Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ΔΙΟΔΟΤΟΣ ΕΥΚΡΑΤΟΥΣ Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ



Προσωπικότητα και συλλογικότητα εναντίον ατομισμού και μάζας

  Οποιαδήποτε προσπάθεια, η οποία θα αποσκοπούσε στον προσδιορισμό της έννοιας της συλλογικότητας, όπως αυτή ανιχνεύεται στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, θα πρέπει να αποφύγει να προβάλλει στο παρελθόν ορισμένες έννοιες της σημερινής εποχής. Π.χ. λέξεις όπως «ατομισμός», «ατομιστής», «μάζα» κ.λπ. θα ήσαν ακατανόητες σε έναν αρχαίο και φυσικά συσκοτίζουν το νόημα που έδιναν οι ίδιοι οι αρχαίοι στην έννοια της συλλογικής δράσης.
    

Άτομο, πρόσωπο και συλλογικότητα στον ελληνικό πολιτισμό
   Οι πολιτισμοί είναι φυσικώ τω τρόπω συλλογικές διαδικασίες και δημιουργίες. Δημιουργίες, όχι απλώς ανθρώπων, που ζουν στον ίδιο χώρο, αλλά και ανθρώπων διαφορετικών εποχών, που συνεπεμβαίνουν ετεροχρονισμένα επί ήδη δοκιμασμένων κοινωνικών, αισθητικών, ή άλλων σχημάτων.Η διαδικασία αυτή, που μέχρις ενός ιστορικού σημείου γινόταν παγκοσμίως φυσικώ τω τρόπω, στην Ελλάδα της κλασσικής εποχής αποτέλεσε επιπλέον ενσυνείδητο ζητούμενο, το οποίο απαίτησε εξ’ αρχής τη δική του επιστημονική μεθοδολογία (πολιτικός στοχασμός). Αυτό δεν στέρησε βέβαια την πολιτισμική δημιουργία από την προηγούμενη φυσικότητά της αλλά την ισχυροποίησε ως κατακτημένο ανθρώπινο αγαθό (αντί μιας, μέχρι τότε, απλής διαδοχής εφήμερων πολιτισμικών μορφωμάτων, χωρίς αξία χρήσης για τις επόμενες γενεές –«η πείρα κάθε γενιάς, εκτός από ορισμένα καθαρώς πρακτικά θέματα, χανόταν μαζί της»(1)). Για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία εμφανίζεται ένα κοινωνικό μόρφωμα, η πόλις, το οποίο διαθέτει αυτοπαράσταση(2), «βλέπει» δηλαδή τον εαυτό του με ένα συγκεκριμένο τρόπο και, κατά αυτόν τον τρόπο, ωθείται να προσδιορίζει και να επιδιώκει κατά βούληση πολιτισμικούς στόχους (δηλ. επιλέγει πού θέλει να κατευθυνθεί και δεν άγεται και φέρεται από  τους άρχοντες, την τύχη, ή κάποια άλλη «μεταφυσική» της ιστορίας). 
    Εντός του πλαισίου μιας αρχαίας ελληνικής πόλης, αντιθετικά ζεύγη όπως άτομο-κοινωνία δεν έχουν νόημα. Η κοινότητα (ως κοινότητα χώρου και χρόνου –«έχουμε κοινό παρελθόν, παρόν, και μέλλον») γεφυρώνει την αντίθεση όχι μετατρέποντας την κοινωνία σε ατομιστική (νεο)φιλελεύθερη ζούγκλα ή το άτομο σε αναλώσιμο εξάρτημα μιας σαρκοβόρας κοινωνικής οργάνωσης αλλά ούτε καν αναζητώντας έναν χλιαρό συμβιβασμό, μία υποτιθέμενη χρυσή τομή ανάμεσά τους. Επίσης η κοινότητα δεν καταφεύγει σε ισοπεδωτικές θεοκρατικές πρακτικές, όπου άτομο και κοινωνία καταργούνται κυριολεκτικά δια της αναγωγής τους σε κάποια μεταφυσική, εξωκοσμική Αρχή, η οποία υποτίθεται, ότι τα «ξεπερνάει» και τα «καθαγιάζει» εξεικονιζόμενη επάνω τους ως χριστιανική «Εκκλησία».
        
Συνέλευση πολιτών στην αρχαία Αθήνα (πίνακας του Philipp von Foltz)
Στον κλασικό ελληνικό κόσμο η κατοχύρωση της  προσωπικότητας εγγυάτο την ενδυνάμωση της συλλογικότητας.  Η ανυπαρξία κράτους, κυβέρνησης, πολιτικής εκπροσώπησης κ.λπ. και η απευθείας και άμεση άσκηση της  πολιτικής εξουσίας από την συνέλευση των πολιτών (δηλ. χωρίς την ύπαρξη πολιτικών μεσαζόντων), αποτελεί το σταθερό σημείο αναφοράς των νεοτέρων πολιτικών θεωριών. Σε μια αρχαία ελληνική πόλη το άτομο έτρεφε τη συλλογικότητα. Ενώ στην περίπτωση ενός ανθρώπινου κοπαδιού, ή όχλου συμβαίνει το αντίθετο: η ομαδική ισχύς δυναμώνει (=φανατίζει) τα ελλειμματικά άτομα.



    Στα πλαίσια της κοινότητας το άτομο και η κοινωνία αποτελούν συμπληρωματικές όψεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κοινότητα για να υπάρξει ως τέτοια χωρίς να κινδυνεύει να ολισθήσει είτε προς την κατεύθυνση της ανταγωνιστικής ατομιστικής ασυδοσίας, είτε προς αυτήν του ισοπεδωτισμού και της μαζοποίησης, πρέπει να παράξει μια εξισορροπητική  οντολογική σταθερά: το πρόσωπο. Το πρόσωπο είναι το σημείο συνάντησης και σύνθεσης  ατόμου και κοινωνίας και επίσης το σημείο εκκίνησης της ενσυνείδητα και αυτόβουλα κατευθυνόμενης πολιτισμικής δραστηριότητας. Επι πλέον το πρόσωπο αποτελεί μία σχέση ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία, από την ποιότητα της οποίας εξαρτάται όχι μόνο το πολιτισμικό της αποτέλεσμα αλλά η ίδια η συνοχή της. Οποιαδήποτε διαταραχή αυτής της σχέσης οδηγεί διαπιστωμένα, είτε σε κοινωνίες γενικευμένης επιθετικής ιδιώτευσης, είτε σε κοινωνίες λιγότερο ή περισσότερο συγκαλυμμένου ολοκληρωτισμού (και γενικευμένης αμυντικής ιδιώτευσης).
     Πρώτη ύλη του προσώπου αποτελεί αναμφισβήτητα το άτομο. Το άτομο είναι από τη φύση του κάτι απρόσωπο -όλοι είμαστε άτομα. Ωστόσο για να μπορεί να υπάρχει το άτομο προϋποτίθεται, ότι κατ’ αρχήν η κοινωνία τού αναγνωρίζει το δικαίωμα να είναι, έστω, τέτοιο (δικαίωμα, που δεν πρέπει να θεωρείται καθόλου αυτονόητο για πολλές κοινωνίες και για πολλές ιστορικές περιόδους). Εν συνεχεία και σε ό,τι αφορά στην ελληνική κλασική αρχαιότητα το απρόσωπο άτομο εισάγεται στη διαδικασία αναβάθμισής του και ταυτοποίησής του σε πρόσωπο. Αυτό επετεύχθη μέσω της εκπαίδευσής του και της ανάληψης  από αυτό αντίστοιχων ευθυνών ως προς τις ζωτικές λειτουργίες της κοινωνίας (θεσμοί). Αυτή η εκπαίδευση και η ανάληψη ευθυνών οδηγούν σε μία άνευ προηγουμένου διεύρυνση του περιορισμένου ατομικού ορίζοντα. Η κοινότητα δεν αντιμετωπίζει το άτομο μηχανιστικά και αδιάφορα, ως μελλοντικό ιδιώτη, αλλά επενδύει σε αυτό ως αναντικατάστατο συστατικό της. Από την άλλη, η ίδια δεν αντιμετωπίζεται από το πρόσωπο (πρώην άτομο) σαν ένα πεδίο ωφελιμιστικής δράσης, αλλά σαν μία προσωπικής σημασίας υπόθεση. Με αυτόν τον τρόπο, το πρόσωπο πραγματώνει την αυτοσυνείδηση ως την πιο προηγμένη μορφή της κοινωνικής συνείδησης.

     Στην αρχαία ελληνική σκέψη και ιδιοσυγκρασία, άτομο και κοινωνία ανέπτυξαν τη σχέση του ειδικού προς το γενικό με έναν άνευ ιστορικού προηγουμένου τρόπο: «Ανακαλύπτουμε εδώ πράγματι ένα χαρακτηριστικό ειδικό της ελληνικής κουλτούρας: συνίσταται στη συνένωση μιας συγκεκριμένης μορφής και μιας αφηρημένης σημασίας κατά τρόπο ώστε αυτά τα δύο να συμπίπτουν όσο το δυνατόν περισσότερο»(4).

Ένα παράδειγμα συνηθισμένου προσώπου από τον Θουκυδίδη
 Ο Διόδοτος, γυιός του Ευκράτους, καταγόταν από έναν από τους πολλούς δήμους της Αττικής. Σαν παιδί πήγε στο σχολείο, όπου -βάσει ενός πολιτειακώς ενιαίου προγράμματος- διδάχθηκε ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, γεωμετρία, σωματική αγωγή, μουσική και, φυσικά, τα ομηρικά έπη. Στην εφηβεία του έμαθε πιθανόν το επάγγελμα του πατέρα του, ή κάποιο άλλο, χωρίς ποτέ να ενδιαφερθεί να κάνει περιουσία (οι συμπολίτες του δεν θα τον υπολόγιζαν περισσότερο αν γινόταν πλούσιος).
    Όταν ενηλικιώθηκε εκπαιδεύθηκε για κάποια τιμητική περίοδο στην πολεμική τέχνη (και δεν παρίστανε την καμαριέρα κάποιου αξιωματικού, ή τον οδοκαθαριστή κάποιου στρατοπέδου, ή τον ένοπλο βαστάζο κάποιου πραξικοπηματία, ή τον αγγαρειοδόχο της κοινωνίας του). Πολέμησε για πρώτη του φορά, ίσως ως οπλίτης στον πέμπτο ή έκτο στίχο -μαζί δηλαδή με τους λιγότερο έμπειρους- της αθηναϊκής φάλαγγας σε κάποια από τις αναρίθμητες συμπλοκές μεταξύ των ελλήνων εκείνης της εποχής. Πιο μπροστά από αυτόν είχαν παραταχθεί οι εμπειρότεροι, οι ευκατάστατοι, οι οικογενειάρχες και οι ολυμπιονίκες, όλοι δηλαδή αυτοί, που είχαν περισσότερους λόγους για να κινδυνεύσουν, ή για να επικυρώσουν την αξία τους.
    Για δύο ώρες, συμπαγής η σιδηρόφρακτη φάλαγγα, εκτελούσε με ακρίβεια κοπιαστικούς ελιγμούς αναχαίτισης, ή υπερφαλάγγισης, ή μετωπικής σύγκρουσης, επί ενός αντιπάλου, που πολεμούσε εξ ίσου αριστοτεχνικά με τον ίδιο τρόπο. Για δύο ώρες προστάτεψε αποτελεσματικά με την ασπίδα του, τον φίλο του από τη γειτονιά του, που βρισκόταν στη θέση αριστερά του αλλά και ο ίδιος προστατεύτηκε εξ ίσου αποτελεσματικά από την ασπίδα του αγροτόπαιδου, που βρισκόταν στη θέση δεξιά του (στο κτήμα του πατέρα του οποίου, συνήθιζε μικρός να ικανοποιεί την πανάρχαια παιδική ανάγκη για κλοπή φρούτων). Ούτε στιγμή δεν του πέρασε από τον νου, ότι μετά από τόσες ώρες θα δικαιολογείτο να λυγίσει το χέρι του από τα 10+ κιλά βάρος της ασπίδας και να αφήσει εκτεθειμένο τον διπλανό του. Άλλωστε και στην εκπαίδευση τού είχαν μάθει, ότι πολεμάει πρωτίστως για τον άντρα, που βρισκόταν δίπλα του.

     Σε καιρό ειρήνης, αφού τελείωνε την εργασία της ημέρας, πήγαινε αρκετές φορές μέχρι την Αγορά για να ακούσει διάφορους ταξιδεμένους και διαβασμένους, από ό,τι του φαινόταν, ανθρώπους, να συζητούν και να δέχονται δημοσίως ερωτήσεις για σπουδαία ζητήματα σχετικά με τη φύση του Κόσμου, των Νόμων του και για το πώς αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται από τους θνητούς, ώστε να τους οδηγούν σε αυτό που τότε αποκαλείτο ευδαίμων βίος.
     Επίσης, συμμετείχε σχεδόν ανελλιπώς στις συχνές λαϊκές συνελεύσεις της εκκλησίας του Δήμου και άκουγε με σπουδή όσους αγόρευαν (μάλιστα η πόλη τον αποζημίωνε οικονομικά θεωρώντας ως παραγωγικές τις ώρες που αφιέρωνε εκεί). Στις συνελεύσεις, το συνηθέστερο θέμα ήταν η επεξεργασία ενός νέου νόμου, ή η τροποποίηση κάποιου παλαιότερου.
   Η λέξη «νόμος» προέρχεται από το ρήμα «νέμω», ήταν δηλ. ο νόμος μια νομή δικαιωμάτων και καθηκόντων, η οποία αποφασιζόταν κοινή συναινέσει από όλους τους πολίτες, αφού δεν υπήρχε κυβέρνηση και η εξουσία ασκείτο απ’ ευθείας από τον Δήμο (= σύνολο αυτοτελών προσωπικοτήτων). Κατά συνέπεια η εφαρμογή των νόμων θεωρείτο αυτονόητη, αφού αυτοί δεν είχαν δημιουργηθεί και επιβληθεί από μια εξουσία διαχωρισμένη από την κοινότητα. 

     Δύο φορές στη ζωή του είχε κληρωθεί και θητεύσει για κάποιους μήνες σε δημόσια αξιώματα, την πρώτη ως δικαστής στο δικαστήριο της Ηλιαίας και την δεύτερη σε κάποια από τις οικονομικές υπηρεσίες της πόλης. Πήγαινε συχνά στο θέατρο (πιθανώς είχε παρακολουθήσει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη, έργο που είχε πετύχει να κάνει αρκετούς συμπολίτες του να ταυτιστούν με τις ξεκληρισμένες ηρωίδες και να σκεφτούν πολύ επάνω στα τραγικά γυρίσματα της ζωής). 
     Η ζωή στην Αθήνα ήταν ένα υψηλού επιπέδου καθημερινό σχολείο, μια διαρκής εκπαίδευση επάνω στα θεμελιώδη ζητήματα της κοινωνίας και της  ύπαρξης. Μέρα με την μέρα, κάθε πολίτης ένιωθε πως γινόταν πλουσιότερος και πιο ολοκληρωμένος. Αυτή την πόλη ήταν αδύνατο να την  βαρεθείς. Μια ζωή πληρότητας(1)  ήταν προσιτή σε όλους, ντόπιους και –σε μικρότερο βαθμό- ξένους. Ο Διόδοτος του Ευκράτους ήξερε, ότι σε γενικές γραμμές παρόμοιος ήταν ο τρόπος ζωής στις περισσότερες πόλεις της Ελλάδας. Ήταν ο ελληνικός τρόπος. Η Αθήνα όμως είχε αρχίσει να προηγείται με εμφανή διαφορά.

     Τα τελευταία τρία χρόνια η πόλη του και οι σύμμαχές της, βρισκόταν σε πόλεμο με τον πελοποννησιακό συνασπισμό. Όπως και πολλοί άλλοι, ο Διόδοτος είχε αρχίσει να προβληματίζεται σχετικά με το νόημα όλων αυτών των συγκρούσεων μεταξύ των ελληνικών πόλεων, οι οποίες είχαν επι πλέον αρχίσει να διαρκούν και να κοστίζουν σε χρήμα και αίμα, ασυνήθιστα πολύ σε σχέση με τον παλιό καλό καιρό. Επίσης είχαν αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινή συλλογική ηθική και νοοτροπία.
     Σαν να μην έφταναν αυτά, ένας λοιμός είχε περάσει από την πόλη, σπέρνοντας αδιακρίτως τον θάνατο. Ο ίδιος ίσως ήταν πλέον αρκετά μεγάλος για να πάρει θέση στην φάλαγγα. Ίσως όμως είχε γιούς, που πολεμούσαν ήδη ως πεζοναύτες και μία κόρη, που ο μνηστήρας της επίσης πολεμούσε. Ίσως έπρεπε να δικαιολογηθεί και στη γυναίκα του (την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα σε κάποια δημοτελή γιορτή), η οποία μονίμως τον καλόπιανε να μαζέψει τους φίλους του, να βγούνε στη Συνέλευση και να μιλήσουν έξω από τα δόντια, για να σταματήσει επιτέλους αυτή η τρέλα για πανελλήνια κυριαρχία.





  






Το πόσο μεγάλη σημασία είχε η ανάδειξη της προσωπικότητας του ατόμου κι όχι η (κ)οπαδοποίησή του για τον ελληνικό πολιτισμό φαίνεται από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου είχαν καθιερωθεί αποκλειστικά ατομικά και κανένα ομαδικό αγώνισμα.
Στη μεγάλη φωτογραφία εικονίζεται ένας νικητής αρχαίος αθλητής μετά την επιτυχία του (αγγείο μουσείου Ερμιτάζ). Στην ένθετη φωτογραφία φαίνεται ένας επίσης νικητής αθλητής (ποδοσφαιριστής) στη σύγχρονη Ελλάδα, ο οποίος μετά την επιτυχία του χειρονομεί προς τους αντιπάλους.

     Αυτή η αλαζονεία της Αθήνας απασχολούσε εδώ και καιρό τον Διόδοτο. Οι υπαιθρίως φιλοσοφούντες της Αγοράς είχαν αρχίσει να συσχετίζουν όλο και πιο ανοιχτά την αθηναϊκή υπεροψία με την τρομερή έννοια της Ύβρεως. Ωστόσο η Αθήνα ήταν ακόμη αρκετά δυνατή για να τους δώσει σημασία. Η πόλη του προτιμούσε προς το παρόν να ακούει δεινούς δημαγωγούς, όπως εκείνος ο δαιμόνιος βυρσοδέψης, ο  Κλέων, που περνιόταν για συνεχιστής του, νεκρού από τον λοιμό, Περικλή.
     Ο Διόδοτος δεν συμπαθούσε τον Κλέωνα. Μάλιστα ο Αριστοφάνης, αυτός ο «δηλητηριώδης» κωμικός με την ευγενική ψυχή, είχε χαρακτηρίσει τον τελευταίο ως άξεστο, αγράμματο και γελοίο υποκείμενο, κατηγορίες βαρύτατες για μια κοινωνία, όπου η παιδεία ήταν ίσως το καταρχήν ζητούμενο για έναν πολίτη.
     Ο Διόδοτος πήγαινε συχνά στα κουρεία, όχι πάντα για να κουρευτεί αλλά γιατί εκεί ήταν ο τόπος συνάντησης των αντρικών παρεών (κάτι σαν το νεοελληνικό καφενείο). Εκεί μοιραζόταν με τους φίλους του τις ίδιες αόριστες ανησυχίες για την εξωτερική πολιτική της Αθήνας. Αλλά δεν είχαν κάτι συγκεκριμένο να αντιτάξουν στη Συνέλευση απέναντι σε ρήτορες όπως ο Κλέων, που υποστήριζαν την συνέχιση, με κάθε μέσο, του πολέμου για την διατήρηση της αθηναϊκής ηγεμονίας.
     Ήταν λοιπόν η κοινότητα μια κοινωνία διαρκώς νηφάλιων ανθρώπων; Όχι βέβαια. Όλοι γνώριζαν, ότι όπου συνυπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν και οι συγκρούσεις τους. Σε όλες σχεδόν τις ελληνικές πόλεις υπήρχε η  άτυπη πολιτική ομαδοποίηση ανάμεσα σε ολιγαρχικούς και δημοκρατικούς (οι ολιγαρχικοί μάλιστα οργανώνονταν σε μυστικές λέσχες και συνομωτούσαν ενάντια στον Δήμο). Παρ’ όλα αυτά, ο Διόδοτος και οι φίλοι του ούτε στιγμή δεν σκέφτηκαν να σχηματοποιήσουν με άκομψο τρόπο τις απόψεις τους σα μια συνταγή «σωτηρίας» από τα κάθε είδους κοινωνικά δεινά (κάτι σαν τις σημερινές ιδεολογίες) και να προσπαθήσουν να την επιβάλλουν ιδρύοντας μια πολιτική παράταξη ομαδικώς ιδιωτευόντων «σωτήρων», διαχωρισμένη και αποστασιοποιημένη από την κοινωνία (κάτι σαν τα σημερινά κόμματα). Παρά την γνωστή αγάπη των ελλήνων για την εξαγωγή γενικών κανόνων από τα επιμέρους ζητήματα, γνώριζαν, ότι και οι γενικεύσεις έχουν τα όριά τους και, ότι η ευδαιμονία, ατομική, ή συλλογική, κατακτάται μέσα από τη κοπιαστική αντιμετώπιση των επιμέρους προβλημάτων της και όχι με ετοιματζίδικες λύσεις. Γνώριζαν επίσης, ότι καμμία ιδεολογικού τύπου γενίκευση δεν μπορεί να στέκεται επάνω από την ίδια την  κοινότητα ως την ανώτερη και ιερότερη γενίκευση. 

     Αν και ήταν κοινός τόπος για όλους τους έλληνες, ότι η διοίκηση μιας κοινωνίας πρέπει να ασκείται από τους άριστους (δηλ. τους κατέχοντες την πολιτική αρετή), υπήρχε διαφωνία σχετικά με το πώς έπρεπε να οριστούν αυτοί. Για τους οπαδούς της παλιάς ολιγαρχίας, που είχαν χάσει τα προνόμιά τους, η κατοχή της πολιτικής αρετής ήταν ζήτημα έμφυτο και «ευγενούς» καταγωγής και τους φαινόταν αδιανόητο ένας π.χ.  βυρσοδέψης, ή ένας ξυλουργός να έχουν άποψη επί ζητημάτων, που σχετίζονται με τη διακυβέρνηση μιας πόλης.
     Για τους δημοκρατικούς η πολιτική αρετή ήταν κάτι επίκτητο, που μπορούσε να διδαχθεί και να γίνει κτήμα όλων των ελεύθερων ανθρώπων: όλοι μπορούσαν να γίνουν άριστοι άν εθίζονταν στη φιλοσοφική σκέψη και άσκηση π.χ. μέσω του θεάτρου, ή μέσω των συζητήσεων στην Αγορά, ή αν αναλάμβαναν εκ περιτροπής πολιτειακές αρμοδιότητες και κυρίως αν πείθονταν με χειροπιαστό τρόπο, ότι η ευημερία της κοινωνίας ισοδυναμεί με την προσωπική τους. Για μια δημοκρατία κυρίαρχη επιδίωξη και πρόκληση αποτελούσε η έμπρακτα θεμελιωμένη ταύτιση ατομικού και κοινωνικού συμφέροντος. («Φαίνεται δε όχι μόνον από ένα παράδειγμα, αλλά, γενικώς πόσον σπουδαίο πράγμα είναι η ισότης. Διότι οι Αθηναίοι εφ’ όσον μεν εδιοικούντο τυραννικώς, δεν ήσαν καθόλου καλύτεροι εις τα πολεμικά από κανέναν των γειτόνων τους, απαλλαγέντες όμως από τους τυράννους έγιναν πρώτιστοι όλων. Τούτο φανερώνει ότι, ότε ήσαν δούλοι, συμπεριεφέροντο εκουσίως ως δειλοί, σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δια τον κύριόν των, ότε όμως ηλευθερώθησαν, ο καθένας εδείκνυε προθυμίαν να εργασθή σκεπτόμενος ότι εργάζεται δια τον εαυτόν του», Ηροδότου Ιστορία Ε 78, εκδόσεις Πάπυρος, απόδοση  Κ.Θ. Αραπόπουλου)(5).

     Ωστόσο η αφορμή να αναμετρηθούν με τον Κλέωνα και τους ομοϊδεάτες του επάνω σε κάτι συγκεκριμένο δεν άργησε να δοθεί. Η Λέσβος -υπολογίσιμη σύμμαχος- επαναστάτησε αλλά το πανίσχυρο και πανταχού παρόν αθηναϊκό πολεμικό ναυτικό κατέστειλε έγκαιρα την ανταρσία. Έμενε να αποφασιστεί η τύχη των ηττημένων. Συγκλήθηκε έκτακτη συνέλευση των πολιτών, όπου ο Κλέων με έναν ρητορικό περίπατο έπεισε να θανατωθούν οι επιζήσαντες άνδρες και να πουληθούν ως δούλοι τα γυναικόπαιδα τής πρώην συμμάχου. Απέπλευσε μάλιστα ένα πολεμικό  πλοίο για τη Λέσβο, με σκοπό να μεταφέρει στον εκεί αθηναϊκό στόλο την απόφαση-εντολή της Συνέλευσης.
     Το βράδυ, που ο Διόδοτος επέστρεψε από την Συνέλευση, είχε να αντιμετωπίσει τα «μούτρα» που του έκανε η γυναίκα του. Τα νέα σχετικά με την ληφθείσα απόφαση είχαν ήδη προλάβει να  φτάσουν στις γειτονιές. Σε όλα σχεδόν τα σπίτια οι γυναίκες επιτίθεντο στους άντρες, που είχαν ανεχτεί κάτι τέτοιο. Ήταν και τα θεατρικά έργα εκείνου του ιδιόρρυθμου, του Ευριπίδη, οι «Τρωάδες» και η «Εκάβη», που είχαν πρόσφατα υπενθυμίσει στους αθηναίους, ότι ίσως κάποτε δεν θα εξαιρούνταν ούτε οι  ίδιοι από μια παρόμοια τραγική μοίρα. Η πόλη ήταν σαν να σιγόβραζε. Κάποιοι είχαν κάνει «πηγαδάκια» στους δρόμους και λογομαχούσαν σχετικά με την σκοπιμότητα μιας πιθανής επανεξέτασης της απόφασης.  Ήταν φανερό, ότι επικρατούσε κλίμα μιας εκ των υστέρων αμφιβολίας, αν και όχι ακόμα μεταστροφής. Ωστόσο μέχρι το πρωί είχε γίνει φανερό, ότι έπρεπε να συγκληθεί νέα έκτακτη Συνέλευση.
     Τα χαράματα ο Διόδοτος (που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλη τη νύχτα) πήγε και βρήκε τους φίλους του. Αποφάσισαν να κάνουν κάτι σχετικά με το ζήτημα. Γνώριζαν πολύ καλά τον κορμό της επιχειρηματολογίας των υποστηρικτών του «ολοκληρωτικού πολέμου», όπως ήταν ο Κλέων. Εξέτασαν όλες τις πιθανές τροπές, που θα μπορούσε να πάρει μια δημόσια ρητορική αναμέτρηση. Έφτιαξαν ένα σχεδιάγραμμα αγόρευσης. Θα χτυπούσαν τον Κλέωνα και τους υποστηρικτές του, όχι επικαλούμενοι ευθέως -και αφελώς- το συναίσθημα οίκτου απέναντι στους σιδηροδέσμιους λέσβιους, αλλά αναπτύσσοντας όλες τις λογικές -δηλ. τις φιλοσοφικές και πολιτικές- προεκτάσεις του ζητήματος.  Ήσαν ελεύθεροι άνθρωποι, που οι υποθέσεις της πόλης τους τούς αφορούσαν άμεσα και δεν θα ανέχονταν να σέρνονται από κάποιους μεγαλομανείς.


    


Θουκυδίδης Ολόρου.
Χάρη σε αυτόν γνωρίζουμε την περίφημη  αγόρευση του Διόδοτου του αθηναίου. Το σημαντικότερο -και συναρπαστικότερο- στοιχείο στην ιστοριογραφία του  Θουκυδίδη, δεν είναι τόσο η καταγραφή των καθ’ αυτό ιστορικών γεγονότων, όσο η ανάδειξη του διανοητικού τους υποστρώματος: μέσα από τις νευρώδεις  συζητήσεις και δημηγορίες, που αναπτύσσονταν στις λαϊκές συνελεύσεις των εμπολέμων πόλεων, η ιστορία κατανοείται ως ζωντανή ανθρώπινη δημιουργία και όχι ως υπόθεση κάποιων δήθεν  «γεννημένων  ηγετών», ή ως  ψευδοϊστορική μεταφυσική.
     Το επόμενο πρωί κάμποσες δεκάδες χιλιάδες αθηναίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Πνύκα. Όσοι επιθυμούσαν να αγορεύσουν (ελάχιστοι αυτή τη φορά), γράφτηκαν στον κατάλογο των ομιλητών. Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. H αγόρευση του Κλέωνος ήταν μια, κατά πολύ βελτιωμένη, επανάληψη αυτής του τής προηγούμενης ημέρας: ένα  υπεροπτικό κήρυγμα υπέρ της πολιτικής της πυγμής και της παραδειγματικής τιμωρίας επί των ηττημένων, έτσι ώστε στο μέλλον κανείς σύμμαχος να μην διανοηθεί να αποστατήσει. Επισήμανε για άλλη μια φορά τους κινδύνους που θα είχε για την Αθήνα, αν δειχνόταν ο παραμικρός οίκτος στους λέσβιους: οι υπόλοιποι σύμμαχοι θα το εξελάμβαναν πιθανότατα σαν ένδειξη αδυναμίας της αθηναϊκής ηγεμονίας να επιβληθεί και θα αυτομολούσαν ο ένας μετά τον άλλον στο πελοποννησιακό στρατόπεδο. Η Συνέλευση είχε σιωπήσει σκεπτική. Φαινόταν σαν κανείς να μην μπορούσε να αντικρούσει τέτοια στέρεη επιχειρηματολογία. Έδειχνε σαν  να είχαν καμφθεί και οι τελευταίες αντιστάσεις όσων μέχρι πριν λίγη ώρα επέμεναν να ξανασκεφτούν το  ζήτημα. Το κλίμα πολύ απείχε από το να μεταστραφεί υπέρ των νηφαλιοτέρων.
     Όταν ήλθε η σειρά του Διόδοτου να ανεβεί στο βήμα, οι φίλοι του τον χτύπησαν ενθαρρυντικά στην πλάτη. Ωστόσο μίλησε λίγη ώρα, με τρόπο ήρεμο και σταθερό. Επικαλέστηκε την λογική: oι αποφάσεις που παίρνονται εν θερμώ, όπως αυτή της προηγούμενης ημέρας, δεν είναι προφυλαγμένες από την ανοησία. Οι αιτίες, που σπρώχνουν κάποιους, όπως οι λέσβιοι, να εξεγερθούν είναι περίπλοκες και γι’ αυτό η αυστηρότητα των ποινών δεν μπορεί να τούς αποτρέψει. Η δίκαιη μεταχείριση του ηττημένου και η επίδειξη μεγαλοψυχίας, θα ενίσχυε το γόητρο της  Αθήνας, αφού θα έπειθε ότι συμπεριφερόταν με σεβασμό τους συμμάχους της. Ας δικάζονταν οι υποκινητές της ανταρσίας και οι υπόλοιποι ας αφήνονταν να ζήσουν. Στο κάτω-κάτω την ανταρσία είχαν οργανώσει οι ολιγαρχικοί του νησιού και δεν υπήρχε λόγος για μια άσκοπη σφαγή και των δημοκρατικών, που ίσως είχαν αιφνιδιαστεί και εξαναγκαστεί να συμμετάσχουν.
     Η Συνέλευση γύρισε τα πάνω κάτω. Η «γραμμή» των ψυχραιμοτέρων επικράτησε, έστω και με μικρή πλειοψηφία. Απέπλευσε αμέσως ένα πλοίο για να προλάβει εκείνο με την εντολή εξανδραποδισμού, που είχε φύγει την προηγούμενη. Οι ναύτες το είχαν πάρει προσωπικά και κωπηλάτησαν ασταμάτητα. Έφτασαν τη στιγμή, που ο αθηναίος διοικητής είχε τελειώσει την ανάγνωση της προηγούμενης καταδικαστικής απόφασης και ετοιμαζόταν να την εκτελέσει. Η Λέσβος μόλις που πρόλαβε να γλυτώσει.

     Ο Διόδοτος κέρδισε μόνο μια αψιμαχία εναντίον της άμετρης επιθυμίας για πανελλήνια ηγεμονία, που είχε καταλάβει την πόλη του. Η νίκη του σίγουρα δεν αποτελεί αυτό, που θα χαρακτηρίζαμε ως «ιστορικό γεγονός». Είκοσι πέντε περίπου χρόνια αργότερα, η Αθήνα θα έχανε τον πόλεμο με τους πελοποννήσιους και θα πλήρωνε το τίμημα της υπεροψίας της, υφιστάμενη μια ολιγόχρονη αλλά, στυγνή τυραννία (κυρίως από μαθητές του φιλόσοφου Σωκράτη) και μια -αναμενόμενη- εσωτερική σύρραξη.



Το βήμα της Πνύκας. Το σημείο όπου πιθανότατα έκανε την αγόρευσή του ο Διόδοτος του Ευκράτους.


     Είναι μάλλον απίθανο ο Διόδοτος του Ευκράτους να έζησε για να τα  δει όλα αυτά. Ωστόσο, η  Αθήνα, όπως και όλη η αρχαία Ελλάδα, είναι σήμερα περισσότερο γνωστή για τα επιτεύγματά της παρά για τα ατοπήματά της. Τα επιτεύγματα αυτά δεν θα είχαν κατορθωθεί αν ένας ολόκληρος πολιτισμός δεν είχε κινητοποιηθεί σύσσωμος προς την κατεύθυνση της «μαζικής παραγωγής» προσώπων, όπως ήσαν οι χιλιάδες άσημοι Διόδοτοι. Οι συλλογικές διαδικασίες, που ανέπτυξε αυτός ο πολιτισμός σε κάθε τομέα του επιστητού (επιστήμη, πολιτική, πόλεμος, τέχνη κλπ.)  δεν θα είχαν παράγει τέτοια άνευ ιστορικού προηγουμένου αποτελέσματα, αν δεν είχαν στηριχθεί στην πεποίθηση, ότι το άτομο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν άμορφο στοιχείο μιας εξ ίσου  άμορφης μάζας. Το άτομο είναι εν δυνάμει φορέας του φυσικού Λόγου, τον οποίο μπορεί και δικαιούται να εξερευνήσει και να καλλιεργήσει. Η κοινωνία υποχρεούται να του παρέξει όλα τα προς αυτό διαθέσιμα μέσα. Η αποτύπωση αυτού του Λόγου στις διάφορες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης, είναι μια διαδικασία επισφαλούς -και ενίοτε τραγικής- αναζήτησης, η οποία πιθανότατα θα διαρκέσει όσο και η ύπαρξη του ανθρώπινου είδους. 

     Στην περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας, η  ανάγκη ενός λαού για έμπρακτη αναζήτηση του Λόγου, οδήγησε στην συν-Λογικότητα. Η συλλογικότητα μεταμόρφωσε την κοινωνία, από μια στοιχειώδη –και, περίπου, αναγκαστική- συνύπαρξη, σε κοινότητα. Η κοινότητα αναζήτησε τη δύναμη και το εργαλείο διαιώνισής της στο άτομο, εξελίσσοντάς το σε πρόσωπο.
     Στον Διόδοτο του Ευκράτους ο Θουκυδίδης δεν αφιερώνει καμία άλλη πληροφορία, πέραν του ονόματος του πατέρα του και της περίφημης δημηγορίας του. Πράγμα, που δείχνει, ότι δεν επρόκειτο για κάποιον διακεκριμένο πολίτη, αλλά μάλλον για έναν καθημερινό τύπο της Αθήνας του 5ου π.Χ. αιώνα.

    Ο γράφων κινήθηκε από ένα  αίσθημα οφειλής προς αυτόν και ευελπιστεί, ότι δεν έκανε κάποια εικασία, που θα τον προσέβαλλε.
                                                                 

Σημειώσεις
(1) Ντ. Χ. Κίττο, Οι Έλληνες , εκδόσεις  Η Δαμασκός , Αθήνα 1968.
(2) Κορνήλιος Καστοριάδης , Η άνοδος της ασημαντότητας, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα
    2000.
(3) Arnold Toynbee, Oι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992.
(4) Ζακλίν ντε Ρομιγύ,  Γιατί η Ελλάδα;  εκδόσεις Το Άστυ, Αθήνα 1993.
(5) Σε πόσο θολά νερά κινείται η σύγχρονη περί ατόμου προβληματική, επισημαίνει ο Μάρραιυ Μπούκτσιν (Ιεραρχία και Κυριαρχία, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1977): "Το αντικειμενοποιημένο άτομο –ο «ελεύθερος επιχειρηματίας» της οικονομικής θεωρίας, ο «ελεύθερος πολίτης» της νομικής επιστήμης- βγαίνει από τη σύγχυση κι αποκτάει την κοινωνική του θέση (μόνο) μέσα σε μια εσωτερικά διχασμένη κοινωνία, που βασίζεται σε αντιμαχόμενα ταξικά συμφέροντα και καταπιεστικές σχέσεις". Είναι, νομίζουμε, φανερό ότι, οποιαδήποτε συζήτηση περί συσχετισμού ατομικού και κοινωνικού συμφέροντος, κάτω από τέτοιες ανταγωνιστικές κοινωνικές συνθήκες, δεν θα είναι παρά μια συσκοτιστική παρωδία της αρχαίας αυθεντικής πολιτικής αναζήτησης.



Θ. Λ. 
(Κείμενο που πρωτοδημοσιεύτηκε στον Δαυλό, τεύχος Ιουνίου 2007. Εδώ με μερικές προσθήκες)

1 σχόλιο: