.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΙΣΚΟ ΤΩΝ DAMNED...



(Kατάλληλο μόνο για άνω των 45 ετών)


Μερικές σκέψεις για τον «πρέποντα» τρόπο να μεγαλώνουν τα ροκ συγκροτήματα - και τα ακροατήριά τους



                The Damned - When I Was Young των Animals (από το Not Like Everybody Else, 2026)


   Μια φορά κι έναν καιρό, στο μακρινό 1968 oι Rolling Stones τραγουδούσαν: «Λοιπόν, τι μπορεί να κάνει ένα καημένο αγόρι / παρά να τραγουδά σε ένα ροκ εν ρολλ συγκρότημα; / Γιατί στο νυσταλέο Λονδίνο / δεν υπάρχει θέση για έναν οδομάχο».
  Έκτοτε, και μέχρι τη δύση της ροκ ως κοινωνικού φαινομένου κάπου στην δεκαετία του 1990-2000, χιλιάδες παιδιά παρομοίως πληκτικών πόλεων στο θεωρούμενο ως πιο προηγμένο μέρος του πλανήτη, επαλήθευσαν αυτή τη διαπίστωση, μετατρέποντάς τες συχνά σε σημεία αναφοράς του παγκόσμιου πολιτισμικού underground, και συντελώντας στη μεταμόρφωσή τους σε απείρως πιο ενδιαφέρουσες. Η κορύφωση όμως της μαζικής εφαρμογής εκείνης της προτροπής των Rolling Stones συνέβη πιθανότατα με την έκρηξη του πανκ το 1976-1977, όπου οποιοιδήποτε μπορούσαν απλώς να γρατζουνίσουν μια κιθάρα ή ένα μπάσο, μπορούσαν να φτιάξουν ένα ροκ συγκρότημα. Και συχνά το έκαναν. Και μάλιστα με απροσδόκητα κοινωνικά και πολιτισμικά αποτελέσματα.
  Ακόμα περισσότερα ήσαν τα παιδιά που σύχναζαν στα underground καταγώγια όπου τα συγκροτήματα παρουσίαζαν τη μουσική τους. Όσα προέρχονταν από πιο ευκατάστατα περιβάλλοντα, αγόραζαν τους δίσκους τους (ακριβό «σπορ» για τους περισσότερους, ειδικά στην Ελλάδα), τους έγραφαν σε κασσέττες και τις μοίραζαν αφιλοκερδώς στις παρέες τους (η παράνομη μετεγγραφή ενός δίσκου σε κασσέττες προς διαμοιρασμό ήταν ένα από τα ισχυρότερα «συγκολλητικά» των ροκ παρεών – πολλές φορές μάλιστα συνεισέφεραν όλοι για την αγορά ενός δίσκου, τον οποίο έγραφε σε κασσέττες ο «πλούσιος» της παρέας που διέθετε πικάπ, και που τελικά του ξέμενε ο δίσκος ως ανταπόδοση των υπολοίπων).

                          
 
                            O Mick Jagger σε αντιπολεμική διαδήλωση στο Λονδίνο το 1968
                           
   Ενίοτε βέβαια μπορεί αυτά τα παιδιά να έβγαιναν και στα οδοφράγματα. Αλλά ο κύριος τρόπος έκφρασής τους παρέμενε η μουσική και τα ιδιαίτερα προτάγματά της, τα οποία την κατέστησαν ένα από τα πιο σημαντικά κοινωνικά φαινόμενα του εικοστού αιώνα: άρνηση ανάληψης των ετοιματζίδικων και αλλοτριωτικών ρόλων που η κοινωνία επιδιώκει να φορά καπέλο στα μέλη της, αναζήτηση ενός αβέβαιου και συχνά επισφαλούς προσωπικού δρόμου μακριά από την ασφάλεια των ιδεολογικών, κομματικών, εθνικών, θεολογικών ή άλλων μαντριών, ένας ιδιαίτερος (αυθεντικός και μη υποκριτικός) τρόπος να αισθάνεσαι, να αντιλαμβάνεσαι, να σκέφτεσαι και να συμπεριφέρεσαι (και επιλογή μιας ανάλογης στάσης ζωής), αναζήτηση της ευ-δαιμονίας (ως αρμονικής σχέσης με τον εσώτερο δαίμονά μας - και όχι ως χιμαιρική αναζήτηση της «ευτυχίας»), λήψη «αυτοκαταστροφικών» για τον λεγόμενο μέσο άνθρωπο αποφάσεων ζωής, άρνηση ατιμωτικών συμβιβασμών και ανάπτυξη ενός υψηλού (και μάλλον ακατανόητου για την εφησυχασμένη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κοινωνική μάζα) αισθήματος τιμής.
  Γιατί τελικά αυτό που, με μια λέξη, προέταξε και υπερασπίστηκε το underground ήταν η αυτοπραγμάτωση.