Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟΝ "ΓΥΨΟ"

     Η διακοπείσα συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα (17 Απριλίου 1967) και οι νέες προτεραιότητες που έθεσε στη χούντα

    Με την ευκαιρία τής επετείου της "εθνοσωτηρίου στρατιωτικής επαναστάσεως" (21 Απριλίου 1967) αναδημοσιεύω ένα απόσπασμα από το "HXOI KAI AΠΟΗΧΟΙ - Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα 1956-1967" του καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Κώστα Κατσάπη. Το απόσπασμα αφορά στη, διακοπείσα από την αστυνομία, συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα τέσσερεις ημέρες πριν και στον αντίκτυπο που είχε το εν λόγω γεγονός στην διαμόρφωση των χουντικών πρακτικών εναντίον ενός συγκεκριμένου κομματιού της εγχώριας νεολαίας. Έχω συμπεριλάβει τις παραπομπές και τις εικόνες του βιβλίου. Τα τονισμένα στοιχεία και οι επιπλέον εικόνες (και οι λεζάντες που δεν απηχούν απαραιτήτως τις απόψεις του συγγραφέα) είναι από εμένα.
   Ολόκληρο το βιβλίο υπάρχει για ελεύθερο κατέβασμα στην ιστοσελίδα του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας (Ι.Α.Ε.Ν.). 

Θ.Λ.
   


     Με τα παραπάνω γεγονότα ακόμη «νωπά», οι πέντε «ακούρευτοι Στόουνς» επισκέφθηκαν την Αθήνα, όπου για τις 17 Απριλίου (τέσσερις μόλις ημέρες μετά τα επεισόδια της Βαρσοβίας) είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστούν μπροστά στους αθηναίους οπαδούς τους στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Την παραμονή της συναυλίας ένα ενθουσιώδες πλήθος αγοριών και κοριτσιών τους περίμενε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για να τους αποθεώσει, παρουσία ισχυρής αστυνομικής δύναμης. «Οι γιεγιέδες της Αθήνας», περιέγραφε την επόμενη ημέρα η Απογευματινή, «[βρίσκονταν] σε συναγερμό. Τα περισσότερα από τα ζωηρά αυτά δεκαεννιάχρονα παιδιά ήσαν ντυμένα ποικιλόχρωμα, φανταχτερά, με πλούσια μαλλιά και φαβορίτες. [...] Οι μαθήτριες των γυμνασίων —πολλές σε αριθμό— έφεραν στο στήθος τους ταινίες με την επιγραφή Ρόλλινγκ Στόουνς και οι φερέλπιδες νεαροί κονκάρδες με την φωτογραφία των... επίγειων θεών του σέικ».8
 

 

     Παρά την καταρρακτώδη βροχή που έπεφτε, ένα πλήθος, το οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που δημοσιεύτηκαν την επόμενη μέρα στον Τύπο, ανερχόταν σε επτά με δέκα χιλιάδες κόσμο, συγκεντρώθηκε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού για να απολαύσει ένα από τα σπουδαιότερα συγκροτήματα της εποχής. Το πάθος υπήρξε μεγάλο και οι αθηναίοι τηνέιτζερ έκαναν οτιδήποτε για να εκδηλώσουν την αγάπη που έτρεφαν για τους Ρόλλινγκ Στόουνς. «Ομαδική υστερία», «πανδαιμόνιο» και «παραλήρημα»9 ήσαν μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποίησε ο αθηναϊκός Τύπος για να περιγράψει τα συναισθήματα που προκάλεσαν οι Στόουνς στους αθηναίους οπαδούς τους, αλλά και τις εκδηλώσεις αγάπης των τελευταίων για τα ινδάλματά τους: «Κραυγές υστερικές, φωτοβολίδες και παρατεταμένα χειροκροτήματα υπεδέχοντο τους Στόουνς στο γήπεδο», έγραφε σχετικά η Απογευματινή. «Φανταιζίστες, ρυθμικοί, έμπειροι πια στο είδος τους, από την πρώτη στιγμή κατέκτησαν το ακροατήριο τους. "Λαίηντυ Τζέην":10 στο άκουσμα αυτής της επιτυχίας τους, οι "τηνς" κόντεψαν να παραβιάσουν τα κιγκλιδώματα του γηπέδου για να βρεθούν κοντά στους ακούρευτους "θεούς" τους. Ο ρυθμός του "Σατισφάκτιον"11 προκάλεσε ένα καινούργιο παραλήρημα και επηκολούθησε ένας σωστός πανζουρλισμός που χρειάστηκε την επέμβασι της αστυνομίας. "Δέκατη ένατη νευρική κρίσις"12 είναι ο τίτλος μιας άλλης επιτυχίας τους, που όταν την τραγούδησαν μια γενική... κρίσις κυρίευσε τον νεαρόκοσμο της Αθήνας. [...] Η ατμόσφαιρα ήταν κυριολεκτικά ηλεκτρισμένη με κύριο συντελεστή τον ζωηρό ρυθμό των Ρόλλινγκ Στόουνς».13


   Χορός στις κερκίδες, λίγα λεπτά πριν πέσει (με την έγκριση της δεξιάς και της αριστεράς του καθεστώτος) το πρώτο μαζικό κατασταλτικό ξύλο στο άνθος τής ελληνικής νεολαίας.



            Ερώτηση: ο μπάτσος "πρώτο τραπέζι πίστα" είναι groupie του συγκροτήματος;


   Τη στιγμή ακριβώς της απόλυτης «έκστασης» ένα απρόβλεπτο γεγονός έλαβε χώρα: ένας εκ των μάνατζερ των Ρόλλινγκ Στόουνς θέλησε να μοιράσει μία ανθοδέσμη με κόκκινα γαρύφαλλα14 στους αθηναίους τηνέιτζερ και οι αστυνομικοί θεωρώντας προφανώς ότι η πράξη του αυτή ενέχει κάποιον πολιτικό συμβολισμό, επιχείρησαν να τον σταματήσουν. Όταν έγινε αντιληπτό ότι ο μάνατζερ των Στόουνς προπηλακίζεται από τα όργανα της τάξης, τα μέλη του συγκροτήματος έτρεξαν να τον υπερασπιστούν, με αποτέλεσμα να προκληθεί αναστάτωση και οι Ρόλλινγκ Στόουνς, εξοργισμένοι από τη συμπεριφορά των αστυνομικών, να διακόψουν τη συναυλία τους ύστερα μόλις από είκοσι λεπτά. Έξαλλοι οι χιλιάδες νέοι στις εξέδρες αποδοκίμαζαν για αρκετά λεπτά τη στάση των αστυνομικών, μέχρις ότου ο διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, ο οποίος ήταν παρών στο γήπεδο του Παναθηναϊκού επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, έδωσε εντολή να βυθιστεί το γήπεδο στο σκοτάδι, ώστε να υποχρεωθούν οι γιεγιέδες να αποχωρήσουν.15

 

     Παρά το άδοξο τέλος της συναυλίας, η ικανοποίηση των τηνέιτζερ για την έλευση και μόνο των Ρόλλινγκ Στόουνς στην Αθήνα υπήρξε τεράστια. Πριν καλά-καλά κοπάσει ο θόρυβος από τα όσα συνέβησαν στη συναυλία των Στόουνς, μια είδηση ήρθε να σκάσει σαν βόμβα γιγαντώνοντας τον ενθουσιασμό των αθηναίων γιεγιέδων: «Οι θρυλικοί, οι ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΜΠΗΤΛΣ», όπως έγραφε χρησιμοποιώντας την κατάλληλη υπογράμμιση η Απογευματινή, «έρχονται το καλοκαίρι στην Αθήνα». Περισσότερες πληροφορίες δεν περιείχε το άρθρο, πέραν του ότι οι Μπητλς θα έρχονταν στην Αθήνα για μία μόνο συναυλία η οποία θα πραγματοποιούνταν (μάλλον) στις 14 Ιουλίου, και ότι δεν θα έπαιρναν κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως αμοιβή, αλλά θα λάμβαναν ποσοστά επί των εισπράξεων.16

        
     Τους Rolling Stones έφερε στην Αθήνα η εταιρία Μ Plus M Enterprises του επιχειρηματία της showbiz και γνωστού χαμαιλέοντα καθεστώτων Νίκου Μαστοράκη. Ο Μαστοράκης υπήρξε ο κυριότερος συντάκτης του "νεολαιΐστικου" περιοδικού Μοντέρνοι Ρυθμοί (τα εισαγωγικά μπήκαν, γιατί ειδικά στη δεκαετία του '60 νεολαιΐστικο περιοδικό σήμαινε διεθνώς κάποιες τελείως διαφορετικές -underground- καταστάσεις... - βλ. παρακάτω την αναφορά στο περιοδικό Πρωτοπορία). Στο ίδιο περιοδικό, εκδότης και διευθυντής ήταν ο Αθανάσιος Τσόγκας, πρώην συντάκτης στρατιωτικών και (ακρο)δεξιών εντύπων. Έτσι κάποιοι κομματικά στρατευμένοι μουσικοδημοσιογράφοι δημιούργησαν μεταγενέστερα την "ευκαιρία" να χαρακτηρίσουν την τότε "υπόθεση ροκ" στην Ελλάδα ως εκπορευόμενη από την (ακρο)δεξιά και άρα ως ... "μή επαναστατική" (ή και "αντεπαναστατική"). 
    Ωστόσο η ελληνική "ροκ πραγματικότητα" δεν είχε σε αυτό το σημείο μεγάλες διαφορές από τη διεθνή. Όποιος έχει διαβάσει π.χ. την γλαφυρή αυτοβιογραφία του Έρικ Μπέρντον των Animals (Don't let me be misunderstood, εκδόσεις Ηλέκτρα, Αθήνα 2004) θα διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι των απανταχού ροκ "κυκλωμάτων" (μάνατζερς συγκροτημάτων, ιδιοκτήτες κλαμπς, επιχειρηματίες της showbiz κλπ.) ήσαν αυτό που είθισται να λέγεται "ο καλύτερος είχε σκοτώσει τη μάνα του": μαφιόζοι, νονοί της νύχτας, πρώην στρατιωτικοί, μισθοφόροι και άτομα με "προϋπηρεσία" σε δικτατορίες, επαγγελματίες του τζόγου, λαθρέμποροι κλπ. Η ίδια κατάσταση ίσχυε  και σε άλλα είδη όπως η τζαζ και η σόουλ, αλλά και σε καθαρά mainstream μορφές τραγουδιού (π.χ. στο περιβάλλον τραγουδιστών όπως ο Φρανκ Σινάτρα). Το φαινόμενο απαντάται (σε μικρότερη έκταση και με πιο "εκλεπτυσμένο" τρόπο) ακόμα και στις πλέον "ευϋπόληπτες περιοχές" όπως η επικράτεια της κλασικής μουσικής. Η κατάσταση φαίνεται μάλιστα να έχει μια διαχρονικότητα, που επεκτείνεται και σε προηγούμενους αιώνες και άλλες μορφές τέχνης (όπως η ζωγραφική -π.χ. Ντα Βίντσι, Μιχαήλ Άγγελος, Φρανσίσκο Γκόγια κ.α.- που έχει συχνά προωθηθεί από ανθρώπους και κυκλώματα της κοσμικής ή θρησκευτικής εξουσίας). Οι αιτίες αυτού του διεθνούς και διαχρονικού φαινομένου είναι, βέβαια, ο υψηλός βαθμός του συγκεκριμένου οικονομικού κινδύνου (το "εμπόρευμα Τέχνη" δεν παρείχε ποτέ ούτε καν τις στοιχειώδεις εγγυήσεις στους "επενδυτές" γι΄αυτό και δεν προσελκύει "ορθόδοξα" σκεπτόμενους επιχειρηματίες) και η συνήθης "ανικανότητα" των καλλιτεχνών να ανταποκριθούν στα αναγκαία, αλλά πεζά λογιστικά καθήκοντα. Έτσι το έδαφος μένει ορθάνοιχτο στα κάθε φυράματος "κοράκια", σε αδίστακτους τυχοδιώκτες, "χορηγούς", άτομα με διάφορες όχι μόνο επιχειρηματικές σκοπιμότητες κ.α. 
     Επομένως το να χαρακτηρίζουν κάποιοι την υπόθεση "εγχώριο '60s ροκ"  ως εκπορευόμενη από τη "μαύρη αντίδραση", ή οφείλεται σε ημιμάθεια, ή γίνεται εκ του πονηρού, ή (το πιθανότερο) και τα δύο. Το ότι βλέπουν το ροκ φαινόμενο ως ανταγωνιστικό προς την ιδεολογία τους και το να προσπαθούν να "αποδείξουν" ότι η ροκ ουδέποτε υπήρξε "αληθινά επαναστατική" (κάτι που δεν επιχειρούν να κάνουν με κανένα άλλο μουσικό είδος...) αποτελεί τη γνωστή και χαρακτηριστική εμμονή των συγκεκριμένων. 
   Βέβαια, ακόμα κι αν το φαινόμενο της μαστρωπείας επί της Τέχνης αφορούσε αποκλειστικά στην ελληνική ροκ ή ποπ,  όπως επιχειρεί να το παρουσιάσει η ψευδο-ιστοριογραφική αριστερή δημοσιογραφική μυθοπλασία, η πραγματικότητα είναι ότι οι έλληνες ροκ νέοι ούτε ταυτίζονταν ούτε -πολύ περισσότερο- εκφράζονταν από τους Μαστοράκηδες και τους Τσόγκες. Η ροκ ως κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο φρόντισε να μην αποκτήσει ποτέ "επίσημα όργανα" και "θεσμικούς εκφραστές" σαν της αριστεράς, των διαφόρων θρησκειών κλπ. Η λεγόμενη Χρυσή Νεολαία και τα συγκροτήματα που μανατζάριζε ο Μαστοράκης είναι απλώς η επιδερμίδα της υπόθεσης.  Όπως άλλωστε τεκμηριώνουν οι Κώστας Κατσάπης (Το "Πρόβλημα Νεολαία" - Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα 1964-1974, εκδόσεις Απρόβλεπτες, Αθήνα 2013) και Νίκος Μποζίνης (Ροκ παγκοσμιότητα και ελληνική τοπικότητα, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2008) η πραγματική επιρροή για χιλιάδες έλληνες νέους στα '60s ήταν η αυθεντική αμερικάνικη και βρετανική ροκ της εποχής  και όχι το περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί. Μάλιστα το 1966 οι Μοντέρνοι Ρυθμοί είχαν κουνήσει επιτιμητικά το δάχτυλο στον Τζων Λέννον, λόγω της δήλωσης του ότι οι Beatles ήσαν "πιο δημοφιλείς απ' τον Χριστό". Αυτή η στάση του περιοδικού προκάλεσε τις αντιδράσεις των αναγνωστών. Ειδικά δε από αυτή τη χρονιά και μετά, το εν λόγω περιοδικό δείχνει ότι δεν θέλει/μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη (συνειδησιακή και τεχνική) της σύγχρονης (τότε) μουσικής. Μάλιστα τήρησε ανομολόγητη "γραμμή" εναντίον της, εμμένοντας σε μια αναχρονιστική αντίληψη περί εύπεπτης ποπ, ενώ πήρε αμέσως σαφή φιλοχουντική θέση. Στο μεταξύ το καλύτερο κομμάτι της ελληνικής νεολαίας προσπάθησε σε συνθήκες χούντας να μείνει σε επαφή με τα δυτικά πολιτισμικά και κοινωνικά τεκταινόμενα. 
    Τελικά το περιοδικό έκλεισε το 1968.
 

    Οι Μπητλς τελικά δεν ήρθαν, ήρθαν όμως οι συνταγματάρχες. Στις 21 Απριλίου του 1967 μία χούντα στρατιωτικών κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα βάζοντας τη χώρα σε έναν «γύψο», από τον οποίον δεν επρόκειτο να βγει πριν περάσουν περίπου επτά χρόνια. Σε μια (μεταπολεμική) περίοδο που είδε την ανάδυση μιας σειράς από (λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά από την άποψη της επιρροής τους) πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, από κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις με σαφή, συγκεκριμένα και σχηματοποιημένα πολιτικά αιτήματα, τα (όχι πολύ σοβαρά είναι η αλήθεια) επεισόδια που ακολούθησαν το περιπετειώδες τέλος της συναυλίας των «ακούρευτων Στόουνς» στην Αθήνα, επρόκειτο να είναι, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Λ. Καλλιβρετάκης, «το τελευταίο ξύλο πριν από το πραξικόπημα».17 Στο εξής, η εξαφάνιση του «γιεγιέδικου» τρόπου ζωής και η επάνοδος της ελληνικής νεολαίας στον «ορθό» δρόμο, τουτέστιν στον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και τις αξίες του, που τόσο φαίνονταν να έχουν υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια, μεταβαλλόταν για το καθεστώς της 21ης Απριλίου σε μία σπουδαία μέριμνα. Και η μέριμνα αυτή, παρά το γεγονός ότι η χούντα είχε να αντιμετωπίσει πολύ σημαντικά οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά ζητήματα, επρόκειτο να αναδειχθεί ως μια (εκ πρώτης όψεως) παράδοξη προτεραιότητα. 

     
video
  
      "ΑΠΟΔΕΙΞΤΕ ΟΤΙ ΕΙΣΤΕ ΖΩΝΤΑΝΟΙ!" (THE STRAWBERRY STATEMENT, 1970)
      Οι πανηλίθιες αρχικές εκτιμήσεις της χούντας σχετικά με το επίπεδο της ελληνικής νεολαίας είχαν σαν αποτέλεσμα να επιτραπεί η προβολή εμβληματικών για το underground ταινιών όπως το Φράουλες και Αίμα. Προφανώς η χούντα θεωρούσε ότι τα θέματα αυτών των ταινιών ήσαν άσχετα με τις ανησυχίες των νέων στην Ελλάδα κι ότι οι "γιεγιέδες" ήσαν απλώς  κάποια κακομαθημένα παιδάκια που χρειάζονταν την κατάλληλη "νουθεσία".  Από την άλλη, δεν ήταν τόσο εύκολο για τη  χούντα να λογοκρίνει τον κινηματογράφο, τη μουσική, ή τις εκδόσεις βιβλίων των "συμμάχων" (και πατρώνων της) Η.Π.Α., ακόμα κι αν αυτά προέρχονταν από την κουλτούρα της αμφισβήτησης.
     Η ταινία παρουσιάζει την ιστορία ενός μετριοπαθούς και όχι ιδιαίτερα υποψιασμένου νέου, ο οποίος μέσα από μια ερωτική σχέση και την επαφή του με το underground κίνημα των ύστερων '60s μετατρέπεται σε υπαρξιακό και κοινωνικό ριζοσπάστη. Πρόκειται για κινηματογραφική μεταφορά τού βιβλίου τού τότε φοιτητή Τζέιμς Σάιμον Κούνεν σχετικά με την εξέγερση στο πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης το 1968. Οι φοιτητές (ή τουλάχιστον κατά το ήμισύ τους) είχαν κινητοποιηθεί όταν ανακάλυψαν ότι το εν λόγω ίδρυμα διαπλεκόταν μυστικά με το στρατιωτικό σκέλος του αμερικάνικου καπιταλισμού.
     Η ταινία συνάντησε αρκετές δυσκολίες από την αρχή των γυρισμάτων. Η πρώτη είχε να κάνει με την άρνηση των αρμοδίων αρχών να επιτρέψουν τα γυρίσματα στους αυθεντικούς χώρους, (κάτι που επισημαίνεται και στους τίτλους της έναρξης). Μια άλλη είχε να κάνει με την ημερολογιακή δομή του βιβλίου και την έλλειψη "υπόθεσης". Έτσι οι δημιουργοί της ταινίας αναγκάστηκαν να κάνουν κάποιες αισθητές -αλλά τελικά όχι τόσο ουσιώδεις- αλλαγές ώστε η αφήγηση να αποκτήσει την απαραίτητη ροή και εξέλιξη.
    Το αποτέλεσμα τούς δικαιώνει αφού η ταινία κατορθώνει να μένει απολύτως πιστή στο πνεύμα του βιβλίου: οι εκπληκτικές σκηνές ανθρώπων που ανακαλύπτουν την αυθεντική πολιτική (δηλαδή τήν χωρίς κομματόσκυλα και τσιτάτα), ο αυτοσαρκασμός των εξεγερμένων νέων, η ανάδειξη της σύνδεσης του προσωπικού (έρωτας) με το κοινωνικό (εξέγερση), η έξαψη μπροστά στους παραταγμένους αστυνομικούς και φυσικά οι -για γερά στομάχια- φημισμένες
τελευταίες  σκηνές μεταδίδονται με τη γλαφυρότητα και την αυθεντικότητα κάποιου που βίωσε και γνωρίζει άριστα για τί πράγμα μιλάει.  
   Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιος εγχώριος σταλινικός μουσικοδημοσιογράφος θεωρεί ότι οι τελευταίες βίαιες σκηνές της ταινίας είναι "ξεκομμένες απ΄όλο το υπόλοιπο παραμύθι" και μπήκαν γιατί "κανένας δεν θα πήγαινε να προβάλλει φοιτητική ταινία που να μην δείχνει μια κάποια ... βαριά αστυνομική βία". Ας τον πληροφορήσουμε λοιπόν ότι οι τελευταίες αυτές σκηνές αναφέρονται στη βίαια καταστολή της κατάληψης στις 30 Απριλίου 1968, ή στην εξίσου βίαια καταστολή του "δεύτερου γύρου" ταραχών στις 22 Μαΐου 1968.
     Στα συν της κινηματογραφικής μεταφοράς του βιβλίου είναι και το εκπληκτικό σάουντρακ (Neil Young, Crosby Stills Nash & Young, Thunderclap Newman, Buffy Saint Marie κ.α.). Βέβαια δεν περιλαμβάνεται το αγαπημένο τραγούδι του συγγραφέα, το Sky Pilot των Animals, αλλά ίσως αυτή η παράλειψη να οφείλεται στα γνωστά προσκόμματα περί πνευματικών δικαιωμάτων που προβάλλουν συχνά οι δισκογραφικές εταιρείες.
   
     

                                     Και το προσωπικό μου αντίτυπο...

    Μόλις τέσσερις ημέρες ύστερα από την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, ο υπουργός Εσωτερικών Στυλιανός Παττακός γνωστοποιούσε στον αθηναϊκό Τύπο την πρόθεση της κυβέρνησης και του ιδίου προσωπικά, να μπει ένας φραγμός στον «κατήφορο» στον οποίον θεωρούσε ότι είχε εισέλθει η ελληνική νεολαία τα ελευταία χρόνια. «Όλοι οι μαθηταί και αι μαθήτριαι των δημοτικών σχολείων, γυμνασίων και λυκείων, οφείλουν του λοιπού να έχουν κοσμίαν εμφάνισιν, να είναι ευπρεπείς, καθαροί και προπαντός όχι ακούρευτοι», προειδοποιούσε σχετική απόφαση την οποία με πλήρη συναίσθηση καθήκοντος ανακοίνωσε ο Σ. Παττακός στους εκπροσώπους του Τύπου. «Οι "Μπητλς"», πρόσθετε, «"τηνέιτζερς" και "Μπήτνικς", τα ξένα αυτά φρούτα των τεντυμπόυδων, δεν έχουν θέσιν πλέον εις την Ελλάδα».18

       Ο Παττακός, πιθανόν εν αγνοία του, συμπύκνωνε με εξαιρετικό τρόπο σε τέσσερις μόλις λέξεις (Μπητλς, Μπήτνικς, τηνέιτζερς, τεντιμπόηδες) το σύνολο των απόψεων που ο ίδιος προσωπικά, αλλά και το καθεστώς που εκπροσωπούσε, είχαν σχηματίσει για την ελληνική νεολαία και τους διαμορφωτές της. Οι Μπητλς είχαν δώσει το 1963 το έναυσμα για τη δημιουργία μιας «φρενίτιδας» (της Μπητλομανίας) που ενώ αρχικά φαινόταν να μη συνιστά τίποτε περισσότερο από άλλη μια μουσική «τρέλα», στην πορεία αποδείχθηκε πως είχε υποδαυλίσει ένα νεανικό κίνημα (ή θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος όχι άστοχα, είχε υποδαυλιστεί από αυτό), το οποίο συνδύαζε κοινωνικά (και μάλιστα εξαιρετικά προωθημένα) αιτήματα, όπως αυτό για τη χειραφέτηση της γυναίκας ή για τη σεξουαλική απελευθέρωση, με «κλασικού τύπου» πολιτικές επιδιώξεις, όπως την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων ή τη λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ. Οι Μπήτνικς από την πλευρά τους, ήδη από τη δεκαετία του '50 είχαν αποτελέσει τη σημαντικότερη απόπειρα αμφισβήτησης της Ψυχροπολεμικής εποχής, των ηθικών της αρχών και των όποιων βεβαιοτήτων της. Εάν τη δεκαετία του '50 η αμφισβήτησή τους αυτή υπήρξε «περιθωριακή», με την έννοια πως αφορούσε κατά βάση έναν στενό κύκλο διανοητών και καλλιτεχνών, από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας η κουλτούρα τους άρχισε να διαδίδεται σε μεγάλα τμήματα του νεαρόκοσμου μέσω, αρχικά, της πολιτικοποιημένης (φολκ) μουσικής και, κατόπιν, του ίδιου του ροκ εν ρολ που συνεχώς ευθυγραμμιζόταν με τις αναζητήσεις μιας νεολαίας που έδειχνε όλο και περισσότερο να «επαναστατεί». 




      Παρά τον "γύψο" του καθεστώτος ο "χιππισμός" θα κάνει την εμφάνισή του και στην Ελλάδα, προξενώντας μάλιστα με αφορμή την πρώτη εν Αθήναις δημόσια προβολή της ταινίας Woodstock (29/11/1970)  επεισόδια πολύ πιο εκτεταμένα από αυτά της συναυλίας των Rolling Stones. Ο Κώστας Κατσάπης στη μελέτη του ΤO "ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑ" - Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα: 1964-1974 παραθέτει έναν καταιγισμό χουντικών εγγράφων (επισήμων και απορρήτων), εισηγήσεων κονδυλοφόρων του ελληνοχριστιανικού μορφώματος, εκκλησιαστικών υπομνημάτων κλπ. που τεκμηριώνουν την άποψη ότι η χούντα -και σύμπαν το εκφραζόμενο από αυτήν ελληνοχριστιανικό μόρφωμα- έφτασε σύντομα στο σημείο να αντιλαμβάνεται ως μεγαλύτερη απειλή την ύπαρξη τής εν λόγω νεολαίας, παρά την  καταφανώς νικημένη σε όλα τα πεδία (όπως εξάλλου αποδείχτηκε και από τα αμέσως μεταδικτατορικά εκλογικά ποσοστά της) ελληνική αριστερά: μια αριστερά τής οποίας οι απαρχαιωμένες αναλύσεις και φληναφήματα  δεν κατάφερναν να συγκινήσουν -δηλαδή να χειραγωγήσουν- τη νεολαία. 
     Πέραν αυτού η αριστερή διανόηση χρηματοδοτείτο από τους αμερικανούς πάτρωνες της χούντας, κάτι που εν μέρει εξηγεί τη νομιμοφροσύνη και της αριστεράς προς το χουντικό καθεστώς (μαζί φυσικά με όλου του υπόλοιπου πολιτικού κόσμου της χώρας). Εν μέρει εξηγεί επίσης και την υπονομευτική  στάση της αριστεράς στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Περισσότερα για τη στάση της αριστεράς επί χούντας στα Όταν η αριστερή διανόηση της χούντας τα "έπαιρνε" από τους αμερικάνους   και Τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου του 1973 όπως τα ξαναθυμάται ένας "προβοκάτορας".


     Το (ατυχές για τον Παττακό) αποτέλεσμα αυτής της παράλληλης διαδικασίας, το «ξένο φρούτο», φαίνεται πως υπήρξαν οι «τηνέιτζερ» και οι «τεντιμπόηδες». Διαπιστώνοντας ο υπουργός Εσωτερικών ότι οι τηνέιτζερ δεν είχαν πλέον θέση στην Ελλάδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και ήθους, δεν αναφερόταν φυσικά στην ομάδα των «τηνς» με την ηλικιακή διάσταση του όρου (σε όσους δηλαδή βρίσκονταν ανάμεσα στα δεκατρία και στα δεκαεννιά τους χρόνια), αλλά σε εκείνο το τμήμα της ελληνικής νεολαίας το οποίο είχε προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στα «γιεγιέδικα» (και κατακριτέα) πρότυπα συμπεριφοράς. Τέλος, η αναφορά στους τεντιμπόηδες, στους πρωταγωνιστές δηλαδή ενός φαινομένου που από χρόνια πλέον είχε πάψει να απασχολεί την ελληνική κοινωνία, υποδείκνυε ότι η συζήτηση που στα τέλη της δεκαετίας του '50 είχε διεξαχθεί σχετικά με τον τεντιμποϊσμό, είχε επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίον οι υπερασπιστές των ηθών προσλάμβαναν και ερμήνευαν τις καινοφανείς συμπεριφορές των νέων. Πράγματι, η περί τεντιμποϊσμού δημόσια συζήτηση και ιδίως η προσέγγιση του τελευταίου ως αποτέλεσμα της υποχώρησης της ελληνορθόδοξης παράδοσης μπροστά στην «επέλαση» του δυτικού τρόπου ζωής και διασκέδασης, και κυρίως ως απόρριψη των ηθικών αρχών της από τους νέους και όχι ως εκδήλωση από αυτούς μιας παραβατικής συμπεριφοράς με τη στενή νομική έννοια του όρου, παρείχε αυτομάτως και τα εργαλεία που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την αντιστροφή της κατάστασης. Αν η υποχώρηση της παράδοσης επισημαινόταν ως υπεύθυνη για το «παραστράτημα» των νέων, η  επαναφορά της στο προσκήνιο και η ισχυροποίησή της θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ικανοποιητικό «αντίδοτο». Και αν τα «φρούτα του δυτικού τρόπου ζωής» ήσαν υπεύθυνα για τον «κατήφορο» της νεολαίας, η καταπολέμησή τους θα μπορούσε να επαναφέρει τη νεολαία στον (ορθό) δρόμο από τον οποίο και είχε «ξεστρατίσει». Όχι τυχαία, ο Στυλιανός Παττακός συμπλήρωνε ότι τα μέτρα τα οποία ανακοίνωνε σχετικά με την «ευπρέπεια» της ελληνικής νεολαίας, θα ακολουθούνταν από μια σειρά (αυστηρών) οδηγιών, οι οποίες αφορούσαν το ντύσιμο, τη διασκέδασή της, αλλά και την ενδυνάμωση του θρησκευτικού της αισθήματος. «Επίσης», σημείωνε, «δεν θα επιτρέπεται εις τας μαθήτριας να φορούν "μίνι-φούστες", αλλά θα προσέρχωνται ντυμένες ευπρεπώς, υπ' ευθύνη των διευθυντών των σχολείων και των επιθεωρητών. [...] Επίσης, θα απαγορευθή η είσοδος μαθητών εις κέντρα τεχνικών παιγνίων (μπιλιάρδα, ποδοσφαιράκια κλπ). Τέλος, μερίμνη των διευθυντών των σχολείων, οι μαθηταί και αι μαθήτριαι θα μετάσχουν των μυστηρίων της εξομολογήσεως και θείας μεταλήψεως κατά την Μεγάλην Εβδομάδα και θα εκκλησιάζωνται μετά το άνοιγμα της λειτουργίας των σχολείων, υποχρεωτικώς κατά Κυριακήν, καταλογιζομένης τυχόν απουσίας των».19 

video

     Όταν οι εθνοαυτιστικοί βυζαντινομεσαιωνικοί ρωμηοί κατηγορούσαν το δυτικότροπο κομμάτι της νεολαίας για βαρβαρότητα...  
    Η περίφημη εισαγωγή στον εμβληματικό για τη ρωμηοσύνη ομώνυμο δίσκο των Μίκη Θεοδωράκη και Γιάννη Ρίτσου (1966):
    "Σήμερα περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά είναι ανάγκη να πιαστούμε σφιχτά χέρι με χέρι έλληνες καλλιτέχνες και λαός, για να υπερασπιστούμε την ελληνική λαϊκή κουλτούρα. Σκοτεινές δυνάμεις πνίγουν το ελληνικό τραγούδι στο Ε.Ι.Ρ. (ερώτηση: εννοεί άραγε ότι το εγχώριο ραδιόφωνο έπαιζε τότε Rolling Stones, Beatles, Zombies, Kinks, Gene Vincent, Cream, Yardbirds, Who, Standells, Sonics, ή ελληνικά γκαράζ συγκροτήματα σαν τους Persons και τους Knacks;!). Οι ίδιες δυνάμεις προσπαθούν να επιβάλλουν ιδιαίτερα μέσα στη νεολαία μας τα βάρβαρα ήθη των γιεγιέδων. Η απάντησίς μας πρέπει να είναι δημιουργική, επιβλητική, χωρίς ανάσα έως τον θρίαμβο της ελληνικής μουσικής, γνήσιου φορέα του ελληνικού ήθους. Η απάντησίς μας κλείνεται και θα κλείνεται μέσα σε μια μόνο λέξη: Ρωμιοσύνη".

     Η χούντα δεν έπεσε από τον ουρανό. Τόσο το ιδεολογικό έδαφος όσο και το κατάλληλο "κλίμα" είχαν προδιαμορφωθεί εξίσου από τη δεξιά και την αριστερά (της ρωμηοσύνης). Οι πρακτικές που ακολούθησε η χούντα εναντίον των "γιεγιέδων" είχαν αποκτήσει την ηθική δικαιολόγησή τους, τόσο από τους κονδυλοφόρους της δεξιάς (της ρωμηοσύνης) όσο και από τους εξίσου εθνικιστές και ηθικολόγους τελάληδες της αριστεράς (της ρωμηοσύνης). Οι "γιεγιέδες", οι "τεντυμπόυδες", οι "μπήτλιδες" ένωσαν τους ρωμηούς αποδεικνύοντας ότι, ανεξάρτητα από τους ευκαιριακούς ιδεολογικούς φερετζέδες τους, παραμένουν πρώτα και πάνω απ' όλα (β)ρωμηοί. 
      Για την ιστορία ας αναφέρουμε ότι οι πηγές πληροφόρησης των "γιεγιέδων" ήσαν κυρίως οι ελληνικοί πειρατικοί ραδιοσταθμοί και ο ραδιοσταθμός της αμερικάνικης βάσης του Ελληνικού (και όχι το γνωστό περιοδικό Μοντέρνοι Ρυθμοί). Ο ρ/σ της αμερικάνικης βάσης ήταν, ως προς το μουσικό του μέρος, περίπου αυτοδιαχειριζόμενος από τους στρατιώτες. Λόγω της κοινωνικής τους προέλευσης (στην πλειοψηφία τους έγχρωμοι και λίγοι λευκοί κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων) οι αμερικανοί στρατιώτες εκφράζονταν από μουσικά είδη όπως η ροκ, η σόουλ, ή κάποιες πιο εμπορικές εκδοχές της τζαζ. Ανάλογα ήσαν, λοιπόν και τα τραγούδια που αναμεταδίδοντο.


     Με τη συναυλία των Ρόλλινγκ Στόουνς στην Αθήνα στις 17 Απριλίου, την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος στις 21 και τη διατύπωση θέσεων και οδηγιών από τον Παττακό για την περιστολή του «γιεγιέδικου τρόπου ζωής» των νέων στις 24 Απριλίου, τερματιζόταν μία περίοδος στην «κοινωνική ιστορία» του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα. Όταν αυτό εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του '50 στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αποτελούσε τίποτε περισσότερο από έναν χορό ο οποίος υποτίθεται ότι είχε έντονες σεξουαλικές συμπαραδηλώσεις (σίγουρα όχι περισσότερες από τους «αποδεκτούς» χορούς της τζαζ), καθώς και μία «ικανότητα» να ωθεί με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο τους νεαρούς ακροατές του στην παραβατική συμπεριφορά. Όπως είδαμε, το ίδιο το ροκ εν ρολ ως μουσική και ως χορός δεν υπήρξε και τόσο καινοτόμο όσο προβλήθηκε, δεδομένου ότι περισσότερο ενσωμάτωσε στοιχεία από προηγούμενες μουσικές (όπως το ρυθμ εν μπλουζ ή το λευκό χιλμπίλι) και χορούς, παρά υπήρξε το ίδιο μια καινούργια από μουσικολογική άποψη πρόταση. Συνδεόμενο, όμως, εξαρχής με τις ανησυχίες που εμφανίστηκαν, σε έντονο μάλιστα στα βαθμό, την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, σε πολλές κοινωνίες του δυτικού (και όχι μόνο, όπως είδαμε) κόσμου για το παρόν και το μέλλον μιας νεολαίας που φαινόταν να μεγαλώνει κάτω από συνθήκες εντελώς διαφορετικές από αυτές που είχαν μεγαλώσει οι προηγούμενες γενιές, το ροκ εν ρολ υπήρξε εξαρχής καινοτόμο ως προς τούτο: κουβαλούσε από τη γέννησή του ήδη, την ταυτότητα μιας μουσικής που μπορούσε να εκφράζει προνομιακά με τον έντονο ρυθμό του και τις λαϊκές νέγρικες καταβολές του τη δυσαρέσκεια και την απαρέσκεια μιας νεολαίας η οποία δύσκολα μπορούσε να ικανοποιηθεί με τους καλλιτέχνες και τα μουσικά προϊόντα που (της) πρότεινε η καθιερωμένη μουσική βιομηχανία. 
     Στις αρχές της δεκαετίας του '60 και μετά από ένα διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου το ροκ εν ρολ λείανε τις αιχμές του μεταβαλλόμενο σε τμήμα της popular music, οι Μπητλς και τα υπόλοιπα συγκροτήματα της βρετανικής σκηνής το επανέφεραν δυναμικά στο προσκήνιο μπολιάζοντας το, στο επίπεδο της μουσικής, με την παράδοση του μπλουζ, και, στο επίπεδο της κοινωνικής σημασίας, με μια πρωτόγνωρη αυθάδεια και έναν άνευ προηγουμένου ηδονισμό. Οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των «swinging sixties» επέτρεψαν να μεταβληθεί η αυθάδεια αυτή, που εκφραζόταν αρχικά σε ένα επίπεδο «οικογενειακό» ως δυσφορία του νέου απέναντι στη ρουτίνα και την καθημερινότητα της ήσυχης οικογενειακής ζωής, σε μια «πολιτική αυθάδεια», δηλαδή σε μία πολύπλευρη αμφισβήτηση των πολιτικών και ιδεολογικών συντεταγμένων που κυριαρχούσαν την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, το ροκ εν ρολ μετατοπίζοντας τη θεματική και τους στίχους του στο επίκεντρο και τις αναζητήσεις ενός θαλερού νεανικού κινήματος αμφισβήτησης που παράλληλα εμφανιζόταν, κατάφερε να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πολιτισμικό σύμβολο μιας νεολαίας οργισμένης και εξεγερμένης. 


    Το πρώτο από τα δύο τεύχη του φοιτητικού περιοδικού Πρωτοπορία, που εκδιδόταν τέλη του 1971-αρχές του 1972. Όπως φαίνεται από το εξώφυλλο, η θεματολογία του ήταν εναρμονισμένη με τα ζητήματα που απασχολούσαν το διεθνές underground κίνημα της περιόδου. Η δικτατορία απαγόρευσε, φυσικά, την κυκλοφορία του (περισσότερα για αυτό το έντυπο-ορόσημο βλ. Κώστα Κατσάπη, Το "πρόβλημα νεολαία", Απρόβλεπτες Εκδόσεις, Αθήνα 2013, σσ. 340-344).
  

     Εάν στον δυτικό κόσμο το ροκ εν ρολ συνέχισε να εξελίσσεται, εισερχόμενο σε μία τρίτη περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας το επίκεντρο του βρισκόταν στις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου και αναπτυσσόταν παράλληλα με το χίπικο κίνημα και την αντικουλτούρα,20 στην Ελλάδα η δικτατορία θα επιχειρούσε (εξαρχής) να θέσει φραγμούς στην ανάπτυξη και τη διάδοση τέτοιου είδους προτύπων και αντιλήψεων που, σύμφωνα με την ιδεολογία της, ευθύνονταν για την «κρίση» που μάστιζε την ελληνική νεολαία. Κηρύσσοντας τα επόμενα χρόνια τον πόλεμο στη μίνι φούστα, το μακρύ μαλλί και τους «βρωμερούς αλητοτουρίστες», η χούντα των συνταγματαρχών θα επιχειρούσε να υλοποιήσει με το (πάντα αποτελεσματικό) δόγμα «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος», αντιλήψεις οι οποίες δεν υπήρξαν και τόσο καινοφανείς ή περιθωριακές, με την έννοια πως είχαν με συνέπεια υποστηριχθεί καθ' όλη τη διάρκεια της προδικτατορικής περιόδου από αυτόκλητους υπερασπιστές των ηθών, όπως δημοσιογράφους, γιατρούς, δικηγόρους, στελέχη παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, βρίσκοντας μάλιστα ουκ ολίγες φορές βήμα και αναμφισβήτητο κύρος στο επίσημο δελτίο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
     Η δικτατορία των συνταγματαρχών φαίνεται τελικά πως δεν υπήρξε και τόσο «απρόσμενη», όσο πρότεινε η πολιτική συναίνεση που ακολούθησε την περίοδο της μεταπολίτευσης, αντίθετα, μάλλον επιβεβαιώνεται ο Δημήτριος Πάλλας, ο οποίος, ήδη από τον χειμώνα του 1973, είχε επισημάνει τις ιδεολογικές διαπλοκές του απριλιανού καθεστώτος με έναν χώρο εκφοράς (μεσσιανιστικής) ιδεολογίας, από τον οποίο και δείχνει να προέρχεται, να αντλεί επιχειρήματα, μοντέλα ερμηνείας και πρακτικές. Ακριβώς για το ζήτημα αυτό, η μελέτη της πρόσληψης και της ερμηνείας του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα την περίοδο που προηγήθηκε της χούντας των απριλιανών, ενδεχομένως να έχει κάποια πράγματα να πει.



     Επτά χρόνια μετά τη συναυλία των Rolling Stones και την "εθνοσωτήριο", και ενώ η νεολαία τών "τεντυμπόυδων", "γιεγιέδων" και "μπήτλιδων" δεν έχανε ευκαιρία να ραγίζει έστω και προσωρινά τον "γύψο" (βλ. π.χ. τα επεισόδια στην προβολή τής ταινίας Woodstock), η  Πανσπουδαστική/ ΚΝΕ με το διαβόητο φύλλο αρ. 8 (Φεβρουάριος 1974) έρχεται να καταγγείλει ως προβοκάτορες της Κ.Υ.Π. τους προ τετραμήνου καταληψίες του Πολυτεχνείου. Όσα δεν μπορεί να καπελώσει, να καταστείλει ή να οικειοποιηθεί η αριστερή αλεπού, τα κάνει προβοκάτσιες.


 Σημειώσεις - παραπομπές 
7. T. Ryback, ό.π., σ. 94-95. 
8. «Ρόλλινγκ Στόουνς. Από τους πέντε φθάνει ο... ένας. Απόψε το ρεσιτάλ», Απογευματινή, 17.04.1967. 
9. «Πανδαιμόνιο χθες για τους Ρόλλινγκ Στόουνς που ήλθαν, τραγούδησαν και απήλθαν. Πυροτεχνήματα και ομαδική υστερία. 10.000 τηνέιτζερς στον Παναθηναϊκό. Χορός επάνω στις εξέδρες και ολίγα τινά περί της γνωστής ανωμαλίας», Βραδυνή, 18.04.1967. Επίσης, «Υστερία και στην Αθήνα για τους Ρόλλινγκ Στόουνς. 8.000 τηνέιτζερς κατέκλυσαν το Παναθηναϊκό υπό βροχή. Υστερικές κραυγές, παλαμάκια και ποδοκροτήματα», Ελεύθερος Κόσμος, 18.04.1967. 
10. Lady Jane: σύνθεση των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1966 σε σινγκλ, στη β' πλευρά του οποίου υπήρχε το τραγούδι Mothers Little Helper. Περιέχεται επίσης στο LP Aftermath (Απρίλιος 1966/ Βρετανία, Ιούνιος 1966/ Ηνωμένες Πολιτείες). 
11. (I Can't Get No) Satisfaction·, σύνθεση των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς, κυκλοφόρησε σε σινγκλ τον Μάιο του 1965 στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Αύγουστο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έφτασε στο νούμερο 1 των βρετανικών και αμερικανικών τσαρτς. Περιέχεται επίσης στην αμερικανική έκδοση του LP Out of Our Heads (Ιούλιος 1965). 
12. 19th Nervous Breakdown: σύνθεση κι αυτή των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς, κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1966 σε σινγκλ. Έφτασε στο νούμερο 2 των βρετανικών και αμερικανικών τσαρτς. 
13. Α. Μηλιάδης, «Οι Ρόλλινγκ Στόουνς κατακτούν την Αθήνα», Απογευματινή, 18.04.1967. 
14. Γ. Νοταράς, «Νίκος Μαστοράκης-Τάσος Φαληρέας», ό.π., σ. 38. 
15. Λ. Καλλιβρετάκης, «Προβλήματα ιστορικοποίησης του rock φαινομένου», ό.π., σ. 170. 
16. «Έρχονται οι Μπητλς», Απογευματινή, 19.04.1967. 
17. Λ. Καλλιβρετάκης, ό.π., σ. 171. 
18. «Μέτρα δια την νεολαίαν. Κοσμία θα είναι η όλη εμφάνισις των μαθητριών. Οι μαθηταί οφείλουν να είναι καθαροί και κουρεμένοι. Τακτικός εκκλησιασμός», Βραδυνή, 25.04.1967. Βλ. επίσης: «Δηλώσεις του κ. Παττακου. Κοσμία εμφάνισις και θρησκευτική αγωγή απάντων των μαθητών. Απαγόρευσις εισόδου εις τα κέντρα τεχνικών παιγνίων», Απογευματινή, 25.04.1967. 
19. «Μέτρα δια την νεολαίαν. Κοσμία θα είναι η όλη εμφάνισις των μαθητριών...», Βραδυνή, 25.04.1967. 
20. Για το κίνημα των χίπις και την αντικουλτούρα βλ. S. Stone, Hippies. From A to Ζ. Their Sex, Drugs, Music and Impact on Society from the Sixties to the Present, Silver City 2000. 


Κώστας Κατσάπης


 Δείτε επίσης:

10 σχόλια:

  1. Καλά, η επιτομή του anything goes και της μεταμοντέρνας αφήγησης. Στέκομαι μόνο στην αναφορά για τις "υποτροφίες αριστερών" (έναντι των διώξεων των γιεγιέδων): Οι διανοούμενοι της αριστεράς -βασικά οι liberals, οι άλλοι ήταν στη μακρόνησο και μετά στη γυάρο- έπαιρναν υποτροφίες (όχι μόνο εδώ), στο ίδιο πλαίσιο που ο μαστοράκης και οι γιεγιέδες εμφανίζονταν στην τηλεόραση της χούντας πιο συχνά από τον καμπαφλή, και που η ελληνική αβαν γκάρντ συνέχισε να χρηματοδοτείται από το ίδρυμα φορντ, μέσω των δοξιάδη/παπαϊωάννου,, και στη διάρκεια της χούντας. >>>(Επιστήμονας, Ph.D., English, University of Texas at Austin, 1999) "By digging through their archives — not the first resources one might think of when composing a literary history of American modernism — Barnhisel shows how these agencies helped to transform a loose collection of antiestablishment, purposefully difficult artists into a prominent prong of Cold War diplomacy, and in the process turn “modernism” into a style of representation equally at home in IKEA and MoMA. In chapters that detail art exhibitions organized by the USIA; book publishing programs funded by the Department of State; arts journals paid for by the Ford Foundation and, discretely, by the CIA; and the Voice of America radio broadcasts that beamed US-centered programming into dozens of countries, Cold War Modernists admirably captures the wide variety of institutions that, from the late 1940s until the mid-1960s, attempted to woo European and South American intellectuals away from their Soviet sympathies with an interpretation of modernism that emphasized freedom, individualism, and democratic debate — in other words, a modernism that stood for the United States." https://www.ciaonet.org/attachments/27873/uploads?1438795827

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Kατ' αρχήν χαίρομαι που ξαναήρθες. Γενικά μή "μασάς". Εδώ είμαστε στις κάπως άγριες γειτονιές του διαδικτύου, αλλά τουλάχιστον ξέρουμε πού να σταματήσουμε (δηλ. οριακά μετά από εκεί όπου πρέπει).

      Χαίρομαι που παραδέχεσαι ότι η αριστερή διανόηση τα "έπαιρνε" από τους αμερικάνους. Το επόμενο βήμα είναι να παραδεχτείς ότι το κόμμα είχε δώσει εντολή για νομιμοφροσύνη, όχι μόνο στους διανοούμενούς του, αλλά και στους χρήσιμους ηλίθιους που "άδειασε" στα ξερονήσια συστήνοντάς τους νηστεία και προσευχή.

      Το ότι ο Μαστοράκης και οι στημένοι ψευτογιεγιέδες του έβγαιναν στην τηλεόραση πού κολλάει; Ισχυρίστηκε ποτέ ο Μαστοράκης και τα "ζούδια" του ότι θα κάνουν την επανάσταση; Ή μήπως αποτέλεσε ποτέ ο Μαστοράκης την έκφραση των αυθεντικών "γιεγιέδων" (ή όπως αλλιώς θέλεις πέσ' τους) στην Ελλάδα; Πότε;

      Ή μήπως τα "έπαιρναν" από τους αμερικάνους (σαν τον αριστερό Ραφαηλίδη) οι Eξαδάκτυλος, oι MGC, oι ΜΟRKA, oι Socrates, οι Gazuama Sinchartas, ή ο Λεωνίδας Χρηστάκης (αυτός που ξεβράκωσε τις ΝΑΤΟεπιχορηγούμενες αριστεράντζες);

      Η ... αβάν γκαρντ(!) επίσης, πού κολλάει;

      Διαγραφή
    2. Δεν κατάλαβες μάλλον. Με την ψυχροπολεμική αμερικάνικη έννοια του όρου "αριστερά" , πιάνεσαι και εσύ για αριστερός (commie θα σε χαρακτήριζε ο ρήγκαν). Υποστηρίζω λοιπόν ότι οι υποτροφίες σε αριστερούς (liberal, μη φιλοσοβιετικούς) διανοούμενους, όπως και στους μαστοράκηδες, είναι όψεις της ίδιας ψυχροπολεμικής πολιτικής των ηπα (η προώθηση ενός μοντερνισμού /εκσυγχρονισμού/ "εκδυτικισμού", "that emphasized freedom, individualism, and democratic debate — in other words, a modernism that stood for the United States."). Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και αργότερα στα 70'ς όλη αυτή η ανάδειξη του βερολίνου -bowie, low κλπ- σαν πολιτιστικού κέντρου της σύγκρουσης δύσης/ανατολής.
      Και επί πλέον υποστηρίζω, ότι όλο αυτό -το οποίο ήταν απόλυτα και συνειδητά μεθοδευμένο- έχει επηρρεάσει όλους όσους βρέθηκαν μέσα σε αυτό το κλίμα (εγώ το ροκ το άκουσα από τις εκπομπές του μαστοράκη, και όχι από ραδιοσταθμούς πειρατών και τους socrates τους πρωτοείδα live σε πολυκατάστημα σαν ατραξιόν στο τμήμα με τα "μπλου τζην").
      Με αυτή την έννοια ο έλληνας γιεγιές είναι πλάσμα και της ψυχροπολεμικής πολιτικής των ηπα, και αυτό θα πρέπει τόσα χρόνια μετά να το αναγνωρίσει στον εαυτό του.
      Όπως και η ελληνική τότε "νέα αριστερά" της πρώτης μεταπολίτευσης, να αναγνωρίσει ότι zeitgeist που συμπυκνώνεται στο σύνθημα "εκτός απ τον ιμπεριαλισμό, υπάρχει και η μοναξιά" -ήτοι η υπερπροβολή του ατομικού (και του αισθητικού, και του "αενάως νεωτερικού")- χρωστάει και στο ίδρυμα φορντ, και στους ίδιους διανοούμενους που παίρνανε τις υποτροφίες.
      Αυτά στα πλαίσια της αυτογνωσίας (αλλά πρωτίστως εν όψει ενός ιδιόρρυθμου ακαδημαϊκού αναθεωρητισμού, που πάει να εξαλείψει την μεταπολεμική αριστερά στη δύση, να της αφαιρέσει και αυτά που της αναλογούν από τη συμβολή της στα κινήματα του 68 και την αντικουλτούρα, και να τα αποδώσει εξ ολοκλήρου σε αυτοφυείς γιεγιέδες, εμφανίζοντας αυτά τα κινήματα ούτε λίγο ούτε πολύ σαν απόπειρες "εκσυγχρονισμού" του καπιταλιστικού παραδείγματος, κάτι σαν την "επανάσταση του αυτονόητου" του γ.α.π), και όχι για να δικαιωθεί ο υπαρκτός σοσιαλισμός.


      Την αβανγκαρντ την αναφέρω, επειδή βλέπω σε άλλα ποστ δικά σου, αυτή την εμμονή με την -υποτιθέμενη κατ εμέ- κεντρική αντίθεση δύσης/ανατολής στο ελληνικό φαντασιακό. Έχει μια αναλογία η ίδια κόντρα στο πεδίο της σοβαρής μουσικής του 20ου αιώνα, καθώς και το ψυχροπολεμικό σπονσοράρισμα από τα αμερικάνικα ιδρύματα της πλευράς του εκσυγχρονισμού. (εδώ άλλο ένα ακαδημαϊκό πέηπερ για το συγκεκριμένο θέμα https://repository.royalholloway.ac.uk/file/275daedd-e867-48d5-8981-ff49b1da4d5c/1/2013TsagkarakisIPhD.pdf)

      Διαγραφή
    3. Δηλ. υποστηρίζεις ότι επειδή ο Ρήγκαν θα με χαρακτήριζε "κομμούνι" είμαι προϊόν (εν όλω ή εν μέρει;) της ψυχροπολεμικής πολιτικής των ΗΠΑ; Και το ίδιο επίσης είναι όλοι οι γιεγιέδες, ροκάδες, μπήτλιδες (ή όπως αλλιώς θέλεις πέσ' τους);
      Δηλ. αν δεν με χαρακτήριζε ο Ρήγκαν κομμούνι, δεν θα ήμουν;

      Πιστεύεις επίσης ότι αν δεν υπήρχε το ψυχροπολεμικό κλίμα και υπήρχε μόνο ένας και αδιαίρετος καπιταλισμός στον κόσμο, δεν θα είχαν υπάρξει τα '60s και το underground; Μα αν δεχτούμε αυτόν τον συλλογιστικά αστήρικτο αφορισμό, η πρώτη συλλογιστική του συνέπεια είναι ότι δεν θα είχε υπάρξει ούτε η αριστερά (που κατ΄εσέ είχε "τη συμβολή της στα κινήματα του 68 και την αντικουλτούρα"). Διότι πού θα είχε συμβολή η αριστερά; Σε κάτι που δεν θα είχε υπάρξει; Και πώς θα είχε υπάρξει η αριστερά σε έναν αδιαίρετο καπιταλιστικό κόσμο; Ή μήπως μόνο η αριστερά μπορεί να είναι προνομιακά "αυτοφυής", αλλά όχι οι χίππηδες;

      Όσο για τον "ιδιόρρυθμο ακαδημαϊκό αναθεωρητισμό, που πάει να εξαλείψει την μεταπολεμική αριστερά στη δύση, να της αφαιρέσει και αυτά που της αναλογούν από τη συμβολή της στα κινήματα του 68 και την αντικουλτούρα, και να τα αποδώσει εξ ολοκλήρου σε αυτοφυείς γιεγιέδες, εμφανίζοντας αυτά τα κινήματα ούτε λίγο ούτε πολύ σαν απόπειρες "εκσυγχρονισμού" του καπιταλιστικού παραδείγματος"
      νομίζω ότι δεν χρειάζεται, όχι απλώς να το προσπαθήσει, αλλά ούτε καν να υπάρξει τέτοιος "αναθεωρητισμός" (μάλιστα αυτό πιστεύω κι εγώ: ο εν λόγω αναθεωρητισμός είναι φαντασίωση των αριστερών μυστικιστών και μανιοκαταδιωκτικών - και όπως όλα τα φαντάσματα τους, έτσι κι αυτό είναι άλλος ένας κακοπροαίρετος "αναθεωρητισμός" των απόλυτων αληθειών τους που φυσικά δεν χρειάζονται αναθεώρηση).
      Ο απλούστατος λόγος για τη μή χρεία κανενός αναθεωρητισμού στην εποχή μας είναι ότι η αριστερά έχει αυτοεξαλειφθεί προ πολλού. Οπότε τί να αναθεωρήσεις; Ένα πτώμα; Ή έναν αξιολύπητο βρυκόλακα της Ιστορίας;

      Οσο για τη συμβολή της αριστεράς στα κινήματα του 68 και την αντικουλτούρα:
      α)στην αντικουλτούρα δεν βλέπω πού είχε η αριστερά την παραμικρή συμβολή (μάλιστα στην Ελλάδα και αλλού την πολέμησε λυσσαλέα)
      β)στα κινήματα η αριστερά προσπάθησε να έχει κάποια συμβολή (π.χ. η αμερικάνικη New Left) μέχρι που πήρε τον πούλο μετά το σχίσμα με τους Γίππυς το 1968. Το ίδιο έγινε και στον γαλλικό Μάη. Το κοινό σημείο για όλα είναι το 1968.

      Εγώ θα έλεγα ότι οι απανταχού γιεγιέδες είναι γνήσια παιδιά της Ανάγκης και γι΄αυτό σούπερ "αυτοφυείς". Θα είχαν υπάρξει γιατί αυτό με το οποίο συγκρούστηκαν ήταν ο συγκεκριμένος τύπος βιομηχανικής κοινωνίας (κι αυτό είναι παντελώς άσχετο με τον Ψυχρό Πόλεμο). Αυτός που είναι "πλάσμα της ψυχροπολεμικής πολιτικής" είναι φυσικά η παγκόσμια αριστερά: μόλις κατέρρευσε ο "υπαρκτός" τη βρήκε ο "ξαφνικός θάνατος".
      Ενώ το underground συνεχίζει να υπάρχει κα σήμερα με άλλες μορφές. Χρειάζεσαι άλλη απόδειξη;

      Διαγραφή
  2. Δεν έχει νόημα να εικάσουμε πως θα εξελισσόταν ο τότε καπιταλισμός χωρίς το ανατολικό μπλοκ ή και χωρίς την κομμουνιστική ιδέα στο εσωτερικό του (που προηγήθηκε). Οπως δεν έχει νόημα να εικάσεις το αντίστροφο, πώς θα εξελισσόταν ο υπαρκτός αν δεν ήταν σε ντεφάκτο μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση. Αυτά έγιναν, μέσα σε ένα συγκεκριμένο και καθοριστικό πλαίσιο, όπως έγιναν. Αφήνοντας πίσω στο σήμερα ιδεολογήματα και ατομικές κοσμοαντιλήψεις. Τα πρώτα χρειάζονται κριτική, τα δεύτερα αναστοχασμό, για το από δω και πέρα. Το επιχείρημα ότι η αριστερά δεν έχει απήχηση μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, δεν είναι πιο έγκυρο από τον ισχυρισμό ότι π.χ. η θεολογία του μεσαίωνα είναι ανώτερη της φιλοσοφίας , επειδή η περίοδος της ηγεμονΐας της απλώς έπεται χρονικά στην ιστορία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν νομίζω ότι είναι θέμα απήχησης ούτε ποιός έπεται ποιού. Ο "υπαρκτός" κατέρρευσε εξαιτίας των "αξεπέραστων εσωτερικών του αντιφάσεων" και μάλιστα σε περίοδο αποκλιμάκωσης του Ψυχρού Πολέμου. Δηλαδή θα κατέρρεε ούτως ή άλλως.
      Για να μην πω ότι τρεφόταν από τον πόλεμο όπως ακριβώς ο δυτικός καπιταλισμός κι ότι κατέρρευσε μόλις έμεινε χωρίς πολέμους.

      Το γεγονός ότι κανείς δεν είχε μπορέσει να προβλέψει (ούτε καν να υποψιαστεί) την κατάρρευσή του κι ότι το καθεστώς μέχρι την τελευταία στιγμή κατόρθωνε να δείχνει πανίσχυρο, αποδεικνύει το κολοσσιαίο μέγεθος του σκηνοθετημένου ψέματος -και της κενότητας- που ήταν ο "υπαρκτός". Μαζί του κατέρρευσαν και τα απανταχού καλωδιωμένα πρακτορεία της σκηνοθεσίας. Τί έχει μείνει σήμερα από τον μαρξισμό; Ορφανοί βρυκόλακες σαν τα ΚΚ και διάφορα αριστερίστικα γκρουπούσκουλα με ιντερνετική μόνο παρουσία. Μια γραφικότητα.

      Πιστεύεις στις νεκραναστάσεις; Τότε θα πρέπει να πιστέψεις ότι η θεολογία του Μεσαίωνα έχει ίσες πιθανότητες για κάτι τέτοιο. Οι παπάδες πάντως το πιστεύουν, όσο και οι μαρξιστές για τη δική τους θεολογία. Επισημαίνω εμφατικά αυτή την ομοιότητα.
      Μια άλλη ομοιότητα είναι ότι όπως το εγχώριο παπαδαριό "θυμήθηκε" στη δεκαετία του '60 ... τον Διαφωτισμό που ερχόταν να αλώσει την ρωμηοσύνη με τη ροκ και τη σεξουαλική απελευθέρωση (όπως λέει ο Κατσάπης), έτσι και οι σημερινοί εναπομείναντες μαρξιστές "θυμήθηκαν" τον "αναθεωρητισμό". Ο κάθε γραφικός σ' αυτόν τον κόσμο έχει τα φαντάσματά του.

      Δεν είναι θέμα μεταμοντέρνας "επίθεσης" το ότι χριστιανοί και μαρξιστές περιμένουν ο καθένας τη δική του Δευτέρα Παρουσία. Θέμα ψυχοθεραπείας είναι.

      Διαγραφή
  3. ισως να το έχεις ήδη κάπου και να μου διέφυγε αλλά υπάρχει κι αυτό το εξαιρετικό στην συλλογή μου κι ευτυχώς και ανεβασμένο.
    http://gianniszelianaios.blogspot.gr/2012/11/blog-post_14.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το είχα και το έχασα (προφανώς δανείζοντάς το σε κάποιον που συνέχεια "ξέχναγε" να το επιστρέψει). Δυστυχώς τότε δεν ξέραμε σε τί ντοκουμέντα θα εξελίσονταν αργότερα εκείνα τα βιβλιαράκια.
      Θα καθήσω να το ξαναδιαβάσω, να θυμηθώ...

      Διαγραφή
  4. Μετά τη μούφα Φράουλες και Αίμα o μουφολόγος σκοπεύει να ασχοληθεί και με τις μούφες Woodstock και Easy Rider

    http://diskoryxeion.blogspot.gr/2016/04/thunderclap-newman.html?showComment=1461535350462#c3905837560141975304

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Επί του παρόντος, ξαναχτύπησε με ηρωϊκό σχόλιο περί Φαράκου και ...χίππηδων και στα σχόλια ξανάρχισε το πανηγύρι (και πόσα δεν δημοσίευσε σκεφτείτε).

    http://diskoryxeion.blogspot.gr/2016/04/hippies-1969.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή