.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Too old to rock 'n' roll too young to die". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Too old to rock 'n' roll too young to die". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

BIG BANG 1970-1973

Η ΑΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Συγγραφείς: Στάθης Καλύβας και Νατάσα Τριανταφύλλη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2025
Αρ. σελίδων: 716

   

    «Ήτανε μια μαγεία...» 
   Τα χρόνια της δικτατορίας έχουν περάσει στη συλλογική μας μνήμη ως μια εποχή καθολικού ζόφου και απόλυτης πολιτιστικής οπισθοδρόμησης. Στις 21 Απριλίου 1967, η ελληνική κοινωνία μπαίνει στον «γύψο». Τα φώτα σβήνουν, ο φόβος εξαπλώνεται και οι άνθρωποι σωπαίνουν ...ως τις 24 Ιουλίου 1974. Είναι όμως έτσι; Όχι ακριβώς! Κόντρα στις κυρίαρχες πολιτικές συνθήκες, σ’ ένα βαθμό και εξαιτίας τους, η «χουντική επταετία» θα αποδειχθεί απρόσμενα γόνιμη και δημιουργική. Την τετραετία 1970-1973, η Ελλάδα βιώνει ένα λαμπερό δημιουργικό τσουνάμι, ένα πνευματικό και πολιτιστικό Big Bang. Το πολιτικό σκοτάδι κυοφορεί μια ζωντανή, εκρηκτική και κυρίως ανοιχτή και δημόσια δημιουργικότητα. Αντί για μια μαύρη τρύπα που καταβροχθίζει τα γράμματα και τις τέχνες, ξεδιπλώνεται μπροστά μας ένα φωτεινό και πολύβουο σύμπαν όπου εκδίδονται σπουδαία βιβλία, πολλαπλασιάζονται τα βιβλιοπωλεία και οι εκδοτικοί οίκοι, ηχογραφούνται διαχρονικής αξίας δίσκοι, γυρίζονται ρηξικέλευθες ταινίες, ανεβαίνουν πρωτοποριακές θεατρικές παραστάσεις και πραγματοποιούνται εντυπωσιακές εικαστικές εκθέσεις. Όσοι βίωσαν αυτή την άνθηση την ανακαλούν με ενθουσιασμό: «Ήτανε μια μαγεία». Πώς όμως έγινε δυνατό κάτι τέτοιο; Και πώς καταλήξαμε να πιστεύουμε ακριβώς το αντίθετο; 
  To Big Bang, 1970-1973 είναι μια πολυπρόσωπη, πολύχρωμη και μαγευτική τοιχογραφία, ένα γοητευτικό χρονικό μιας απροσδόκητης πνευματικής και πολιτιστικής άνοιξης που υπήρξε παράλληλα κι ένας θρίαμβος της ανθρώπινης δημιουργικότητας πάνω στην ανελευθερία. Καρπός εκτεταμένης και πολυδιάστατης έρευνας, συνδυάζει εργαλεία όπως η ιστορική και πολιτική ανάλυση, η πολυφωνική αφήγηση και η βιογραφική προσέγγιση. Αντί για τις συνηθισμένες περιγραφές της χούντας, αποκαλύπτει τις απρόσμενες και συχνά παράδοξες διεργασίες που κατάφεραν να γονιμοποιήσουν πνευματικά μια συνθήκη πολιτικού αυταρχισμού. Εστιάζει στις τεκτονικές διεργασίες που εμφύσησαν στην ελληνική κοινωνία ζωντάνια και δυναμισμό, διαμορφώνοντας την αναγκαστική της συμβίωση με την δικτατορία. Πρωτότυπη και ανατρεπτική ανάγνωση μιας περιόδου που συχνά πιστεύουμε πως γνωρίζουμε καλύτερα απ’ ό,τι στ’ αλήθεια ισχύει, το Big Bang, 1970-1973 αφουγκράζεται και καταγράφει τις αναπάντεχες διαδρομές της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής στα χρόνια της δικτατορίας.  
    (Από το οπισθόφυλλο)

    
    ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΟΥΝ ΜΙΑ ΜΝΗΜΗ

    
    Ανάμνηση πρώτη (κάποιο καλοκαίρι μεταξύ 1971-1974)

  Σταθμός Λαρίσης, πρώτη πεζογέφυρα μετά, γύρω στις έντεκα το πρωί. Μερικά ποδήλατα παρκαρισμένα ατάκτως στην αρχή των σκαλοπατιών. Μια δεκαριά πιτσιρικάδες των τριών πρώτων τάξεων του δημοτικού κρέμονται στις εξωτερικές πλευρές των κιγκλιδωμάτων. Με σχεδόν όλο το σώμα τους στο κενό (και με μόνο σύνδεσμο με τη ζωή, τα γαντζωμένα στα κάγκελα χέρια τους) κουνούν ουρλιάζοντας τα μετέωρα πόδια τους πάνω από ένα τραίνο που μόλις έχει αρχίσει να αναπτύσσει ταχύτητα. Φαντασιώνονται τους ινδιάνους που ετοιμάζονται για ρεσάλτο. Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που το κάνουν. Κάποιες περαστικές σταυροκοπιούνται.
   Για -άλλο- ένα ολόκληρο καλοκαίρι οι γονείς μας δεν είχαν ιδέα που ήμαστε και τι κάναμε όλη τη μέρα (πηγαίναμε σπίτια μας μόνο για φαγητό και ύπνο). Και μάλλον δεν έμαθαν ποτέ. Όχι επειδή (ανυποψίαστοι) όντως δεν ρωτούσαν. Αλλά ίσως γιατί μέσα στην απίστευτη άγνοια κινδύνου μας, δεν μας συνέβη ποτέ κάποιο ατύχημα.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΔΙΣΚΟ ΤΩΝ DAMNED


(Kατάλληλο μόνο για γεννημένους 
πριν το 1980)


Μερικές σκέψεις για τον «πρέποντα» τρόπο να μεγαλώνουν τα ροκ συγκροτήματα - και τα ακροατήριά τους



                The Damned - When I Was Young των Animals (από το Not Like Everybody Else, 2026)


   Μια φορά κι έναν καιρό, στο μακρινό 1968 oι Rolling Stones τραγουδούσαν: "Well, now what can a poor boy do / Except to sing for a rock and roll band? / 'Cause in sleepy London Town / There's just no place for street fighting man, no".
  Έκτοτε, και μέχρι τη δύση της ροκ ως κοινωνικού φαινομένου κάπου στην δεκαετία του 1990-2000, χιλιάδες παιδιά παρομοίως πληκτικών πόλεων στο θεωρούμενο ως πιο προηγμένο μέρος του πλανήτη, επαλήθευσαν αυτή τη διαπίστωση, μετατρέποντάς τες συχνά σε σημεία αναφοράς του παγκόσμιου πολιτισμικού underground, και συντελώντας στη μεταμόρφωσή τους σε απείρως πιο ενδιαφέρουσες. Η μαζική κορύφωση όμως εκείνης της διαπίστωσης των Rolling Stones συνέβη πιθανότατα με την έκρηξη του πανκ το 1976-1977, όπου οποιοιδήποτε μπορούσαν απλώς να γρατζουνίσουν μια κιθάρα ή ένα μπάσο, μπορούσαν να φτιάξουν ένα ροκ συγκρότημα. Και συχνά το έκαναν. Και μάλιστα με απροσδόκητα κοινωνικά και πολιτισμικά αποτελέσματα.
  Ακόμα περισσότερα ήσαν τα παιδιά που σύχναζαν στα underground καταγώγια όπου τα συγκροτήματα παρουσίαζαν τη μουσική τους. Όσα προέρχονταν από πιο ευκατάστατα περιβάλλοντα, αγόραζαν τους δίσκους τους (ακριβό «σπορ» για τους περισσότερους, ειδικά στην Ελλάδα), τους έγραφαν σε κασσέττες και τις μοίραζαν αφιλοκερδώς στις παρέες τους (η παράνομη μετεγγραφή ενός δίσκου σε κασσέττες προς διαμοιρασμό ήταν ένα από τα ισχυρότερα «συγκολλητικά» των ροκ παρεών – πολλές φορές μάλιστα συνεισέφεραν όλοι για την αγορά ενός δίσκου, τον οποίο έγραφε σε κασσέττες ο «πλούσιος» της παρέας που διέθετε πικάπ, και που τελικά του ξέμενε ο δίσκος ως ανταπόδοση των υπολοίπων).

                          
 
                            O Mick Jagger σε αντιπολεμική διαδήλωση στο Λονδίνο το 1968
                           
   Ενίοτε βέβαια μπορεί αυτά τα παιδιά να έβγαιναν και στα οδοφράγματα. Αλλά ο κύριος τρόπος έκφρασής τους παρέμενε η μουσική και τα ιδιαίτερα προτάγματά της, τα οποία την κατέστησαν ένα από τα πιο σημαντικά κοινωνικά φαινόμενα του εικοστού αιώνα: άρνηση ανάληψης των ετοιματζίδικων και αλλοτριωτικών ρόλων που η κοινωνία επιδιώκει να φορά καπέλο στα μέλη της, αναζήτηση ενός αβέβαιου και συχνά επισφαλούς προσωπικού δρόμου μακριά από την ασφάλεια των ιδεολογικών, κομματικών, εθνικών, θεολογικών ή άλλων μαντριών, ένας ιδιαίτερος (αυθεντικός και μη υποκριτικός) τρόπος να αισθάνεσαι, να αντιλαμβάνεσαι, να σκέφτεσαι και να συμπεριφέρεσαι (και επιλογή μιας ανάλογης στάσης ζωής), αναζήτηση της ευ-δαιμονίας (ως αρμονικής σχέσης με τον εσώτερο δαίμονά μας - και όχι ως χιμαιρική αναζήτηση της «ευτυχίας»), λήψη «αυτοκαταστροφικών» για τον λεγόμενο μέσο άνθρωπο αποφάσεων ζωής, άρνηση ατιμωτικών συμβιβασμών και ανάπτυξη ενός υψηλού (και μάλλον ακατανόητου για την εφησυχασμένη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κοινωνική μάζα) αισθήματος τιμής.
  Γιατί τελικά αυτό που, με μια λέξη, προέταξε και υπερασπίστηκε το underground ήταν η αυτοπραγμάτωση.

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

ΘΑ "ΕΝΕΚΡΙΝΑΝ" ΟΙ HIPPIES ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΠΑΙΔΙΩΝ ΑΠΟ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΦΥΛΟΥ;

     

   (ένα ερώτημα στη λεγόμενη Τεχνητή Νοημοσύνη)


   
   Ήταν το The End (1967) των Doors ένα "αντιπατριαρχικό" woke άσμα; Ήθελε ο Jim Morrison να σκοτώσει τον πατέρα του και να πηδήξει τη μάνα του (όπως δηλώνει ψυχρά στο τραγούδι); Ήθελε  επιστροφή στη "μητριαρχία" και κατάργηση της "πατριαρχίας";  Αν και θαυμαστής τού (αιωνίως πρωτάρη με τις γυναίκες και "μισογύνη") Νίτσε, θα τασσόταν ο Jim Morrison υπέρ της καθιέρωσης του όρου "γυναικοκτονία" ή υπέρ των "δύο μαμάδων"; Φαιδροί προβληματισμοί με εξίσου φαιδρές καταφατικές απαντήσεις ρηχών εγκεφάλων, που υποβιβάζουν (για τους σκοπούς τους) την ποίηση σε επίπεδο ίδιο εκείνου που οι σεμνότυφοι χριστιανοί απολογητές υποβίβαζαν την "αιμομικτική" ελληνική μυθολογία...

   Αυτό που κυρίως με εντυπωσιάζει στον γουοκισμό είναι το ότι, στην προσπάθειά του να πείσει ότι διαθέτει ιστορική εγκυρότητα, αυτοπαρουσιάζεται ως συνεχιστής ιστορικών κινημάτων όπως εκείνα των βορειοαμερικανών μαύρων ή της Aντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Το ίδιο δηλαδή που κάνουν σταθερά οι χριστιανοί απολογητές από τις αρχές του Μεσαίωνα μέχρι σήμερα, όταν προσπαθούν να παρουσιάσουν τον ελληνικό πολιτισμό σαν πρόδρομο του χριστιανισμού. Ή οι ναζί, που παρίσταναν τους απογόνους και συνεχιστές ... των αρχαίων σπαρτιατών, ενώ χρησιμοποίησαν κι ένα πανάρχαιο και παγκόσμιο πολυθεϊστικό σύμβολο όπως η σβάστικα στο σφουγγαρόπανο που είχαν για σημαία τους.
  Το αποτέλεσμα τέτοιων φαιδρών και γλοιωδών ιδεολογικών πρακτικών δεν είναι ούτε μόνο ούτε κυρίως αντιαισθητικό (αφού έχει παράξει καταγέλαστα υβρίδια π.χ. σαν τον "ελληνοχριστιανισμό" ή τον ναζιστικό "παγανισμό"). Είναι κυρίως βαθύτατα μαγαριστικό για τη μνήμη των ανθρώπων, στις ιδέες και αντιλήψεις των οποίων οι πρακτικές αυτές εφαρμόζονται. Τέτοιες προπαγανδιστικές πρακτικές ευτελίζουν κοινωνικά ορόσημα (π.χ. Μάης του 1968 κ.α.) πολύ περισσότερο από όσο θα τα ευτέλιζε το καθεστώς, αν καθιέρωνε μια ετήσια "επέτειό" τους. Επίσης παράγουν και μια απερίφραστη απειλή οργουελικού τύπου απέναντι σε όσους πρόλαβαν κάποια από εκείνα τα γεγονότα, και που σήμερα καλούνται επιτιμητικά να πάψουν να θυμούνται ό,τι είχαν ζήσει (και συμμετάσχει) με τις ίδιες τους τις αισθήσεις, και να το αντικαταστήσουν με μία εμφυτευμένη ψευδομνήμη (άλλη μια επαλήθευση της γνωστής παρατήρησης του Μίλαν Κούντερα για την αγαστή σχέση αμνησίας και εξουσίας).

   Ο γουοκισμός φαίνεται να είναι για τον σύγχρονο κόσμο, ό,τι υπήρξε ο χριστιανισμός για τον αρχαίο: η πιο κραυγαλέα απόδειξη μιας κρίσης σημασιών, δηλαδή του πλέον αδιάψευστου σημαδιού ότι ένας πολιτισμός (εν προκειμένω ο καπιταλιστικός σε όλες τις εκδοχές του, αστικές ή γραφειοκρατικές) έχει κλείσει τον κύκλο του και δεν έχει τίποτα άλλο να προτάξει εκτός από ανακυκλώσεις των διαφόρων ιδεολογικών παραπροϊόντων ή αποβλήτων του. Ενός πολιτισμού που δεν μπορεί καν να επανανοηματοδοτήσει τις ιδρυτικές σημασίες του, με τον τρόπο που το έκανε η Αντικουλτούρα μέσω ενός μείζονος συγγραφέα της, του Χέρμπερτ Μαρκούζε: 

  "Η βιομηχανική κοινωνία έφτασε στο στάδιο εκείνο, όπου πια δεν μπορούμε να ορίσουμε μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία χρησιμοποιώντας τούς παραδοσιακούς όρους τής οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας. Όχι γιατί οι ελευθερίες αυτές έχασαν τη σημασία τους, αλλά αντίθετα γιατί έχουν πάρα πολλή σημασία για να μπορούν να περιοριστούν στα παραδοσιακό πλαίσιο.
   Μόνο αρνητικοί όροι μπορούν να εκφράσουν αυτές τις καινούργιες μορφές, γιατί ακριβώς αποτελούν άρνηση των μορφών που κυριαρχούν.
 Έτσι, οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ΄ την οικονομία, απ΄ τον καταναγκασμό, που ασκείται με τις οικονομικές σχέσεις και δυνάμεις, απελευθέρωση απ΄ την καθημερινή πάλη για την ύπαρξη, απαλλαγή απ΄ την ανάγκη να κερδίζουμε τη ζωή μας.
  Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει απελευθέρωση απ' την πολιτική αυτή, που πάνω της τα άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο.
  Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση τής ατομικής σκέψης, πνιγμένης σήμερα από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα τής διαπαιδαγώγησης, κι ακόμη θα πρέπει να σημαίνει, ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές τής «κοινής γνώμης» κι ακόμη και κοινή γνώμη".


   Δεν βρίσκω κάποιον άλλον τρόπο από την κρίση σημασιών, για να εξηγήσω την παντελή αδυναμία των σύγχρονων κοινωνιών να παράξουν νέες (πολιτικές σε πρώτη φάση) σημασίες, αλλά αντ' αυτού παραπαίουν ανάμεσα σε απαρχαιωμένες τέτοιες, όπως η διαφαινόμενη (επι)στροφή στο "θρησκεία - πατρίδα - οικογένεια", και η υιοθέτηση εξίσου θεοκρατικών νοοτροπιών του τύπου Credo quia absurdum / πιστεύω γιατί είναι παράλογο (όπως το γνωστό woke σεξιστικό "γυναίκα είναι κάτι που εξωτερικά αρκεί να φέρει βυζιά και αιδοίο, έστω και τεχνητά", δηλαδή "γυναίκα=απομίμηση γυναίκας"). 
    Ο κόσμος μας έχει να διαλέξει ανάμεσα σε αρνητές της κλιματικής αποσάθρωσης και αρνητές της βιολογίας. Δηλαδή ανάμεσα σε εξίσου "ψεκασμένους" αρνητές της πραγματικότητας: this is the End, beautiful friend... 

  Ο γουοκισμός μπορεί να γίνει ιστορικά αντιληπτός μόνο σαν μια εκφυλιστική ασθένεια του πολιτισμού μας. Ευτελίζει ο,τιδήποτε αυθεντικό με το οποίο έρχεται σε έστω απλή επαφή, π.χ. το υπερτριακονταετές κίνημα της Αντικουλτούρας για συλλογικό και ατομικό αυτοκαθορισμό (άλλη μια λέξη του Μαρκούζε που κατά τον ίδιο σημαίνει: θέλω να γίνω αυτό που είμαι, να πάψω να  βγάζω τον καρκίνο ζώντας αποξενωμένος από τον εαυτό μου, να μην είμαι άλλο ένα εργασιακό γραναζάκι, να μην είμαι άλλος ένας χαζοχαρούμενος καταναλωτής, να σκέφτομαι για λογαριασμό μου και όχι σαν μαζάνθρωπος, να αυτοπραγματωθώ αντί να αγωνιώ να εκπληρώνω τα ετοιματζίδικα ρολάκια περί επαγγελματικής, ερωτικής ή άλλης "επιτυχίας" που η ιεραρχημένη κοινωνία θέλει να μου φορέσει καπέλο, και, τέλος, να αλλάξω την κοινωνία προς αυτή την κατεύθυνση), τον οποίο έχει υποβαθμίσει ατομιστικά και απλοϊκά σε ... αυτοπροσδιορισμό (=θέλω να γίνω αυτό που "νιώθω", να είμαι ό,τι δηλώνω, και απαιτώ από την κοινωνία, όχι να αλλάξει, αλλά απλώς να με βλέπει και να με αντιμετωπίζει ανάλογα με το τι μου έχει κατέβει κάθε φορά ότι "είμαι"). Ενώ ξυπνάει (κάνοντάς τα μάλιστα να φαίνονται ως "φωνές της λογικής") γνωστά τέρατα του παρελθόντος. This is the End, my only friend...
     
   Θα δώσω ένα παράδειγμα αποτελέσματος woke ιδεολογικής καπηλείας και ιστορικής παραχάραξης. Όχι πολύ καιρό πριν, ένας γνωστός μου, συνομήλικος και ακραιφνής οπαδός κάθε σημείου της woke ατζέντας (cancel και ξαναγράψιμο όλης της "σεξιστικής, πατριαρχικής και ομοφοβικής" δυτικής λογοτεχνίας ώστε να μην... "προσβάλλονται" και "ταράζονται" όσοι φαντασιώνονται ότι φέρουν κάποιο "συλλογικό τραύμα", νομιμοποίηση της παρένθετης επί πληρωμή "μητρότητας", άρνηση της ύπαρξης των δύο φύλων άρα της βιολογίας εν γένει, νομική καθιέρωση ως υποχρεωτικών των όρων "γονέας 1" και "γονέας 2" αντί για "μητέρα" και "πατέρας" για να μην "προσβάλλονται" οι ομόφυλοι "γονείς", καθαγιασμός της πορνείας ως "σεξεργασίας", υπεράσπιση του "δικαιώματος" των γκέυ να στρατεύονται στον σιωναζιστικό στρατό και να ξεκοιλιάζουν έγκυες παλαιστίνιες κλπ.) με είχε ρωτήσει με ειλικρινή απορία: "πώς είναι δυνατόν να ακούς αυτή τη μουσική, όπως π.χ. οι Doors ή οι Beatles ή οι Ramones, και ταυτόχρονα να είσαι κατά του γάμου ομοφυλοφίλων και του δικαιώματός τους να υιοθετούν παιδιά ή να τα παραγγέλνουν από μια νοικιαζόμενη μήτρα;". Βέβαια ο ερωτών δεν είχε ιδέα από Aντικουλτούρα, Doors κλπ. (αντάρτικα και Θεοδωράκη ακούει ο άνθρωπος, άντε και λίγο ραπ λόγω των παιδιών του και για να δικαιολογεί τα τατουάζ του και το σκουλαρίκι του). Του φαινόταν απλώς ότι η Αντικουλτούρα, οι hippies κλπ. θα ήσαν αυτονόητα υπέρ κάθε γουοκιστικής Απόλυτης Αλήθειας, αφού έχει καλλιεργηθεί από την προπαγάνδα η εντύπωση ότι η αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960 και οι διάδοχες εκφάνσεις της (punk, new wave, post punk κ.α.) ήταν απλώς ένα φαινόμενο προδρομικό του σημερινού woke. 

   Ορμώμενος από εκείνη και από άλλες παρόμοιες κουβέντες που είχα κατά καιρούς με άλλους κατά πολύ νεώτερούς μου ανθρώπους, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να υποβάλλω ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα / ζήτημα αιχμής στο chat gpt, τον κατεξοχήν "προφήτη" και "πνευματικό" της νέας (αν και όχι μόνο) γενιάς. 
   Αυτό που δεν μου έκανε εντύπωση είναι η ακρίβεια με την οποία ο "προφήτης" μηρύκασε τα επιχειρηματολογικά κλισέ του γουοκισμού. Έτσι επαληθεύεται και ο Γκυ Ντεμπόρ, ο  οποίος σε κάποια εισαγωγή του στην Κοινωνία Του Θεάματος είχε γράψει ότι "αυτές οι μηχανές εξαρτώνται από το ασυνείδητο αυτών που τις προγραμματίζουν". Με αιφνιδίασε όμως το ότι σιγά σιγά "μαζεύτηκε" μπροστά την αντεπιχειρηματολογία, σε σημείο να υποστηρίξει τελικά την διαμετρικά αντίθετη θέση από την αρχική του (αφού αν ήταν ζωντανός στριμωγμένος γουοκιστής, θα είχε κατά πάσα πιθανότητα καταφύγει στο γνωστό ιδεολογικό υβρεολόγιο του γουοκισμού αποκαλώντας με "ομοφοβικό", "ρατσιστή", "ισλαμοφοβικό", "πατριαρχιστή", "μισογύνη", "φασίστα" κλπ.). 
    Μήπως τελικά οι μηχανές συζητούν ειλικρινέστερα από τους ανθρώπους; 
     Παρακάτω όλη η "συζήτηση". Με τονισμένα στοιχεία οι ερωτήσεις μου. 

    Θ. Λ.
                         

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΕ ΔΙΣΚΟΠΩΛΕΙΟ

    (σαν να μην πέρασε μια μέρα...)


  Χθες κατέβηκα μια βόλτα σε γνωστό παλιό δισκάδικο της Αθήνας, με μεταχειρισμένους κυρίως δίσκους. Όχι για να αγοράσω κάτι (αν και τελικά δεν απέφυγα τον πειρασμό) αλλά για να (ξανα)πάρω λίγη από την χαρακτηριστική «ατμόσφαιρα» που έχουν τέτοιοι χώροι. Τα παλιά δισκάδικα μυρίζουν ανάλογα προς τα κελάρια όπου φυλάσσεται παλιό κρασί. Μόνο η μυρωδιά είναι διαφορετική: κρασί και ξύλο ποτισμένο απ΄αυτό στη μία περίπτωση, γυαλιστερό χαρτόνι και βινύλιο ποτισμένα με νικοτίνη στην άλλη.


  Τυχαίνει εξάλλου, πράγμα περίπου αναπόφευκτο μετά από τόσες δεκαετίες που συχνάζω εκεί, να γνωρίζω και το πρόσωπο που έχει την επιχείρηση (θα πω μόνο ότι απολαμβάνει της γενικής εκτίμησης για τις εις βάθος περί ροκ– και όχι μόνο- γνώσεις του αλλά και για την ακέραιη στάση του στην πιάτσα τόσα χρόνια). Την ώρα που πήγα, έτυχε να βρίσκεται εκεί άλλος ένας σχεδόν συνομήλικός του πελάτης, εξαιρετικά καλοβαλμένος, που δεν τον είχα ξαναδεί. Δύο γενιές ροκάδων λοιπόν στον ίδιο «ναό»: οι δυό τους προερχόμενοι από την ψυχεδέλεια, εγώ από το punk / new wave / post punk κ.ε.
  Οι δυό τους έδειχναν να γνωρίζονται αρκετά καλά και συζητούσαν για κάποιο άσχετο με μουσική θέμα. Ξαφνικά μπήκε ένας τρίτος πελάτης, συνομήλικός μου και γνωστός μου εξ' όψεως (αλλά, όπως φάνηκε, μάλλον περισσότερο γνωστός στους άλλους δύο), ο οποίος διέκοψε τη συζήτηση.

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΗΘΙ(ΚΟΛΟΓΙ)ΚΟΥ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ (με μια φράση)


  "Left is really good at telling people off, which just makes everyone think: fuck off"
 (Nicky Wire, μπασίστας και κύριος στιχουργός των ουαλών Manic Street Preachers, σε πρόσφατη συνέντευξή του για τον τελευταίο δίσκο του συγκροτήματος)
       
                          

   To αφήνω αμετάφραστο για να μην χαθεί η βιτριολική ομοιοκαταληξία. 
   Σε ελεύθερη όμως απόδοση λέει περίπου ότι, η αριστερά έχει γίνει ειδική στο να κουνάει το δάχτυλο στον κόσμο, με τρόπο που να τον κάνει να σκέφτεται "άντε γαμηθείτε".

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

ΜΑΥΡΟ + ΑΣΠΡΟ (1973)


    Μια διεθνών προδιαγραφών ελληνική ροκ ταινία του 1973, που υπερβαίνει κατά πολύ τη στενότητα του αντιδικτατορισμού 

Έτος πρώτης προβολής: 1973, Σεπτέμβριος
Σκηνοθεσία: Θανάσης Ρεντζής και Νίκος Ζερβός
Σενάριο: Θανάσης Ρεντζής
Μουσική επιμέλεια: Νίκος Παπαδάκης



  

    Σε μια επικοινωνία που είχα πρόσφατα με τον Θανάση Ρεντζή (έναν εκ των δύο σκηνοθετών και σεναριογράφο) μου είπε ότι η ταινία «Μαύρο + Άσπρο» ατύχησε λόγω της εποχής που βγήκε: όσοι την παρακολούθησαν τότε (αλλά και αργότερα), στάθηκαν μόνο στις -συνήθεις για τα καλλιτεχνικά έργα της χουντικής περιόδου- «κωδικοποιημένες» αντιδικτατορικές νύξεις της, και δεν πρόσεξαν ότι η ταινία έθιγε ζητήματα πιο σύνθετα, που αφορούσαν και σε «ελεύθερες» κοινωνίες (και άρα ξεπερνούσαν κατά πολύ τον, ούτως ή άλλως περιορισμένου διανοητικού και πολιτικού ορίζοντα, αντιδικτατορισμό).
    Η επισήμανση του Θανάση Ρεντζή μού επιβεβαίωσε αυτό που είχα διαισθανθεί από την πρώτη φορά που είδα την ταινία (κάπου γύρω στο 2000). Για τον λόγο ακριβώς ότι η ταινία υπερέβαινε την απλοϊκή στρατευμένη πρόσληψή της, έγινε εξαρχής μια από τις πλέον αγαπημένες μου. Και διαπιστώνοντας ότι δεν είχε γραφεί κάτι που να αναδεικνύει την ευρύτερή της διάσταση (τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνομαι προσωπικά), αποφάσισα να το κάνω από εδώ.

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΕΛΟΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ

  Γιώργος Νικολαΐδης: "ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΡΕΛΟΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ" (φωτογραφίζοντας την άγρια πλευρά της δεκαετίας του '80)
   Φωτογραφικό λεύκωμα
   Εκδόσεις: Στο Περιθώριο, Αθήνα, Νοέμβριος 2017






   
     Περιεχόμενα: 

 1) Πρόλογος - Δημήτρης Ιωάννου, Γιάννης Ν. Κολοβός 
 2) Πλατεία Εξαρχείων - Θοδωρής Αντωνόπουλος 
 3)"Δεν είναι ελευθερία, δεν είναι Δημοκρατία, Είναι μόνο μία Μπασταρδοκρατία" - Παναγιώτης Καλαμαράς
 4) Χημείο '85 - Γιάννης Καστανάρας

 5) Οι Νύχτες του Μιχάλη - Νώντας Γιαννακός
 6) "Απόψε, όλα κάτω" - Νίκος Σούζας
 7) Πάνκηδες - Γιάννης Ν. Κολοβός
 8) Nick, the hero next door - Νίκος Λιάσκας
 9) Η καθοριστική στιγμή. Όταν οι ξένοι μουσικοί ήρωες γίνονται "δικοί μας" - Αλέξης Καλοφωλιάς 

10) Rock in Athens. 26-27 Ιουλίου 1985: Οι δύο μέρες που η Αθήνα έγινε Ευρώπη - Ηρακλής Ρενιέρης
11) Μια βόλτα στον Πήγασο - Ταξιάρχης Λιάσκας

12) Σανδάλια, ταγάρια και creepers (από τους παλιοροκάδες στο new wave - κι ακόμα παραπέρα...) - Θανάσης Αντωνίου
13) Independent nights... A way out! - Χρήστος Γιοβανόπουλος 


Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ ΣΕ ΜΙΑ ΡΟΚ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΣΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ;

 
 THE DREAM SYNDICATE, Αθήνα 4 Νοεμβρίου 2017



Dream Syndicate - Filter Me Through You (2017)
                             

   
     Αν έχεις ζήσει τη ροκ στην κλασική εποχή της (περίπου 1955-1990) για ποιόν λόγο να πας σε μια ροκ συναυλία εν έτει 2017;

    Για μένα αυτός ο λόγος δεν θα μπορούσε να κάνει μόνο με τους Dream Syndicate, ένα από τα σημεία αναφοράς των '80s (της τελευταίας κοσμογονικής εποχής της ροκ ως κοινωνικού φαινομένου), τους οποίους άλλωστε είχα ξαναδεί μερικές φορές ακριβώς τότε. 
  Γιατί, τέτοιες συναυλίες λειτουργούν και σαν απολογιστικά γενεακά ραντεβού, ειδικά όταν ένα τόσο σπουδαίο συγκρότημα επανέρχεται μετά από τριάντα σχεδόν χρόνια με έναν επίσης απολογιστικό δίσκο / κεραυνό εν αιθρία. Πηγαίνοντας λοιπόν να δω ένα συγκρότημα σαν τους Dream Syndicate στο Fuzz το σαββατόβραδο της 4ης Νοεμβρίου 2017, πήγαινα για να δω και το κοινό τους (πέραν των ενός - δύο φίλων), την κάποτε κοινότητα των ανθρώπων από την οποία επέλεξα να προέρχομαι. Περίμενα να βρω ανθρώπους με τους οποίους είχαμε δεκαετίες να τα πούμε, να θυμηθώ φυσιογνωμίες που είχα ξεχάσει ("ρε, από πού τον ξέρω αυτόν;"), να κάνουμε παραλληλιστικούς απολογισμούς, να κατανοήσω καλύτερα το πλαίσιο της δικής μου πορείας ζωής. Άλλωστε κι ο τίτλος του τελευταίου αυτού δίσκου των Dream Syndicate δεν είναι "Πώς Βρέθηκα Εδώ;";

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

ROCK - ROCK - ROCKIN' ON HADES' DOOR



   Ταρακουνώντας την πύλη του Άδη: επιτύμβια ροκ επιγράμματα


 

    Η έρευνα της στάσης ενός λαού, ενός πολιτισμού, μιας επιμέρους κουλτούρας ή μιας εποχής απέναντι στον θάνατο, θεωρείται από την ιστοριογραφία θεμελιώδης για την κατανόησή τους. Γι’ αυτόν τον λόγο η μελέτη των τρόπων κήδευσης (ταφή και στάσεις του θαμμένου σώματος, καύση, ή απλή υπαίθρια απόθεση της σωρού κλπ.) των ταφικών μνημείων και ειδικά των επιτυμβίων επιγραφών και επιγραμμάτων (όταν υπάρχουν) αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα κύρια μεθοδολογικά εργαλεία των αρχαιολόγων και των ιστορικών, αλλά και άλλων κοινωνικών επιστημόνων όπως των ψυχολόγων.
   Αν λοιπόν η ροκ εκτός από μουσική υπήρξε κι ένα κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο (όπως άλλωστε το διαπραγματεύονται εδώ και δεκαετίες οι εκατοντάδες σχετικές επιστημονικές εργασίες που έχουν δημοσιευθεί διεθνώς) τότε η έρευνα της στάσης που ανέπτυξε απέναντι στον θάνατο παρουσιάζει ζωτικό ενδιαφέρον για την κατανόησή της.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ (ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ) TO ΥΠ' ΑΡ. 1 ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ

      
       Για την αποϊστορικοποίηση ενός (ακόμα) εθνικού μύθου 


    Η αντίληψη ότι η εγχώρια αριστερά βρισκόταν ανέκαθεν πίσω από κάθε "προοδευτική" και "εθνική" διεκδίκηση (και γι' αυτό αποτελούσε ανέκαθεν τη μεγαλύτερη απειλή για τις δυνάμεις τής εκάστοτε οπισθοδρόμησης) παραμένει στην Ελλάδα εξίσου διαδεδομένη με τη παρά φύσιν ζεύξη του "ελληνοχριστιανισμού" και του "εθνοσωτήριου" ρόλου της εκκλησίας στην επανάσταση του 1821. Με τη συνταγή αυτή έχουν κατασκευαστεί εθνικοί νεομύθοι όπως η "εθνική αντίσταση", οι οποίοι έχουν πλέον ενσωματωθεί αρμονικότατα στον πολυθραυσματικό κορμό ενός -εσαεί οξύμωρου- επισήμου ψευδοϊστορικού αφηγήματος ("ελληνικότητα του Βυζαντίου", ρωμηοσύνη, "ελληνοχριστιανισμός", "κρυφό σχολειό", "έπος του '40", "εθνική συμφιλίωση" κλπ.), όχι μόνο ξεπλένοντας τα εκάστοτε αποκαλυπτόμενα ιστορικά "άπλυτα" του Συστήματος, αλλά και "μπαζώνοντας" (με τις αριστερές ευλογίες, μάλιστα) τα αναπόφευκτα χάσματα στην "εθνική συνέχεια" της Μυθοπλασίας του.
   Σχετικά με το πραγματικό μέγεθος της απειλής που η αριστερά αντιπροσώπευσε για την χούντα της περιόδου 1967-1974, η ιστορική αλήθεια είναι ότι η χούντα -και σύμπαν το εκφραζόμενο μέσω αυτής ελληνοχριστιανικό μόρφωμα- έφτασε προοδευτικά στο σημείο να αντιλαμβάνεται ως μεγαλύτερη απειλή την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου κομματιού τής εγχώριας νεολαίας (τους τότε υποτιμητικά αποκληθέντες "γιεγιέδες", ή "τεντυμπόυδες", ή "χίππιδες" κλπ.), παρά την καταφανώς νικημένη σε όλα τα πεδία (όπως εξάλλου αποδείχτηκε και από τα αμέσως μεταδικτατορικά εκλογικά ποσοστά της) αριστερά: μια αριστερά τής οποίας τα "κυριακάτικα κηρύγματα" και οι "εκθέσεις ιδεών"  δεν κατάφερναν (όπως δεν καταφέρνουν και σήμερα) να συγκινήσουν (βλ.: χειραγωγήσουν) τήν -υπό τής ιδίας εκτιμώμενη ως δυνητική- νεανική πελατεία της.
 Εξάλλου σχετικά με το τί εξελάμβανε ως υπέρτατη απειλή η χούντα, μόνοι αρμόδιοι να αποφανθούν είναι οι ίδιοι οι αξιωματούχοι της μέσω των εγγράφων (επισήμων και απορρήτων) παραδοχών τους, κι όχι οι διάφοροι αυτόκλητοι σταλινοειδείς "ερμηνευτές" που νομίζουν ότι κατέχουν ... τον Ομφαλό της Ιστορίας. Γι΄αυτό παρακάτω αναδημοσιεύω (με την έγκριση του συγγραφέα και του εκδότη) ένα απόσπασμα από το βιβλίο του καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κώστα Κατσάπη, Το "Πρόβλημα Νεολαία" - Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα: 1964-1974 (Απρόβλεπτες Εκδόσεις, Αθήνα 2013). 
   Οι εικόνες (και οι λεζάντες που δεν απηχούν απαραιτήτως θέσεις του συγγραφέα), τα τονισμένα στοιχεία και η σημείωση (*) στο τέλος για τη Νέα Αριστερά (που επίσης δεν είναι απαραίτητο να απηχεί θέσεις του συγγραφέα) είναι από εμένα.

Θ.Λ.

      

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ ΣΕ ΚΙΝΗΣΗ

Μουσική και πολιτισμός τη δεκαετία του '60

Συγγραφέας: David Pichaske
Εκδόσεις Κουκκίδα 2016 (πρώτη έκδοση: Schirmer Books, 1979)
Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Σελίδες: 488




   Η αφήγηση της δεκαετίας του '60 βρίσκεται μονίμως υπό την απειλή παρερμηνείας και αποσπασματικότητας, αφού μετά τις πανηγυρικές, ιδεαλιστικές αφετηρίες της οδηγήθηκε σε μια τραχιά κι οργισμένη κορύφωση. Μόνο ένα βιβλίο με καλειδοσκοπική οπτική θα μπορούσε να δώσει ειρμό σ' αυτά τα χρόνια. Ο Ντέιβιντ Πιτσάσκι συμπλέκει τα γεγονότα αυτής της πολύχρωμης δεκαετίας με τα τραγούδια που χόρευε η νεολαία της, με τη μουσική που τη συνόδευε στις διαδηλώσεις και τα μαστουρώματά της.
    Τα τραγούδια ήταν η καινούργια μυθολογία. Από τους Beatles στον Μπομπ Ντίλαν, από τους Rolling Stones στους Mothers of Invention, από τους Doors στους Kinks. Άλλοτε ψυχαγωγική κι άλλοτε παράλογη, άλλοτε φρενήρης κι ενίοτε μεγαλειώδης, η μουσική μιλούσε στους πάντες.
  Με στίχους τραγουδιών και περιγραφές, ο συγγραφέας αναπαράγει επιτυχημένα τη δεκαετία του '60, χρησιμοποιώντας τους στίχους και τη μουσική που έκαναν μια γενιά να τραγουδάει, να χορεύει, να σκέφτεται, να καπνίζει, να διαδηλώνει, να γελάει και να ερωτεύεται. Μια διεισδυτική ματιά στις δυνάμεις που κινητοποίησαν μια γενιά, οδηγώντας την από την αθωότητα στον θυμό και κατόπιν στην απελπισία. Μια ζωντανή παρουσίαση των αμφιλεγόμενων απαντήσεων γι' αυτό που συνέβη πράγματι τη δεκαετία του '60 και γιατί.
   Από το "Blowin' In the Wind" στο "The Times they Are-A-Chargin'", από το "I Wanna Hold Your Hand" στο "Satisfaction", από τις μέρες της ελπίδας ως τις μέρες της σύγκρουσης και μετά στις μέρες του κατακερματισμού, το συναρπαστικό αυτό βιβλίο συλλαμβάνει με επιτυχία τον ιδεαλισμό και το καινοτόμο πνεύμα μιας γενιάς σε κίνηση.
   (Από το οπισθόφυλλο)

  Περιεχόμενα:
- Πρόλογος
- Το υπόβαθρο της δεκαετίας του '50
- Το οργισμένο όχι
- Το απαράμιλλο ναι
- Εναλλακτικοί τρόποι ζωής
- Η έλξη της βαρύτητας: Προσεταιρισμός, αφομοίωση και ροκ σαβούρα
- Ψευδοκουλτούρα, γελοιότητα και υπερβολή
- Η δεκαετία του '70: Κοιτώντας πίσω, κοιτώντας μπρος
- Προτεινόμενες ηχογραφήσεις
- Ευρετήριο


Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΡΟΚ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΡΩΙΜΩΝ '80s (...τριάντα δύο χρόνια μετά)

Ελληνική νεολαία και και ροκ στις αρχές της δεκαετίας του '80

Συγγραφέας: Γιώργος Τουρκοβασίλης
Πρώτη έκδοση: εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα 1984 
Δεύτερη έκδοση: εκδόσεις Στο Περιθώριο, Αθήνα 2016 (με πρόλογο του διδάκτορος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Γιάννη Κολοβού.)
Σελίδες: 192 
 
    

     Στην κοσμογονική του περίοδο (περίπου 1955-1993) ο ροκ -και γενικότερα ο underground- χώρος προσείλκυε κατεξοχήν άτομα με πρόβλημα ταυτότητας. Προσείλκυε δηλαδή ανθρώπους, οι οποίοι είτε λόγω ψυχικών προδιαγραφών, είτε λόγω βιωμάτων, είτε λόγω υγιούς υπαρξιακού αισθητηρίου, είτε λόγω ευφυίας, είτε λόγω παιδείας, είτε λόγω συνδυασμού των προηγουμένων αρνούντο (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) να αναλάβουν τούς προκάτ ρόλους που τους ανέθετε η εκάστοτε θεωρούμενη ως κοινωνία, ή και απλώς να αυτοπροσδιοριστούν μέσω των σημείων αναφοράς της («έθνος», κόμματα, διάφορες «συγκροτημένες» ιδεολογίες, θρησκεία, κρατούσες αντιλήψεις περί οικονομικο-επαγγελματικής ή ερωτικής «επιτυχίας» κλπ.). Στις σύγχρονες κοινωνίες τα άτομα αυτά αποτελούν τα ποιοτικότερα αλλά και το πιο ευάλωτα (σε «εξωτερικούς» ή «εσωτερικούς» κινδύνους) στοιχεία τους. 
   Τα προσφάτως επανεκδοθέντα Ροκ Ημερολόγια του Γιώργου Τουρκοβασίλη αναδεικνύουν το πώς αυτή η αναζήτηση ταυτότητας, όπως εκδηλώθηκε σε ένα μεγάλο (αν και μειοψηφικό) κομμάτι της ελληνικής νεολαίας στα όψιμα '70s και πρώιμα '80s, οδήγησε για πρώτη φορά στον σχηματισμό μιας (τότε) κοινωνικά υπολογίσιμης ροκ κοινότητας στην Ελλάδα. Μάλιστα, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι η κοινότητα αυτή υπήρξε και το μόνο κομμάτι του πληθυσμού στη νεώτερη ελληνική ιστορία, που κράτησε μια κάπως μαζικότερη επαφή με τα ποιοτικότερα στοιχεία πολιτιστικής και πολιτικής αναζήτησης του δυτικού πολιτισμού, αμφισβητώντας παράλληλα τον βυζαντινισμό / ανατολιτισμό (βλ. ρωμηοσύνη). Αξίζει να σημειωθεί ότι η επανέκδοση τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του (1984) οφείλεται όχι μόνο στο συλλεκτικό status τού βιβλίου, αλλά και στη ζήτηση γι’ αυτό που δεν εξέλειψε ποτέ εντελώς.
  Τα τελευταία εξάλλου χρόνια, με την έκδοση αρκετών εργασιών (επιστημονικών, δημοσιογραφικών, ακόμα και ταινιών και μυθιστορημάτων), σχετικών με τον κοινωνιολογικό και ιστορικό απολογισμό του ροκ φαινομένου όπως εκδηλώθηκε στην Ελλάδα, το ενδιαφέρον για πρωτογενείς ιστορικές πηγές αυξήθηκε αναμενόμενα, ευνοώντας έτσι την επανέκδοση τού ίσως πλέον σημαντικού ντοκουμέντου εκείνης της εποχής. Σημαντικού, γιατί καταγράφει με έναν απολύτως ιδιαίτερο τρόπο την εγχώρια ροκ κοινότητα στη φάση της δεύτερης καλλιτεχνικής, πληθυσμιακής και συνειδησιακής απογείωσής της, στην οποία βρισκόταν στα πρώιμα '80s (η πρώτη συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του '60 και ως γνωστόν διακόπηκε απότομα από την αποπολιτισμοποίηση της χουντοδεξιάς επταετίας και της εξίσου γραφικής αριστερόστροφης «πολιτιστικής» εκτόνωσης των πρώτων μεταπολιτευτικών ετών).

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

ΧΡΟΝΟΠΥΛΗ ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΧΩΡΑ ΜΙΑΣ ΠΑΝΤΟΤΙΝΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ


   Το καλοκαίρι στην Ελλάδα προτιμάτο ανέκαθεν για διακοπές, θρησκευτικούς γάμους και μετακομίσεις (τα δύο πρώτα, εννοείται μόνο από όσους έχουν λεφτά για πολυτέλειες ή για πέταμα, αντίστοιχα). Ειδικά οι μετακομίσεις ενδείκνυνται όταν κάνει ζέστη, αφού η αλλαγή σπιτιού συνδυάζεται περίπου αναγκαστικά με μικροεπισκευές που θέλουν γρήγορο στέγνωμα, όπως διάφορα μερεμέτια, ή με βαψίματα κ.α. Έτσι μια από τις πιο χαρακτηριστικές καλοκαιρινές μυρωδιές στις γειτονιές των ελληνικών πόλεων είναι αυτή ενός άδειου διαμερίσματος που το βάφουν.
   Τις παραπάνω βαθυστόχαστες σκέψεις τις έκανα ένα απόγευμα πρόσφατα που βρέθηκα στην Αθήνα για λίγες μέρες. Έχοντας πάει αρκετά νωρίτερα απ' την ώρα μου σε ένα ραντεβού, σε μια από αυτές τις παλιές γειτονιές που ακόμα κι οι πολυκατοικίες είναι το πολύ διώροφες και που γύρω στις πέντε το απόγευμα ακούγονται μόνο τα τζιτζίκια στις αυλές, κάθισα σε ένα πεζούλι μυρίζοντας τη μπογιά όπως ερχόταν από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου απέναντί μου.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

ΥΠΕΡΟΧΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ…




   Στο –πιθανότατα- καλύτερο μουσικό περιοδικό που κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα, το μηνιαίο ΗΧΟΣ & Hi Fi, υπήρχε στα μακρινά ’80s μια μόνιμη στήλη με τίτλο Υπέροχοι Άνθρωποι. Εκεί οι συντάκτες του περιοδικού παρουσίαζαν ένα απάνθισμα δηλώσεων, ρήσεων κλπ. (συνήθως αστοχίες ή γκάφες) «επωνύμων», από διάφορους χώρους (κυρίως της μουσικής, διεθνούς και εγχώριας). Αρκετές φορές υπήρχε και –πικρόχολος αλλά εύστοχος- σχολιασμός. Π.χ. στη δημοσίευση της δήλωσης του «πολύ» Μίκη Θεοδωράκη «στην Ελλάδα νιώθω σαν τάνκερ στη λίμνη των Ιωαννίνων» οι συντάκτες του Ήχου σχολίαζαν: «αν ήξερε πώς αισθάνονται τα ψάρια…».
   Ένα μεγάλο μέρος από το εν λόγω μηνιαίο απάνθισμα αφορούσε σε αντί-ροκ δηλώσεις ταγών της –δεξιόστροφης και αριστερόστροφης- (β)ρωμηοσύνης. Εν προκειμένω, για τους συντάκτες του Ήχου, αγαπημένο -και αστείρευτο- πεδίο αλίευσης δηλώσεων και ρήσεων ασχετοσύνης, ημιμάθειας, κομπορρημοσύνης, κουτοπονηριάς, στρεψοδικίας, κατακίτρινης αντί-ροκ προπαγάνδας κλπ. ήσαν οι σταλινικές φυλλάδες (Οδηγητής, Βρυσοσπάστης κ.α.) και οι αντί-ροκ δηλώσεις των διαφόρων βοσκών, υποβοσκών και ανθυποβοσκών τής εν λόγω ιδεολογικής στρούγκας - και των «θυγατρικών» της - (μια απολύτως δειγματοληπτική τέτοια παρουσίαση υπάρχει εδώ: http://hypnovatis.blogspot.gr/2013/04/o.html ).
   Σήμερα ωστόσο, και παρ’ όλα τα είκοσι επτά χρόνια απ’ το επίσημο τέλος του γραφειοκρατικού καπιταλισμού (όπως είναι πλέον η επιστημονική του καταχώρηση) έχει ξεμείνει στην Ελλάδα κάποιος γραφικός, που επιμένει στη σταλινική αντί-ροκ κομματική γραμμή των δεκαετιών εκείνων, όπου η ροκ μεσουράνησε ως μουσική και ως κοινωνικό φαινόμενο (1955-1993 περίπου). Εδώ, λοιπόν, έχω κάνει κάτι ανάλογο με τους συντάκτες του Ήχου: ένα αρρωστημένο «απάνθισμα» του κομπλεξισμού, της ημιμάθειας, της μειονεξίας και της αρτηριοσκλήρυνσης, όχι τόσο του εν λόγω σταλινικού γραφικού απομειναρίου (δεν είναι προσωπικό το ζήτημα), όσο του «ιδανικού» που αντιπροσωπεύει.
 Η ανάρτηση θα ενημερώνεται με κάθε νέα αξιόλογη σταλινομουσικοδημοσιογραφική ρήση. Παρακαλώ μάλιστα όποιον φίλο εντοπίσει κάποιες που ξέφυγαν από το δικό μου πρόχειρο ψάξιμο, να μην διστάσει να την ενημερώσει ο ίδιος με ένα σχόλιο.



   FONTAS TROUSSAS QUOTES