.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

BIG BANG 1970-1973

Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας

Συγγραφείς: Στάθης Καλύβας και Νατάσα Τριανταφύλλη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2025
Αρ. σελίδων: 716

   (Ένα βιβλίο που διαβάζεται σαν τραγούδι που ξυπνά μια μνήμη)



    Ανάμνηση πρώτη (κάποιο καλοκαίρι μεταξύ 1971-1974)

  Σταθμός Λαρίσης, πεζογέφυρα. Μια δεκαριά πιτσιρικάδες των τριών πρώτων τάξεων του δημοτικού κρέμονται στις εξωτερικές πλευρές των κιγκλιδωμάτων. Με σχεδόν όλο το σώμα τους στο κενό (και με μόνο σύνδεσμο με τη ζωή, τα γαντζωμένα στα κάγκελα χέρια τους) κουνούν τα μετέωρα πόδια τους πάνω από ένα τραίνο που μόλις είχε ξεκινήσει, παριστάνοντας τους ινδιάνους που ετοιμάζονται για ρεσάλτο.
   Για -άλλο- ένα ολόκληρο καλοκαίρι οι γονείς μας δεν είχαν ιδέα που ήμαστε και τι κάναμε όλη τη μέρα (πηγαίναμε σπίτια μας μόνο για μεσημεριανό φαγητό και βραδυνό ύπνο). Και μάλλον δεν έμαθαν ποτέ. Όχι επειδή δεν ρωτούσαν. Αλλά ίσως γιατί μέσα στην απίστευτη άγνοια κινδύνου μας, δεν μας συνέβη ποτέ κάποιο ατύχημα.

    Ανάμνηση δεύτερη (πάλι κάποιο καλοκαίρι μεταξύ 1971-1974)

  Οδός Α…..μένους, «άνω» Σεπόλια, λίγο πιο κάτω από τη, νεόδμητη τότε, εκκλησία του αγίου Παντελεήμονα, ούτε δέκα λεπτά περπάτημα από το Κύτταρο ή από την προπολεμική κλινική στην πλατεία Βάθης όπου είχα γεννηθεί (και το πολύ δεκαπέντε για το Πεδίο του Άρεως ή το Πολυτεχνείο). Ένας μάλλον στενός μονόδρομος, που ασφαλτοστρώθηκε μόλις… το 1971, ελάχιστα αλλαγμένος, με σχεδόν τις ίδιες σήμερα πολυκατοικίες. Δύο στενά πιο πάνω η οδός Παμίσου με το κτίριο των ανακρίσεων και των βασανιστηρίων της Sonderkommando των SS, που αν και περνούσαμε κάθε μέρα απ’ έξω, δεν είχαμε ιδέα για την ιστορία του.
  Πρωί προς μεσημέρι. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς των τριών – τεσσάρων πρώτων τάξεων του δημοτικού, αγόρια και κορίτσια, καμμιά τριανταριά, παίζουν χωρίς καθόλου επιτήρηση. Ίσως μόνο οι (νοικοκυρές) μανάδες μας να έριχναν μιά ματιά κάτω κάθε φορά που έβγαιναν στο μπαλκόνι, για να απλώσουν κάποιο ρούχο ή να τινάξουν κάποιο σεντόνι.
  Τα αγόρια εκμεταλλεύονται όλο το πλάτος του δρόμου παίζοντας μπάλα. Ελάχιστα τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Και μόνο ένα να περνάει κάθε δεκαπέντε λεπτά (ίσως και κάθε είκοσι) για να διακόψει στιγμιαία το ποδόσφαιρο. Τα κορίτσια στα πεζοδρόμια παίζουν «λάστιχο». Εκμεταλλεύονται επίσης όλο το πλάτος τους αφού δεν υπάρχουν δέντρα ούτε για δείγμα.
  Ηλικιωμένοι γείτονες, ή μάλλον ηλικιωμένες μαυροφορεμένες γειτόνισσες (που ποιος ξέρει από πότε φορούσαν τα μαύρα, μια και η κατοχή ή ο εμφύλιος ήσαν τότε αρκετά πρόσφατα…) είναι επί ποδός για να τσιρίξουν για τη μπάλα που χτυπάει σε κάποια μπαλκονόπορτα υπερυψωμένου ισογείου ή πρώτου ορόφου, με κίνδυνο να σπάσει το τζάμι (κάτι που συνέβαινε αρκετά συχνά, και τότε τρέχαμε όλοι να κρυφτούμε και η γειτονιά βυθιζόταν σε ξαφνική σιγή…). Πολλές φορές μας έριχναν κουβάδες με νερό.
  Αργά το μεσημέρι, μόλις η ζέστη έχει αρχίσει να μην υποφέρεται, τα αγόρια πάμε ομαδικά σε κάποια από τις πολλές οικοδομές που υψώνονται στους γύρω δρόμους, για να πιούμε νερό από κάποια έκθετη παροχή. (Δεν θυμάμαι γιατί τα κορίτσια δεν έρχονταν ποτέ για νερό. Δεν διψούσαν; Πάντως δεν θυμάμαι να τους το είχαμε απαγορέψει, για… να τα προστατέψουμε.) Μπαίνουμε σε μια οικοδομή και, χωρίς να περιμένουμε να προσαρμοστούν τα μάτια μας από το εκτυφλωτικό καλοκαιρινό φως στο σχεδόν σκοτάδι, πάμε «καρφί» στην παροχή και πίνουμε με τη σειρά, ακουμπώντας τα χείλη μας στο ίδιο σημείο με τους προηγούμενους, χωρίς να σιχαινόμαστε. Οι οικοδομές ήταν το μόνο μέρος που οι γονείς μας, μας απαγόρευαν να πηγαίνουμε λόγω των πολλών ατυχημάτων με παιδιά, που συνέβαιναν εκεί όταν είχαν σχολάσει οι οικοδόμοι. Μετά το ξεδίψασμα, κόβαμε και φυσοκάλαμα, για να παίξουμε πόλεμο.
  Έπειτα βρίσκουμε το πιο σκιερό πεζοδρόμιο και, τα αγόρια (καμμιά φορά και τα κορίτσια), παίζουμε «τσιγκάκια», «χαρτάκια» ή «βήματα». Να πω ότι πριν από κάθε παιχνίδι (ποδόσφαιρο, φυσοκάλαμα κλπ.) προηγείτο «συνέλευση» και κοινή απόφαση. Και ότι ειδικότερα στο ποδόσφαιρο παίζαμε χωρίς διαιτητή αλλά πάντα βρίσκαμε τη λύση για τις «αμφισβητούμενες φάσεις». Μια… πρώιμη συμβουλιακή δημοκρατία;
   Το απόγευμα ξανά όλοι έξω. Τα απογευματινά και βραδυνά παιγνίδια είναι πιο … unisex. Κρυφτό και «μήλα», αγόρια και κορίτσια μαζί. Κατά τις εννέα με δέκα το βράδυ, ομαδικό βραδυνό «προσκλητήριο» από τις μανάδες στα μπαλκόνια (με τις γνωστές τσιρίδες).
   Αν δεν μας υποχρέωναν να ανεβούμε σπίτια μας, θα μέναμε και τη νύχτα κάτω...
  Kαι μάλλον είμαστε η τελευταία «γενιά» στην Ελλάδα που έπαιξε σχεδόν εξ΄ολοκλήρου στον δρόμο.


                                                   Η οδός Παμίσου

   
    Ανάμνηση άλλη (και πάλι κάποιο καλοκαίρι, μεταξύ 1973-1974)

  Τα παιδιά της πέμπτης και της έκτης που είχαν πλέον μπει στην προεφηβεία, σπανίως έβγαιναν να παίξουν με εμάς τους μικρότερους. Οι παρέες τους προτιμούσαν να μαζεύονται στα σπίτια τους για να παίζουν επιτραπέζια ή να ακούν δίσκους των 45 στροφών. Όμως μερικές φορές έβγαιναν να κλωτσήσουν λίγο τη μπάλα (δηλαδή για να μας «τα σπάσουν» κλέβοντάς την για κάμποση ώρα, ή στέλνοντάς την επίτηδες σε κάποιο μπαλκόνι, ώστε να πάμε με κατεβασμένα μούτρα να παρακαλέσουμε τους ενοίκους για να την πάρουμε πίσω). Ή αν έβλεπαν ότι είχαμε βγάλει κάποιο σκάκι ή Monopoly στο πεζοδρόμιο, για να παίξουν κι εκείνοι.
  Ένα τέτοιο απόγευμα δύο απ’ αυτούς τσακώνονταν για το ποιός τραγουδιστής είναι «καλύτερος»: ο Πασχάλης ή ο Κώστας Τουρνάς (που τότε είχαν βγάλει τους πρώτους τους σόλο δίσκους); Το δίλημμα επεκτάθηκε σύντομα προς τα πίσω, στους Olympians και τους Poll, που τα τραγούδια τους (τουλάχιστον τα τρία τέσσερα γνωστά) τα ξέραμε κι εμείς, αφού τα είχαμε ακούσει (μαζί με κάτι Ιdols, Daltons, Νοστράδαμους και Aphrodite’s Child) από τους «μεγάλους», που καμμιά φορά κατέβαζαν ηλεκτρόφωνα ή κασσετόφωνα στον δρόμο. H συζήτηση ήταν αρκετά έντονη. Το κυριότερο επιχείρημα του φαν του Τουρνά ήταν ότι τα τραγούδια του Πασχάλη ήταν «παιδικά» και «για κορίτσια», στο οποίο ο άλλος ο καημένος δεν ήξερε τι να απαντήσει…
  Ήταν ο πρώτος καβγάς για μουσική (και μάλιστα ποπ/ροκ) που άκουγα στη ζωή μου.

  Ένα μάλλον χειμωνιάτικο πρωί της προηγούμενης χρονιάς, είχαμε βρεθεί με τα ποδήλατα έξω από το Κύτταρο. Σταματήσαμε και παρατηρούσαμε την είσοδο με τη μεγάλη πινακίδα σαν να ήταν πύλη για κάποιον άλλον κόσμο. Κάποια στιγμή άρχισαν να καταφθάνουν κάτι μαλλιάδες με τα όργανά τους στις θήκες. Η μυστηριώδης πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα. Τελευταία ήρθε μια εντυπωσιακή ξανθιά κοπέλα, χίπισσα κι αυτή αλλά χωρίς όργανο, με πουκαμίσα, χαϊμαλιά, παντελόνι καμπάνα και ψηλοτάκουνες μπότες, που μάλιστα μύριζε υπέροχα (η Δέσποινα Γλέζου, η Chris King ή η Pamela Leak; Πάντως όχι η Μαρίζα Κωχ, που την ξέραμε ήδη). Έσκυψε για να μας χαϊδέψει και μας ρώτησε αν «ήρθαμε να δούμε την πρόβα». Μετά εμφανίστηκε στην πόρτα ένας μαλλιάς και μας είπε κάτι σαν: «μάγκες, όποιος θέλει μπαίνει τζάμπα σήμερα, κερνάει το μαγαζί». Μπήκαμε, όχι χωρίς κάποιο δέος. Μετά από λίγο ένας άλλος μαλλιάς έφερε ένα χαρτόκουτο με σοκολάτες και διάφορα άλλα «να φάμε όσα γουστάρουμε». Και πέπσι κόλες. Μας άφησαν μάλιστα να ακουμπήσουμε τις απαστράπτουσες ηλεκτρικές κιθάρες και να χτυπήσουμε τα τύμπανα. Και να ουρλιάξουμε από τα μικρόφωνα. Έκσταση!
  Όταν άρχισε η πρόβα καλύψαμε αρχικά τα αφτιά μας από την πρωτόγνωρη ένταση του ήχου. Μετά συνηθίσαμε. Είπαν κάτι τραγούδια στα αγγλικά και μετά κάποια στα ελληνικά, που δεν τα θυμάμαι. Καθίσαμε καμμιά ώρα, ευχαριστήσαμε και φύγαμε, για να διηγηθούμε κορδωμένοι την εμπειρία μας, στους άλλους στη γειτονιά.
  Το πρώτο μου live. Ποιοί να ήσαν άραγε;

 (Θα ξαναπήγαινα εκεί καμμιά δεκαπενταριά χρόνια μετά, για να δω τους Last Drive, τους Savage Republic ή τον Πουλικάκο)

                                   

                                 Κώστας Τουρνάς - Η Μηχανή Του Χρόνου (1973) 

   
   Ανάμνηση άλλη (κάποια επέτειο της «εθνοσωτηρίου»)

 Aνοιξιάτικο πρωινό, είμαι στο μπαλκόνι και προσπαθώ να πετύχω με το νεροπίστολο έναν συμμαθητή μου, στο ακριβώς απέναντι μπαλκόνι. Εκείνος πιάνει το νόημα και μπαίνει μέσα να φέρει το δικό του. Ήταν κάτι ελεεινά νεροπίστολα από εκείνα που πουλιόντουσαν στα πανηγύρια των ενοριών, με ούτε τρία μέτρα εμβέλεια (δεν είχαν βγει ακόμα τα πολύ καλύτερα μεταγενέστερα με τους υδραυλικούς εκτοξευκτήρες). Έριχναν όμως μια χαρά κάτω στον δρόμο. Εκείνη τη στιγμή περνούσε ένας μπάτσος, ο οποίος κοίταζε ψηλά στα μπαλκόνια. Ξαφνικά νιώθω τα χέρια της μάνας μου, που πότιζε τις γλάστρες πιο κει, να με τραβούν μέσα, ενώ ταυτόχρονα έκανε νόημα στον Μαρίνο (το παιδί απέναντι) να πάει κι εκείνος μέσα. Αφού έκλεισε τη μπαλκονόπορτα και τράβηξε και τις κουρτίνες, μου ανακοίνωσε ότι δεν θα ξαναέβγαινα στο μπαλκόνι σήμερα. Νομίζοντας ότι τιμωρούμαι για κάποια βλακεία μου της είπα ότι δεν σκοπεύαμε να βρέξουμε τον αστυφύλακα. «Δεν είναι γι΄αυτό» μου απάντησε. «Αυτός ο αστυφύλακας κάτω, ελέγχει ποια μπαλκόνια δεν έχουν βάλει σημαίες σήμερα. Αν χτυπήσει το κουδούνι, δεν θα πας στο θυροτηλέφωνο (αγαπημένο παιχνίδι τότε των παιδιών) να ρωτήσεις ποιός είναι. Σήμερα λείπουμε». Παράλληλα τηλεφώνησε και στον πατέρα μου στη δουλειά του να τον ενημερώσει (συνθηματικά). Το κουδούνι πάντως δεν χτύπησε.

    Ανάμνηση άλλη (βράδυ 16 Νοεμβρίου 1973)

   Είμαστε με τον πατέρα μου στο διαμέρισμα του αδελφού του δύο δρόμους πιο πέρα.
  Εκείνη την εποχή οι περισσότεροι επαρχιώτες της Αθήνας έμεναν Σεπόλια, Κολωνό, Μεταξουργείο και γενικώς σε συνοικίες κοντά στους δύο σιδηροδρομικούς σταθμούς, είτε γιατί δεν ήξεραν καλά την Αθήνα, είτε απλώς για να είναι κοντά στα τραίνα που τους έφερναν εκεί (ώστε να μην νιώθουν πολύ αποκομμένοι από τους τόπους καταγωγής τους).
   Όπως όλων σχεδόν των παιδιών στη γειτονιά, έτσι κι οι δικοί μας γονείς ήσαν επαρχιώτες που είχαν γνωριστεί και παντρευτεί στο λεγόμενο Μεγάλο Χωριό. Μεγαλώσαμε με τους συγγενείς και τους οικογενειακούς φίλους εκεί κοντά, με σχεδόν καθημερινές επισκέψεις και κοινωνικές συναναστροφές. Μια πραγματική κοινωνική ζωή που δεν υπάρχει σήμερα. Μετά τη δικτατορία (όταν οι γονείς μου άρχισαν να αισθάνονται «πιο αθηναίοι»;) μετακόμισαμε σε πιο «αναβαθμισμένες» περιοχές. Παρόμοια έπραξαν και οι συγγενείς και οικογενειακοί φίλοι. Και όλος αυτός ο ολοζώντανος κύκλος ανθρώπων σιγά σιγά διαλύθηκε, κι ο καθένας τράβηξε στον δρόμο της αθηναϊκής ιδιωτείας του. Και παρ΄όλο που και στη νέα μου γειτονιά έκανα δυνατούς φίλους που τους έχω και με έχουν ακόμα, εκείνη η μετακόμιση χώρισε τη ζωή μου σε πριν και σε μετά.
   Ακούμε τον πειρατικό ραδιοσταθμό του Πολυτεχνείου. Όπως έκαναν τότε οι περισσότεροι μεγάλοι, έτσι και σε μένα δεν εξηγούν επαρκώς τι σημαίνουν όλα αυτά. Μόνο αοριστίες και «θα σου πούμε όταν μεγαλώσεις». Και ο πατέρας μου και ο θείος μου προδικτατορικά ψήφιζαν Ένωση Κέντρου. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου ξεσπάει σε κλάματα οργής. Ο θείος μου λέει στη θεία μου να με πάρει «μέσα». Οι δύο άντρες κλείνουν την δίφυλλη πόρτα του καθιστικού. Μοιάζουν να τσακώνονται. Ακούω φωνές, χτυπήματα χεριών στο τραπέζι και τελικά χριστοπαναγίες. Η θεία μου, μου κάνει ένα καθησυχαστικό νόημα και να σωπάσω. Λίγη ώρα μετά βγαίνουν, φορούν τα σακκάκια τους και φεύγουν για «να πάνε κινηματογράφο». Δύο χρόνια μετά έμαθα ότι εκείνο το βράδυ είχαν πάει στο Πολυτεχνείο. Ο θείος μου (που τότε δεν είχε ακόμα παιδιά) προσπαθούσε να πείσει τον οικογενειάρχη πατέρα μου να μην πάει. Μετά αναγκάστηκε να πάει κι εκείνος… για να τον προσέχει.
   Γύρισαν κι οι δύο το επόμενο πρωί, βρώμικοι και με ελαφρώς σκισμένα ρούχα. Ο πατέρας μου με ένα παπούτσι λιγότερο.
  Εκείνες τις μέρες είδα για πρώτη φορά από κοντά τανκς καθώς ανέβαιναν την Αγίου Μελετίου, και άκουσα όπλα να ρίχνουν κατά ριπάς. Επίσης πήρα την πρώτη γεύση απαγόρευσης κυκλοφορίας. Και μια πολύ αραιή από δακρυγόνα. Όλα αυτά τα θυμάμαι σαν να έγιναν χθες.

                                    
    Ανάμνηση άλλη (20 Ιουλίου 1974)

   Ξυπνήσαμε με τους ήχους των σειρήνων του Λυκαβηττού. Το ραδιόφωνο έπαιζε συνεχώς εμβατήρια. Η Τουρκία έκανε απόβαση στην Κύπρο.
   Ο πατέρας μου γύρισε πολύ νωρίτερα από τη δουλειά. Έβγαλε από ένα συρτάρι το απολυτήριο του στρατού και ετοίμασαν αμίλητοι με τη μάνα μου ένα σακ βουαγιάζ. Το απόγευμα πήγαμε όλη η οικογένεια στο Πεδίο του Άρεως όπου συγκεντρώνονταν οι επιστρατευμένοι. Δεν ήξερα αν θα τον ξανάβλεπα. Οι επόμενες τρεις βδομάδες ήσαν από τις χειρότερες στη ζωή μου. Και αυτά τα θυμάμαι σαν να έγιναν χθες.

    Ανάμνηση άλλη (τελευταίες ημέρες του Ιουλίου του 1974)

  Πρωί, είμαι στο μπαλκόνι και παίζω με τον μικρότερο αδερφό μου (εκείνες τις μέρες οι μανάδες μας δεν μας άφηναν να παίζουμε κάτω στον δρόμο). Προσπαθώ να μην σκέφτομαι ότι ο πατέρας μου είναι ένα βήμα πριν τον πόλεμο. Το παιχνίδι δεν μου λέει τίποτα πια. Δεν έχω διάθεση ούτε για να πάω διακοπές στα χωριά των δικών μου (κάτι που περίμενα διακαώς τα προηγούμενα καλοκαίρια). Νιώθω σαν να έχω μεγαλώσει απότομα.
  Ξαφνικά αρχίζουν να βγαίνουν στα μπαλκόνια οι γυναίκες και να συζητούν ασυνήθιστα μεγαλόφωνα μεταξύ τους, η πάνω με την κάτω και η απέναντι με την απέναντι, και τέλος όλες μαζί. Ήσαν χαρούμενες. Έλεγαν ότι τώρα που έπεσε η χούντα θα γυρίσουν οι άντρες. Όλη η γειτονιά αντηχούσε από το κέφι τους.
   Λες να μη χρειαστεί τελικά να μεγαλώσω τόσο απότομα;
 
                        
 
                     ΑΚΡΙΤΑΣ (Σταύρος Λογαρίδης) - Της Ζωής Μου Η Πρώτη Σταλιά (1973)
                 
   
   Διάφορες σκόρπιες μισοαναμνήσεις

 Οι πανηγυρισμοί στην πλατεία Βικτωρίας και αλλού όταν ο Παναθηναϊκός απέκλεισε την Έβερτον. Προερχόμουν και από «πράσινη» οικογένεια…

  Ένα χαστούκι που είχα φάει από τον πατέρα του καλύτερου μου φίλου. Την Δευτέρα 25/11/1973 όταν ο συνδικτάτορας Ιωαννίδης ανέτρεψε τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, ειδοποίησαν από το σχολείο τους γονείς να έρθουν να μας πάρουν πριν τη λήξη του μαθήματος. Επειδή ο πατέρας μου λόγω των γεγονότων είχε εγκλωβιστεί στο κέντρο της Αθήνας όπου δούλευε, ήρθε να μας πάρει ο πατέρας του φίλου μου. Πήγαν πρώτα εμένα στο σπίτι μου και μετά πήγαν στο δικό τους. Στον δρόμο, δεν ξέρω πώς μου ήρθε και φώναξα «κάτω ο Παπαδόπουλος». Και τότε μου ήρθε η σβουριχτή. «Θες να πάνε φυλακή τον πατέρα σου, παιδάκι μου;» με ρώτησε. «Γιατί, τι έκανε;» ήταν η μόνη απάντηση που μου ήρθε μέσα από τη συγκεχυμένη εικόνα που είχαμε τότε στο μυαλό μας όλα τα παιδιά. Για να πω όμως την αλήθεια, ο άνθρωπος ενημέρωσε σχετικά τη μητέρα μου όταν με παρέδωσε. Η οποία του απάντησε μπροστά μου ότι κι εκείνη το ίδιο θα έκανε στη θέση του.

  Ένα χειμωνιάτικο βράδυ με φιλικές οικογένειες σε ένα κέντρο στην πλατεία Θυμαρακίων, όπου τραγουδούσε η Μαίρη Λίντα (χωρίς τον Χιώτη που είχε πεθάνει το 1970).

  H παιδική παράσταση «Ο Μορμόλης» με την Τάνια Τσανακλίδου και τον Πέτρο Βαλαβανίδη στο θέατρο της Ξένιας Καλογεροπούλου.

 Διάφορα σουξέ της χουντικής περιόδου, που τραγουδούσαμε τα παιδιά στη γειτονιά, όπως «Ο Σταμούλης ο λοχίας», «Ο Γιώργος είναι πονηρός» κλπ. Γενικά ο κόσμος τραγουδούσε τότε. Τα βράδια του καλοκαιριού τραγουδούσαν στα μπαλκόνια εναλλάξ, Αττίκ, Τσιτσάνη, Χατζηδάκι κ.α. Σε ένα μπαλκόνι έπιαναν ένα τραγούδι, μετά σε άλλο κλπ. Ήταν μάλιστα μια ευνοημένη γειτονιά αφού στην απέναντί μας πολυκατοικία (μία της δεκαετίας του 1930 που υπάρχει και σήμερα) έμενε ο μεγάλος τραγουδιστής Νίκος Παπαδάκης, που, αν και αποσυρμένος τότε, έδινε συχνά το σύνθημα για τέτοιες πραγματικά λαϊκές βραδιές.

  Στην απέναντι μεριά του δρόμου μας υπήρχε ένα κινηματογραφικό στούντιο (μάλλον της σχολής Σταυράκου) όπου βλέπαμε συχνά να έρχονται για γύρισμα γνωστοί ηθοποιοί και τραγουδιστές (όπως ο Γιάννης Βογιατζής). Εκεί γυρίζονταν ένα διάστημα και οι εκπομπές του Νίκου Μαστοράκη, τον οποίο βλέπαμε από κοντά σε σχεδόν καθημερινή βάση. Βλέπαμε και την Μπέττυ Λιβανού, με την all time classic ομορφιά της οποίας εντυπωσιάζονταν και τα κορίτσια και οι μανάδες μας. Όταν έβγαινε από το αυτοκίνητο, η γειτονιά σταματούσε ακόμα και να αναπνέει.

  Όταν περνούσε παπάς, σταματούσαν όλα τα παιχνίδια και τα παιδιά έτρεχαν να του φιλήσουν το χέρι. Αν και δεν είχα πάρει καμμία αντιεκκλησιαστική εκπαίδευση από το σπίτι μου, δεν πήγα ποτέ. Ενστικτωδώς σιχαινόμουν.

  Στο σπίτι των νονών μου, λίγα τετράγωνα πιο πάνω, όπου πήγαινα συχνά για να βλέπω τηλεόραση, είδα την είδηση της διάλυσης των Beatles, μαζί με λίγα στιγμιότυπα από την πορεία τους. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα το όνομά τους. Στο δικό μας σπίτι η τηλεόραση μπήκε ένα ή δύο χρόνια μετά.


  Και για όσους αναρωτιούνται αν αυτό είναι βιβλιοκριτική…

  Μόλις τελείωσα την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, υπακούοντας σε μια εύλογη παρόρμηση, οδηγήθηκα ξανά στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων. Μπορεί λίγο μετά το 1960 να κατέληξε μία από τις θεωρούμενες ως πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας, με σχεδόν πλήρη απουσία πρασίνου, επαρκούς αερισμού, φυσικού φωτισμού κλπ., αλλά στα μάτια όσων έχουν ζήσει εδώ είναι κάτι πιο περίπλοκο από αυτό που φαίνεται. 
  Σήμερα έχουν εγκατασταθεί εδώ εξωτερικοί μετανάστες (έχω μάλιστα κάτι ιρανούς γνωστούς, που έρχομαι στο κατάστημά τους αραιά και πότε, για να μαθαίνω νέα από τη χώρα τους). Στη δεκαετία του 1960 σε αυτή την περιοχή κατέφευγαν επίσης μετανάστες αλλά εσωτερικοί, τα παιδιά των οποίων έκαναν τους μεγατόνους του τσιμέντου δεξιά κι αριστερά αυτού του στενού μονόδρομου να μοιάζουν με παιδική χαρά.

   Κάτι παρόμοιο υποστηρίζουν και οι συγγραφείς για την περίοδο 1970-1973 της δικτατορίας: ότι ήταν κάτι πιο περίπλοκο από αυτό που φαίνεται (και αυτό που νομίζεται γενικώς). Γιατί, παρά τον αστυνομοκρατούμενο ζόφο και το γραφικό πολιτιστικό κιτσαριό της χούντας, η ζωή συνεχίστηκε. Και μάλιστα στο επίπεδο του πολιτισμού (μουσική, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία, εκδοτική και δισκογραφική δραστηριότητα κλπ.), συνεχίστηκε εμφανώς εξελικτικά (τουλάχιστον μετά το 1969 όπου ήρθη η προληπτική λογοκρισία). Και επιπλέον με έξαρση που δεν συναντιέται στην πολιτισμικώς μάλλον άχρωμη, άοσμη και άγευστη Μεταπολίτευση.
 Τα ερωτήματα που γεννώνται είναι κατά τους συγγραφείς πολλά και διάφορα. Ευθύνεται η ελευθερία που δεν ωθεί στη δημιουργία σημαντικής τέχνης; Οφείλεται στην κοσμογονική δεκαετία του 1960 που δημιουργήθηκε και στην Ελλάδα εκείνο το πολιτιστικό «Big Bang»; Θα συνέβαινε αυτό ούτως ή άλλως και στην Ελλάδα, είτε υπήρχε δικτατορία είτε όχι; Πώς θα είχε εξελιχθεί η πολιτιστική κατάσταση στην Ελλάδα αν δεν είχε υπάρξει η δικτατορία;
   Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ο στόχος τους ήταν να φτιάξουν μια τοιχογραφία, ένα όσο γίνεται πιο πλήρες κολάζ, της πολιτιστικής δραστηριότητας εκείνης της περιόδου, και να διατυπώσουν κάποιους κοινωνικούς και καλλιτεχνικούς προβληματισμούς σχετικά με τη σχέση ελευθερίας/καταπίεσης και δημιουργικότητας. Μπορούμε να πούμε ότι ο στόχος υπερεπιτεύχθη. Ένα βιβλίο που συνδυάζει την επιστημονική με την καλλιτεχνική ματιά (κοινωνικός επιστήμονας ο ένας συγγραφέας, θεατράνθρωπος η άλλη) δεν θα μπορούσε να τα έχει πάει καλύτερα.
 
                                           

  Βέβαια, όπως είχε συμβεί με τα δύο βιβλία- σημεία αναφοράς πλέον, του κοινωνικού ιστορικού Κώστα Κατσάπη («Το Πρόβλημα Νεολαία» και «Ήχοι και Απόηχοι: Κοινωνική Ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα 1956-1967»), έτσι και εδώ δεν έλειψαν διάφορες προσπάθειες υποβάθμισης του βιβλίου. Αναφέρομαι σε διάφορους αυτόκλητους «κριτικούς» που έσπευσαν να επισημάνουν -τα αναπόφευκτα σε εργασίες τέτοιου όγκου- λαθάκια, π.χ. ως προς τις ακριβείς χρονολογίες κυκλοφορίας δίσκων κλπ. Tα οποία όμως, για όσους γνωρίζουν από μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών, δεν επηρεάζουν με κανέναν τρόπο το αποτέλεσμα. Τέτοιοι σχολαστικισμοί επιπέδου χουντικού γυμνασιάρχη, αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα για όσους τους κραδαίνουν (και συγκεκριμένα για το αίσθημα ανεπάρκειάς τους να γράψουν ένα τέτοιο βιβλίο, αν και θεωρούν τους εαυτούς τους ως τους επαΐοντες για τέτοια θέματα). Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι την ύπαρξη του Big Bang την πληροφορήθηκα από έναν τέτοιο επικριτή του, το «αλάνθαστο» γούστο του οποίου εμπιστεύτηκα τυφλά…
  Προσωπικά εντόπισα κι εγώ μερικά τέτοια λαθάκια με μόνο άξιο λόγου την υποτιθέμενη αυτοκτονία του Μάριου Χάκκα, που ούτε αυτό όμως επηρεάζει σε κάτι το αποτέλεσμα της εν λόγω εργασίας. Και που άλλωστε, βάσει των πειστικών αιτιάσεων των συγγραφέων, οφείλεται σε κάποιο κόλλημα του ηλεκτρονικού αρχείου.

   Η μοναδική ένσταση που έχω είναι ότι και οι συγγραφείς επικαλούνται συχνά τέτοιους επιδερμικούς σχολαστικιστές, κάποιες φορές αβασάνιστα, χωρίς να έχουν κάνει τον απαιτούμενο έλεγχο. Μάλιστα σε κάποιο σημείο παραθέτουν (θεωρώ εν αγνοία τους), αυτούσια μια γνωστή σταλινική θέση, ότι ειδικά η ελληνική ροκ της εποχής όχι μόνο δεν λογοκρίθηκε αλλά προωθήθηκε κιόλας από το καθεστώς (σ. 541). Φαίνεται να μην γνωρίζουν ότι η εν λόγω «άποψη» αποτελεί πάγια και διαχρονική προπαγανδιστική μεθοδολογία ειδικά της σταλινικής ή σταλινογενούς αριστεράς, μέσω της οποίας επιχειρείται συκοφαντικά η μείωση των θεωρουμένων υπ΄αυτής ως «ανταγωνιστών» της. Εν προκειμένω ο φόβος της αριστεράς είναι να μην της «κλέψουν» το Πολυτεχνείο (που με τόσο προπαγανδιστικό κόπο έχει «πατεντάρει»). Άλλωστε η ελληνόφωνη αριστερή λιβελογραφία κατά της ροκ ως «ανταγωνιστικού» κοινωνικού φαινομένου ξεκινάει από … το 1956 και απλώς συνεχίζεται αδιαλλείπτως έως σήμερα μέσω τέτοιων σταλινικών «κριτικών».
  Πέραν αυτού είναι γνωστό ότι και η ροκ υπέστη τη λογοκρισία και το κυνήγι της χούντας. Π.χ. δίσκοι 45 στροφών όπως το «Σε Καλή Μεριά» (Εξαδάκτυλος) αποσύρθηκαν από την αγορά λίγο μετά την κυκλοφορία τους, ενώ ολόκληρα άλμπουμς-ορόσημα όπως το «Μεταφοραί-Εκδρομαί Ο Μήτσος» του Πουλικάκου, αν και είχαν ολοκληρωμένο το υλικό τους από το 1971-1972, κυκλοφόρησαν μετά τη δικτατορία. Για να μην αναφέρουμε το χουντικό πογκρόμ που εξαφάνισε τα πρώτα αμιγώς ροκ στέκια (π.χ. στην Πλάκα), τη διάλυση συγκροτημάτων από την «Ασφάλεια» κλπ. 
                                      
  
   Αν και το υλικό του ήταν ολοκληρωμένο από το 1972, εν΄όψει της λογοκρισίας ο δίσκος αυτός αναφοράς για την ελληνική ροκ κυκλοφόρησε το 1976.


   Μπορεί το ροκ ως κοινωνικό φαινόμενο να μην έκανε «αντίσταση» στη χούντα (άλλωστε ούτε η αριστερά έκανε), έκανε όμως κάτι ασύγκριτα πιο αποτελεσματικό: δρώντας διαβρωτικά ως ο κατεξοχήν εκφραστής της Youth Subculture υπέσκαψε τα ηθικολογικά και ιδεολογικά θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, διασύροντας καίρια και από μόνο του τον ελληνοχριστιανισμό και τη (β)ρωμηοσύνη (στο όνομα των οποίων έπιναν και πίνουν νερό όχι μόνο οι φασίστες αλλά και άπασες οι αριστεροδεξιοκεντρώες «δημοκρατικές δυνάμεις»…). 
   Αν δεν είχε υπάρξει η ανάδειξη της χασματικής εκείνης γενεακής διαφοροποίησης από τη Youth Subculture μέσω της ροκ (ακόμα και στα μυαλά όσων δεν άκουγαν ροκ), το Πολυτεχνείο δεν θα είχε συμβεί ποτέ. Γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν ξεκίνησε από κομματικά πιόνια αλλά από ανθρώπους που σκέφτονταν εκτός γραμμών και με το δικό τους μυαλό. Τα αριστερά κόμματα και οι στρατοί τους μπήκαν τελευταίοι και καταϊδρωμένοι στο Πολυτεχνείο, και δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να επιδιώκουν την εκτροπή της κατάληψης προς όφελος διαφόρων «γεφυροποιών» μεταξύ χούντας και «δημοκρατίας» όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Και τελικά όχι μόνο τα κατάφεραν να μην εξαπλωθεί η εξέγερση αλλά οικειοποιήθηκαν κιόλας το γεγονός, σκυλεύοντας έκτοτε τους δολοφονημένους.
  Ελπίζω αυτού του είδους τα λάθη (τα μόνα πραγματικά κατά τη γνώμη μου) να έχουν αποκατασταθεί σε επόμενη έκδοση (πράγμα το οποίο εύχομαι ολόψυχα).

  Λένε ότι τα σπουδαιότερα βιβλία είναι εκείνα που διαβάζοντάς τα ανακαλύπτουμε περισσότερα πράγματα για εμάς τους ίδιους, παρά για ο,τιδήποτε άλλο. Διαβάζοντας το Big Bang αισθανόμουν σαν κάποιος να σκάβει μέσα μου, να βγάζει αμυδρές αναμνήσεις, να τις καθαρίζει και να μου τις κάνει δώρο. Από πολλές απόψεις η ανάγνωσή του μοιάζει με ξαφνικό άκουσμα τραγουδιού που σε γυρίζει σε άλλες εποχές, και σε κάνει να ξαναφέρνεις στη μνήμη πράγματα που είχες ξεχάσει ότι υπήρχαν για δεκαετίες μέσα σου. Γι’ αυτό και η κάπως «ανορθόδοξη» αυτή παρουσίαση.
  Και γι΄αυτό, αν και πρόσφατο, η συναισθηματική του αξία για μένα είναι ήδη δυσανάλογα μεγάλη.

  Ρίχνω μια ακόμα ματιά στον δρόμο των παιδικών μου χρόνων. Σαν χθες μου φαίνεται.
  Σκέφτομαι όταν τελικά μεγαλώσω, να ζητήσω να σκορπιστεί η στάχτη μου εδώ…


  Θ.Λ.

  Δείτε επίσης: 
-Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ (ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ) TO ΥΠ' ΑΡ. 1 ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ (απόσπασμα από Το Πρόβλημα Νεολαία του ιστορικού Κώστα Κατσάπη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου