
(Kατάλληλο μόνο για άνω των 45 ετών)
Μερικές σκέψεις για τον «πρέποντα» τρόπο να μεγαλώνουν τα ροκ συγκροτήματα - και τα ακροατήριά τους
The Damned - When I Was Young των Animals (από το Not Like Everybody Else, 2026)
Μια φορά κι έναν καιρό, στο μακρινό 1968 oι Rolling Stones τραγουδούσαν: «Λοιπόν, τι μπορεί να κάνει ένα καημένο αγόρι / παρά να τραγουδά σε ένα ροκ εν ρολλ συγκρότημα; / Γιατί στο νυσταλέο Λονδίνο / δεν υπάρχει θέση για έναν οδομάχο».
Έκτοτε, και μέχρι τη δύση της ροκ ως κοινωνικού φαινομένου κάπου στην δεκαετία του 1990-2000, χιλιάδες παιδιά παρομοίως πληκτικών πόλεων στο θεωρούμενο ως πιο προηγμένο μέρος του πλανήτη, επαλήθευσαν αυτή τη διαπίστωση, μετατρέποντάς τες συχνά σε σημεία αναφοράς του παγκόσμιου πολιτισμικού underground, και συντελώντας στη μεταμόρφωσή τους σε απείρως πιο ενδιαφέρουσες. Η κορύφωση όμως της μαζικής εφαρμογής εκείνης της προτροπής των Rolling Stones συνέβη πιθανότατα με την έκρηξη του πανκ το 1976-1977, όπου οποιοιδήποτε μπορούσαν απλώς να γρατζουνίσουν μια κιθάρα ή ένα μπάσο, μπορούσαν να φτιάξουν ένα ροκ συγκρότημα. Και συχνά το έκαναν. Και μάλιστα με απροσδόκητα κοινωνικά και πολιτισμικά αποτελέσματα.
Ακόμα περισσότερα ήσαν τα παιδιά που σύχναζαν στα underground καταγώγια όπου τα συγκροτήματα παρουσίαζαν τη μουσική τους. Όσα προέρχονταν από πιο ευκατάστατα περιβάλλοντα, αγόραζαν τους δίσκους τους (ακριβό «σπορ» για τους περισσότερους, ειδικά στην Ελλάδα), τους έγραφαν σε κασσέττες και τις μοίραζαν αφιλοκερδώς στις παρέες τους (η παράνομη μετεγγραφή ενός δίσκου σε κασσέττες προς διαμοιρασμό ήταν ένα από τα ισχυρότερα «συγκολλητικά» των ροκ παρεών – πολλές φορές μάλιστα συνεισέφεραν όλοι για την αγορά ενός δίσκου, τον οποίο έγραφε σε κασσέττες ο «πλούσιος» της παρέας που διέθετε πικάπ, και που τελικά του ξέμενε ο δίσκος ως ανταπόδοση των υπολοίπων).
O Mick Jagger σε αντιπολεμική διαδήλωση στο Λονδίνο το 1968
Ενίοτε βέβαια μπορεί αυτά τα παιδιά να έβγαιναν και στα οδοφράγματα. Αλλά ο κύριος τρόπος έκφρασής τους παρέμενε η μουσική και τα ιδιαίτερα προτάγματά της, τα οποία την κατέστησαν ένα από τα πιο σημαντικά κοινωνικά φαινόμενα του εικοστού αιώνα: άρνηση ανάληψης των ετοιματζίδικων και αλλοτριωτικών ρόλων που η κοινωνία επιδιώκει να φορά καπέλο στα μέλη της, αναζήτηση ενός αβέβαιου και συχνά επισφαλούς προσωπικού δρόμου μακριά από την ασφάλεια των ιδεολογικών, κομματικών, εθνικών, θεολογικών ή άλλων μαντριών, ένας ιδιαίτερος (αυθεντικός και μη υποκριτικός) τρόπος να αισθάνεσαι, να αντιλαμβάνεσαι, να σκέφτεσαι και να συμπεριφέρεσαι (και επιλογή μιας ανάλογης στάσης ζωής), αναζήτηση της ευ-δαιμονίας (ως αρμονικής σχέσης με τον εσώτερο δαίμονά μας - και όχι ως χιμαιρική αναζήτηση της «ευτυχίας»), λήψη «αυτοκαταστροφικών» για τον λεγόμενο μέσο άνθρωπο αποφάσεων ζωής, άρνηση ατιμωτικών συμβιβασμών και ανάπτυξη ενός υψηλού (και μάλλον ακατανόητου για την εφησυχασμένη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κοινωνική μάζα) αισθήματος τιμής.
Γιατί τελικά αυτό που, με μια λέξη, προέταξε και υπερασπίστηκε το underground ήταν η αυτοπραγμάτωση.
Ήρθε όμως η εποχή που τα παιδιά, τόσο τα συγκροτήματα όσο και οι φίλοι τους, μεγάλωσαν. Κι αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις συνειδητοποιήθηκε ξαφνικά κάπου στο απότομο τέλος της νιότης: αμέσως μετά το πτυχίο ή τη στρατιωτική θητεία, όπου τα «ψέματα» τελειώνουν και καταλαβαίνεις ότι ήρθε η ώρα να κάνεις πράξη αυτά που θεωρούσες ως ειδοποιά σου χαρακτηριστικά και ως σημεία υπεροχής σου από τη νυσταλέα κοινωνία της πεπατημένης. Ήρθε η ώρα όπου από εδώ και πέρα για την υπόλοιπη ζωή σου θα πρέπει να παλεύεις καθημερινά για να μην καταντήσεις αυτό που έφτυνες, και για να μη ντρέπεσαι απέναντι στον εικοσάρη εαυτό σου που σε κοιτάζει μέσα απ' τον καθρέφτη. Η ώρα της έμπρακτης απόδειξης του ότι δεν είσαι like everybody else (και, εννοείται, της καταβολής του ανάλογου προσωπικού κόστους, που αποτιμάται σε προβλήματα ταυτότητας και «προσαρμοστικότητας»). Η ώρα του «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Ή, όπως το διατύπωσε με περισσότερο χιούμορ και χωρίς μιζέριες ένας από τους προδρομικούς ογκόλιθους του underground, ο Φρήντριχ Νίτσε: η αρχή του ταξιδιού προς την κατάκτηση της Χαρούμενης Γνώσης.
Οι Damned υπήρξαν ένα από αυτά τα ροκ συγκροτήματα. Και επανέρχονται κατά καιρούς, έστω και με πολυετή διαστήματα διακοπών ανάμεσα στις δισκογραφικές τους κυκλοφορίες. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημαντικό με αυτούς: η περίπτωσή τους αξίζει ιδιαίτερης προσοχής ως προς τον τρόπο που μετά από πενήντα χρόνια (φτιάχτηκαν το 1976) παραμένουν συνεπείς, προς την τέχνη τους, το φιλοσοφικό της υπόβαθρο και τους σαρκαστικούς εικοσάχρονους πάνκηδες που εξακολουθούν να διαφυλάσσουν μέσα τους.
Ο τελευταίος τους δίσκος (Not Like Everybody Else) που έριξαν στην κυκλοφορία τον προπερασμένο μήνα είναι ίσως μια καλή ευκαιρία να (ξανα)σκεφτούμε επάνω στις «ροκ αξίες», όπως αυτές οι άτιμες επιμένουν να παραμένουν ανοιχτά ζητήματα για τους γερόλυκους ρόκερς (γιατί σχεδόν μόνο τέτοιοι έχουν απομείνει πλέον), μουσικούς ή μουσικόφιλους.
Absinthe, ένας φόρος τιμής στο αψέντι, το παραισθησιογόνο εθιστικό ποτό των καταραμένων γάλλων ποιητών του 19ου αιώνα (από το Grave Disorder, 2001)
Όπως είναι γνωστό σε όσους διαβάζουν ήδη αυτές τις γραμμές, η δισκογραφική ιστορία των Damned μπορεί να χωριστεί σε δύο χονδρικά περιόδους. Η πρώτη (η νεανική) από το 1977 έως το 1986. Η δεύτερη (η ώριμη) από το 2001 έως σήμερα. Ενδιάμεσα μεσολαβούν δεκαπέντε χρόνια υποτονικής δραστηριότητας ή πλήρους απραξίας.
Η πρώτη τους εννεαετής φάση θεωρείται και η κλασική τους, όπως άλλωστε είθισται να συμβαίνει με όλα σχεδόν τα ροκ συγκροτήματα για την πρώτη δεκαετία της ζωής τους. Συνέπεσε επίσης με την τελευταία κοσμογονική περίοδο της ροκ ως κοινωνικού φαινομένου, και όπως οι περισσότεροι ροκ δίσκοι που βγήκαν μέχρι τότε, έτσι και οι δικοί τους κουβαλούν ολοφάνερα το κλίμα της εποχής. Όποιος ακούσει π.χ. το Damned Damned Damned του 1977 ή το Strawberries του 1982 αντιλαμβάνεται (ακόμα κι αν γεννήθηκε μετά το 1990) ότι δεν πρόκειται για μουσική που παρήχθη σε κάποιο κοινωνικό κενό, αλλά ότι από κάτω της «βράζει» κάτι σχεδόν κινηματικό: μια υπολογίσιμη κοινότητα ανθρώπων με συγκλίνουσες φαντασιακές σημασίες, που εκφραζόταν μέσω αυτής. Η μουσική αυτή δεν ήταν φτιαγμένη για να ακούγεται μοναχικά σε ένα δωμάτιο, αλλά συλλογικά από μια κοινοτικών προδιαγραφών μικροκοινωνία, παρέα, ή κοινό συναυλίας (που ενίοτε ενδεχομένως να «διεύρυνε» το χάπενινγκ «συνδυάζοντάς» το με μια σύγκρουση με την αστυνομία).
Ακριβώς λόγω του ότι οι περισσότεροι ροκ δίσκοι της περιόδου (χονδρικά) 1955-1995 κουβαλούν τη φόρτιση της σύνδεσής τους με ένα κοινωνικό φαινόμενο, θεωρούνται ότι διαθέτουν (ανεξάρτητα από την αμιγώς καλλιτεχνική τους ποιότητα ή τις όποιες προσδοκίες εμπορικότητας πίσω από τη δημιουργία τους) ένα σεβαστό κεφάλαιο αυθεντικότητας. Σε αντίθεση με όσους βγήκαν μεταγενέστερα, όπου η ροκ έχει πλέον αποσυνδεθεί από τις κοινοτικές/«κινηματικές» της βάσεις και είναι μόνο μουσική αντί (και) κοινωνική δήλωση. Οποιοσδήποτε ανεξοικείωτος με ροκ θα καταλάβει αμέσως τη διαφορά «ατμόσφαιρας» ανάμεσα σε έναν οποιοδήποτε δίσκο π.χ. των Jefferson Airplane ή των Sex Pistols από τη μία και οποιονδήποτε π.χ. των Arctic Monkeys (που φτιάχτηκαν μετά το 2000) από την άλλη. Μέσα από τα αυλάκια των δίσκων των Jefferson Airplane και των Sex Pistols «ακούγονται» ολοκάθαρα οι ταραχές από τις διαδηλώσεις εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, η ηφαιστειακή ευδαιμονιστική έκρηξη του καλοκαιριού του 1967, ή η οργή, το μπούχτισμα και το «μηδενιστικό» χιούμορ μιας αμέσως διαδοχικής γενιάς νέων, που ένιωθε τα ψυχροπολεμικά γουρούνια να κάθονται ακόμα πιο αναπαυτικά στο σβέρκο της. Ενώ μέσα από εκείνα οποιουδήποτε δίσκου των Arctic Monkeys ακούγεται μόνο η μουσική τους.
Για να δώσω ένα παράδειγμα από τα καθ΄ ημάς. Και σήμερα γράφονται ρεμπέτικα και δημοτικά τραγούδια (κάποιες φορές μάλιστα, αξιόλογα). Αλλά τα αυθεντικά ρεμπέτικα και δημοτικά είναι εκείνα μια άλλης εποχής και κοινωνικής κατάστασης: εκείνης που τα γέννησε για να απαντήσει στις ανάγκες της.
Το ίδιο που συμβαίνει με τα ροκ συγκροτήματα που φτιάχτηκαν μετά -ας πούμε- το 2000, ισχύει και για τα ροκ συγκροτήματα ή μεμονωμένους ροκ μουσικούς που υπήρχαν πριν το 1990 και που πρόλαβαν να δράσουν σε περιβάλλον όπου η ροκ ήταν ακόμα κοινωνικό φαινόμενο, αντί απλώς μόνο μουσική όπως σήμερα. Oι θεωρούμενοι ως κλασικοί δίσκοι τους της δεκαετίας π.χ. του ΄60, του ΄70 ή του '80 έχουν μια κοινωνικής προέλευσης φόρτιση και μια αυθεντικότητα, που μάλλον εκλείπει όταν τα ίδια ακριβώς συγκροτήματα ή μουσικοί συνεχίζουν τη δισκογραφία τους στη μετα-ροκ εποχή: την εποχή της (κατά Καστοριάδη) Ασημαντότητας, των «likes», της γενικευμένης ιδιώτευσης και της απουσίας κοινωνικών διεργασιών τέτοιων, που να μπορούν να πυροδοτήσουν εκείνο το είδος έμπνευσης που παράγει τα θεωρούμενα ως κλασικά και ανθεκτικά στον χρόνο πνευματικά έργα.
Με τους Damned αυτός ο σχεδόν μοιραίος κανόνας δεν ισχύει. Μπορεί η θεωρούμενη ως κλασική τους φάση να είναι η νεανική πρώτη (1977-1986) αλλά η πιο ενδιαφέρουσα και ουσιαστική δείχνει να είναι η ώριμη δεύτερη (2001 έως σήμερα). Στην οποία μάλιστα δεν ηχογραφούν υπό την «κοινωνικο-ιστορική» πίεση της δεκαετίας του '70 και του '80 όπου έβγαζαν σχεδόν ένα άλμπουμ κάθε χρόνο (επτά στην πρώτη εννιαετή φάση τους) αλλά αντιθέτως σε διάστημα είκοσι πέντε ετών (όπου ο κοινωνικός αναβρασμός του πάλαι ποτέ underground έχει καταλαγιάσει) έχουν κυκλοφορήσει μόλις πέντε…
Shadow Evocation (από το Evil Spirits, 2018)
Aνάμεσά τους, τουλάχιστον δύο κατά γενική ομολογία αριστουργήματα και ίσως ό,τι καλύτερο έκαναν ποτέ (τα Grave Disorder του 2001 και Darkadelic του 2023, που, όπως όλα τα αριστουργήματα μοιάζουν σαν να γεννήθηκαν έτοιμα, σχεδόν χωρίς προσπάθεια), ένα μάλλον στραβοπάτημα (το So, Who’s Paranoid? του 2008 - και ποιος δεν έχει κάνει τέτοια; - απ΄όπου κρατάμε όμως το ψυχεδελικό έπος Dark Asteroid), και μια ανασύνταξη (το Evil Spirits του 2018). Και φέτος, το Not Like Everybody Else, ένα φονικό άλμπουμ φονικών διασκευών φονικών ψυχεδελικών και γκαράζ οροσήμων των ’60s.
Σε αντίθεση με άλλες παλιές ροκ καραβάνες, ακούγοντας ό,τι έβγαλαν στην ώριμη περίοδό τους, δεν με πιάνει νοσταλγία για τα «παλιά» τους. Κι αν ο ήχος τους έχει εξελιχθεί και αλλάξει αισθητά σε σχέση με τη δεκαετία του '80, παραμένουν πάντα το ίδιο αναγνωρίσιμο συγκρότημα.
Black Is The Night (από το EP Τhe Rockfield Files, 2020). Γιατί έτσι πρέπει να παίζεται το ροκ μετά τα πενήντα.
Ξαναβάζοντας τον τελευταίο καιρό στο πικάπ το Grave Disorder, το Darkadelic και το Evil Spirits μετά την ακρόαση του φρέσκου Not Like Everybody Else, σπάω το κεφάλι μου να καταλάβω τι είναι αυτό που κάνει τους Damned να εξακολουθούν να ακούγονται σαν εφηβικοί ήρωες για ανθρώπους.... άνω των πενήντα. Ειδικά όταν υποτίθεται πως έχουμε αφήσει πολύ πίσω την εποχή που κολλούσαμε με σελοτέιπ στον τοίχο του εφηβικού μας δωματίου φωτογραφίες από περιοδικά με τα αγαπημένα μας συγκροτήματα, που μας εμψύχωναν για να αντέξουμε τόσο την καταπίεση και την κατάθλιψη της μαθητικής ζωής, όσο και την αμήχανη υστερία των οικογενειών μας μπροστά σε ένα χάσμα γενεών που αδυνατούσαν (δικαιολογημένα) να κατανοήσουν.
Το να κατορθωθεί κάτι τέτοιο από ένα ροκ συγκρότημα της δικής τους ηλικίας, επί ανθρώπων της -παραπλήσιας- ηλικίας του ακροατηρίου τους (και μάλιστα σε μια εποχή όπου αν το ροκ εξακολουθεί να φυτοζωεί και να μην έχει ψοφήσει, είναι μόνο και μόνο γιατί δεν έχει εμφανιστεί ... ο αντικαταστάτης του) είναι η -άπιαστη- μαγκιά τους.
Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο εν ζωή ροκ συγκρότημα που έχει πετύχει τέτοια διαρκή ταύτιση με την ουσία αυτής της μουσικής (κι όποιος τολμά να έχει άλλη άποψη... εδώ είμαι για να τσακωθούμε για τη μουσική, όπως κάναμε νεότεροι). Το να κάνεις ροκ όταν είσαι είκοσι-τριάντα χρονών είναι εύκολο. Το να έχεις όμως βρει τον τρόπο να συνεχίσεις να το κάνεις στα πενήντα-εξήντα-εβδομήντα χωρίς να κοπιάρεις (έστω και με παραλλαγές) τον παλιό εαυτό σου καταντώντας γραφικός, είναι κάτι που δεν γνωρίζω άλλους να το έχουν κατορθώσει σε τέτοιο βαθμό πληρότητας (και μάλιστα χωρίς να δείχνουν ότι ζορίστηκαν).
Οι Damned έχουν «μεταμοσχεύσει» εδώ και είκοσι πέντε τουλάχιστον χρόνια το ροκ ως τρόπο αντίληψης στην ηλικιακή διαδρομή τους: το να προσθέτεις σοφία στον χαρισματικό απροσάρμοστο εικοσάχρονο τσόγλανο μέσα σου χωρίς να τον ευνουχίζεις, αλλά και χωρίς να του δίνεις το δικαίωμα να σε κοιτάζει σαν δικαστής, είναι κάτι που, όπως και να το κάνουμε, θέλει τον τρόπο του.
Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει τους -σχεδόν εβδομηντάρηδες πλέον- Damned να μην μοιάζουν με απολιθώματα μιας περασμένης ένδοξης εποχής ή με ραμολιμέντα που νεανίζουν, και που σε υποχρεώνει να τους πάρεις απολύτως στα σοβαρά (αν και οι ίδιοι θα γελούσαν με κάθε σοβαρή αντιμετώπισή τους); Και τι είναι αυτό που κάνει κάποιους μιας κάποιας ηλικίας να έχουν ξαναρχίσει να περιμένουν τον επόμενο δίσκο τους, σαν έφηβοι των ’80s που περίμεναν τον επόμενο δίσκο του αγαπημένου τους συγκροτήματος για «πνευματική καθοδήγηση»; Τι τους κάνει τόσο ξεχωριστούς, και μη συγκρίσιμους με οποιονδήποτε άλλον εν ζωή «παλιό» που σουλατσάρει ακόμα στην πιάτσα (μια και ο Lemmy μας άφησε πριν κάποια χρόνια - για νεώτερους δεν το συζητάμε καν); Τι κάνει τη μουσική τους να μοιάζει με μια κοπέλα που ερωτεύτηκες πιτσιρικάς, και που την ξαναερωτεύεσαι όταν την ξανασυναντάς αιφνιδιασμένος, ώριμη και δέκα φορές πιο ποθητή, μετά από κάποιες δεκαετίες; Και τι είναι αυτό που κάνει το ροκ (που εδώ και τρεις δεκαετίες διανύει την μακρά ανιαρή ηλιακή περίοδο ενός ήλιου που σβήνει) να μοιάζει στα χέρια τους σαν Λευκός Νάνος δέκατα του δευτερολέπτου πριν τη θεαματική μεταμόρφωσή του σε εκρηγνυόμενο Σουπερνόβα;
Έχουν άραγε κάνει κάποια φαουστική συμφωνία με τον Διάβολο; (... ξέρω ότι αυτό θα τους κολάκευε ιδιαίτερα μια και στη μουσική τους συχνά αρέσκονται να δίνουν μια κόμικ goth αίσθηση ταινιών τρόμου και βρυκολάκων της δεκαετίας του ΄30). Kαι μήπως αυτό που επιχειρούν τελικά είναι να μετατρέψουν το ροκ σε βρυκόλακα;
Western Promise (από το Darkadelic, 2023). Γιατί η Δύση είναι η Νύχτα και το Τέλος, και η εκπληρωμένη Υπόσχεση είναι όποιος αγαπάμε να κρατάμε μέχρι τότε στην αγκαλιά μας.
Ακούω λοιπόν και ξανακούω τους δίσκους της ωριμότητάς τους προσπαθώντας να δώσω μια, από συνήθεια, σύνθετη αιτιολόγηση. Όπως η μουσική τους κατάρτιση, όχι μόνο ως προς τα εργαλεία της μουσικής τους αλλά και ως προς τη γενικότερη παιδεία τους και τη γνώση τους της ιστορίας της pop art: το 1976, όταν ξεκινούσαν μέσα στον υγιή αντιδιανοουμενίστικο ορυμαγδό του πανκ (που όμως δεν είπε όχι σε διανοουμενίστικης προέλευσης σιτουασιονιστικές πρακτικές...), ήσαν (μαζί με τους Stranglers) οι μόνοι που ήξεραν πραγματικά να παίζουν μουσική, οι μόνοι που δεν φοβήθηκαν να δηλώσουν τις επιρροές τους από τους, απαξιωμένους από το πανκ, χίππιδες και προγκρεσάδες, και οι μόνοι που δεν δίστασαν να δείξουν την εκλεπτυσμένη αντίληψή τους σε ένα -ας μην κρυβόμαστε- επιρρεπές στις καφρίλες punk κοινό. Ή όπως το αναντίρρητο κοινωνικό τους αισθητήριο σε συνδυασμό με το αειθαλές χιούμορ τους (π.χ. στο Darkadelic υπάρχει το Wake The Dead που έγραψαν για να παίζεται στις ροκ κηδείες...). Ή η επίσης αναντίρρητη εγκεφαλικότητά τους, που, όσο κι αν προσπαθήσουν, δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την οργιαστική σωματικότητα του υποδειγματικού ροκ παιξίματός τους (ή πίσω από τις διάφορες επιτηδευμένες πανκ χαζομάρες τους: όταν το 1986 είχαν έρθει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στο τραπέζι με τους δημοσιογράφους είχαν παραγγείλει τυροπιττάκια με σαντιγύ...).
Έχω μάλλον καταλήξει σε ένα κάπως αόριστο και λιγότερο σύνθετο συμπέρασμα: οι Damned δεν προσπαθούν να φτιάξουν μουσική αλλά αφήνουν απλώς εκείνη να τους φτιάχνει. Και μετά μας «πουλούν» χωρίς ίχνος επιδειξισμού τους εαυτούς τους. Και έτσι ξαναγίνονται οι εφηβικοί ήρωές μας. Και ακούγοντάς τους ξανανιώθουμε όπως στην εφηβεία, τότε που ανακαλύπταμε το ροκ: μάγκες, ωραίοι και ζωντανοί, και... (συμπληρώστε ό,τι θέλατε να γίνετε όταν μεγαλώσετε).
Δεν ξέρω πώς αυτό που κάνουν μπορεί να μετασχηματιστεί σε κάτι προς χρήση ημών των αλλοτριωμένων κοινών θνητών, που δεν σταθήκαμε τόσο προικισμένοι ώστε να γερνάμε τόσο ωραία κάνοντας κάτι που μας εκπληρώνει. Ξέρω όμως ότι πρέπει να βρούμε οπωσδήποτε τον τρόπο, μια και, όπως δείχνουν αυτοί οι πάλιουρες -αλλά όχι παλαίμαχοι- ο δρόμος για την Αιώνια Νεότητα υπάρχει και είναι ανοιχτός (...τουλάχιστον όσο ζούμε).
Ίσως αυτό να είναι το μήνυμα που με τόση φυσικότητα ενσαρκώνουν.
Kαι πάντως αυτό ήταν ανέκαθεν το μήνυμα του rock 'n' roll.
Roderick (από το Darkadelic, 2023)
ΥΓ. Επειδή στο ροκ ποτέ δεν ήσαν όλα τόσο ειδυλλιακά (κι επειδή θέλω να τους ειρωνευτώ λίγο, όπως θα έκαναν κι εκείνοι οι αχάριστοι για τους διθυράμβους μου), έχω μια ένσταση που αφορά τα live τους. Θεωρώ στα όρια της γραφικότητας να βγαίνει ο Captain Sensible με τον ίδιο κόκκινο μπερέ, τα γυαλιά ηλίου με τον λευκό χοντρό σκελετό και τη φανέλα με τις κονκάρδες, όπως πριν πενήντα χρόνια. Όπως επίσης και την υπερκινητικότητά τους επάνω στη σκηνή (πάλι όπως πριν πενήντα χρόνια, επί εποχής punk). Η ζωντανή απόδοση του υποβλητικού και φινετσάτου psych-garage-goth που έχουν εξελίξει έτη φωτός από το 1985 και το Phantasmagoria, θα ταίριαζε με ένα μαυροκουστουμαρισμένο συγκρότημα (όπως δηλ. βγαίνει ο πάντα προσεγμένος David Vanian) και, επιπλέον, σχεδόν ακίνητο επάνω στη σκηνή. Έτσι κι αλλιώς η -εγκεφαλική και σωματική- ένταση της μουσικής τους είναι τέτοια που όχι μόνο δεν χρειάζεται περισσότερη σκηνική υποβοήθηση, αλλά αντιθέτως δείχνει να ζημιώνεται με τέτοιο οπτικό συνταίριασμα. Είναι βέβαια πολύ πιθανό να το κάνουν επίτηδες για λόγους αυτοσαρκασμού στα πλαίσια των πανκ καταβολών τους. Τέλος πάντων, με τέτοιους τύπους ποτέ δεν είσαι σίγουρος...
Ήρεμη Δύναμη...
Θ.Λ.
Δείτε επίσης:
-Περί του ηθι(κολογι)κού πλεονεκτήματος της αριστεράς (Manic Street Preachers - Critical Thinking)
-Είμαστε τρελοί κι ευτυχισμένοι (φωτογραφικό λεύκωμα του Γιώργου Νικολαΐδη)\


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου