετοιματζίδικα από τα ιδεολογικά σούπερ μάρκετς, αυτοί που δεν δέχτηκαν να διεκπεραιώσουν χωρίς ερωτήσεις τα ρολάκια που η "κοινωνία" ήθελε να τους φορέσει καπέλο, οι "μή λειτουργικοί", οι χωρίς προκάτ "στόχους" (ίσως γιατί είχαν τον ανώτατο στόχο: να ζήσουν κατά τον δαίμονά τους), αυτοί που επέλεξαν να βαδίσουν στην ανασφάλεια ενός προσωπικού και άρα άγνωστου (και με ελάχιστες πιθανότητες αίσιας έκβασης) δρόμου, αυτοί που (κατά την περίφημη φράση του Αισχύλου στον Προμηθέα Δεσμώτη) "τη δυστυχία τους δεν θα αντάλασσαν ποτέ με τη σκλαβιά των άλλων", οι outsiders από αξιοπρέπεια, οι ανεπιθύμητοι, οι αδέσποτοι,  τα διάφορα εξωτικά "Άνθη του Κακού" (με τα αγκάθια τους), έκαναν με πρωτοφανή έως τότε εμφατικότητα τη συλλογική δήλωσή τους (η οποία χάρισε και τον ιδανικό τίτλο σ΄αυτό το βιβλίο). Αυτά τα "ατομικιστικά" (αλλά και με τόση παγκοσμιότητα) κίνητρα, είναι που "παραδόξως" διαμόρφωσαν το underground ως την πρώτη παγκόσμια συλλογικότητα και το πρώτο πραγματικά παγκόσμιο κίνημα της Ιστορίας (αν εξαιρέσουμε τις κοινότητες των ευδαιμονιστικών φιλοσοφικών ρευμάτων της ύστερης αρχαιότητας: επικούρειοι, κυνικοί και στωικοί). Διότι τί άλλο από "υποκειμενική" και άκρως προσωπική μπορεί να είναι μια συλλογική δήλωση του τύπου  "Είμαστε τρελοί κι ευτυχισμένοι";
  
    Για τους περισσότερους, μπροστά στο ελάχιστα ενδιαφέρον μέλλον που προαισθάνονταν ότι τους περίμενε, η έξαψη της εποχής εκείνης, το αίσθημα κοινότητας που καλλιεργήθηκε στις συνομαδώσεις τους και η πληρότητα που ένιωθαν, υπήρξε ό,τι πιο αυθεντικό έζησαν ποτέ, το υψηλότερο σημείο όπου έβαλαν ποτέ τον πήχη των ζωών τους, το αξεπέραστο μέτρο σύγκρισης για τη μετέπειτα πορεία τους και, τελικά, η μόνη πατρίδα που είχαν ποτέ. Έκτοτε "δεν μπορούν να πάνε ούτε πίσω ούτε μπροστά", ευρικόμενοι σε μια κατάσταση αναμονής σαν αυτή που περιέγραψαν/προέβλεψαν αριστοτεχνικά οι Τρύπες στο τραγούδι τους Αμνησία, ήδη από το 1985. Και διεξάγοντας έναν καθημερινό υπαρξιακό ανταρτοπόλεμο προσποιούνται (κατά το επικούρειο λάθε βιώσας) τους κανονικούς ανθρώπους, για να επιβιώσουν τουλάχιστον με στοιχειώδη φιλοσοφική αξιοπρέπεια.
   "Τρελοί κι ευτυχισμένοι" λοιπόν, αλλά αυτή η (κατά τα άλλα προσεγμένη) έκδοση μάλλον δεν επιτυγχάνει να αναδείξει πόση άγρια χαρά, αλλά και πόση αγωνία έκρυβε στην εποχή της αυτή η σχεδόν ξορκιστική αυτοπεριγραφή. 


                                           Τρύπες - Αμνησία (1985)
    
     Θ.Λ.




10 σχόλια:

  1. ουπς! αυτή η έκδοση μου είχε ξεφύγει. Ευχαριστώ υπνοβάτη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και μόλις έμαθα ότι έφυγε ο Τζίμης Πανούσης στα 64 του. Πιθανότατα ο πιο τρελός κι ευτυχισμένος απ' όλους...

      Διαγραφή
    2. "Λευτεριά στον Βιετναμέζο βελονιστή!!!" Απο τηλεοπτικη του εμφανιση(1996;) στην εξοδο των δικαστηριων οπου ταλαιπωρουνταν με τον ακατονομαστο...καλο Του ταξιδι...Τουρμπο ο γιος μου δεν προλαβε να τον δει.
      Νοτης

      Διαγραφή
    3. Χα χα, τί μου θύμισες...
      Όσο για τον γιό σου, εντάξει δεν πειράζει και τόσο. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια ο Πανούσης είχε εξελιχθεί σε showman. H all time classic εποχή του ήταν στα '80s. Eυτυχώς λοιπόν που υπάρχουν οι δίσκοι.

      Διαγραφή
    4. Συμφωνω για το showman,με δεδομενο ομως την πολιτιστικη του προσφορα το παραβλεπω ανετα Θοδωρη μου.Στο σκαιλαμπ εβγαινε ντυμενος παπας το 1980!Ναι,μου μειναν οι δισκοι,οι αναμνησεις τα βιωματα...οπως κι με τον δυστυχο τον Θαναση Μανθο...απο καρδια κι αυτος...ολα τα ΑΓΚΑΘΙΑ στη βιβλιοθηκη μου...ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΕΣ ομως πισω/εδω ετσι;

      Διαγραφή
    5. Θανάσης Μάνθος... τί μου θύμισες! Υπήρχαν πολλοί ωραίοι άνθρωποι τότε, χαλαροί και ζεστοί (όσο κι αν η κοινωνία έκανε τα πάντα για να τους κακοποιήσει ανεπανόρθωτα), χωρίς κακίες και μιζέριες και χωρίς πικρία. Αυτοί είναι οι σληθινοί νικητές της ζωής. Τέτοιοι τύποι εμβλήματα μιας εποχής, νομίζω ότι δεν κυκλοφορούν πια στην πιάτσα. Το ατυχές με τα παιδιά μας είναι ότι δεν θα ζήσουν μια τόσο επιδραστική εποχή με τους ανθρωπότυπους και την ατμόσφαιρά της, κι όχι ότι δεν θα δουν live τις Μουσικές Ταξιαρχίες, νομίζω.

      Διαγραφή
    6. δέμα από την κόρη μου: "μπαμπά προχθές ήμουν με την κόρη του Νικολαΐδη και συζητούσαμε. Ο πατέρας της σε ξέρει και σε θυμάται, σου στέλνει αυτό και κάποιες επιπλέον φωτό εσύ λέει ξέρεις από που είναι. Φιλάκια να περνάτε καλά". Ανοίγω το δέμα και είχε μέσα το βιβλίο και καμιά δεκαριά φωτογραφίες χύμα από τα ΤΕΙ 84-86. Πρώτη μούρη χαχαχαχα ρε τα παιδιά μου έχουν πάρει τον "καλό τον δρόμο" στο ελλαδιστάν ρεεεεε!!!! Κλείτωρ

      Διαγραφή