.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

BIG BANG 1970-1973

Η ΑΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ

Συγγραφείς: Στάθης Καλύβας και Νατάσα Τριανταφύλλη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2025
Αρ. σελίδων: 716

   

    «Ήτανε μια μαγεία...» 
   Τα χρόνια της δικτατορίας έχουν περάσει στη συλλογική μας μνήμη ως μια εποχή καθολικού ζόφου και απόλυτης πολιτιστικής οπισθοδρόμησης. Στις 21 Απριλίου 1967, η ελληνική κοινωνία μπαίνει στον «γύψο». Τα φώτα σβήνουν, ο φόβος εξαπλώνεται και οι άνθρωποι σωπαίνουν ...ως τις 24 Ιουλίου 1974. Είναι όμως έτσι; Όχι ακριβώς! Κόντρα στις κυρίαρχες πολιτικές συνθήκες, σ’ ένα βαθμό και εξαιτίας τους, η «χουντική επταετία» θα αποδειχθεί απρόσμενα γόνιμη και δημιουργική. Την τετραετία 1970-1973, η Ελλάδα βιώνει ένα λαμπερό δημιουργικό τσουνάμι, ένα πνευματικό και πολιτιστικό Big Bang. Το πολιτικό σκοτάδι κυοφορεί μια ζωντανή, εκρηκτική και κυρίως ανοιχτή και δημόσια δημιουργικότητα. Αντί για μια μαύρη τρύπα που καταβροχθίζει τα γράμματα και τις τέχνες, ξεδιπλώνεται μπροστά μας ένα φωτεινό και πολύβουο σύμπαν όπου εκδίδονται σπουδαία βιβλία, πολλαπλασιάζονται τα βιβλιοπωλεία και οι εκδοτικοί οίκοι, ηχογραφούνται διαχρονικής αξίας δίσκοι, γυρίζονται ρηξικέλευθες ταινίες, ανεβαίνουν πρωτοποριακές θεατρικές παραστάσεις και πραγματοποιούνται εντυπωσιακές εικαστικές εκθέσεις. Όσοι βίωσαν αυτή την άνθηση την ανακαλούν με ενθουσιασμό: «Ήτανε μια μαγεία». Πώς όμως έγινε δυνατό κάτι τέτοιο; Και πώς καταλήξαμε να πιστεύουμε ακριβώς το αντίθετο; 
  To Big Bang, 1970-1973 είναι μια πολυπρόσωπη, πολύχρωμη και μαγευτική τοιχογραφία, ένα γοητευτικό χρονικό μιας απροσδόκητης πνευματικής και πολιτιστικής άνοιξης που υπήρξε παράλληλα κι ένας θρίαμβος της ανθρώπινης δημιουργικότητας πάνω στην ανελευθερία. Καρπός εκτεταμένης και πολυδιάστατης έρευνας, συνδυάζει εργαλεία όπως η ιστορική και πολιτική ανάλυση, η πολυφωνική αφήγηση και η βιογραφική προσέγγιση. Αντί για τις συνηθισμένες περιγραφές της χούντας, αποκαλύπτει τις απρόσμενες και συχνά παράδοξες διεργασίες που κατάφεραν να γονιμοποιήσουν πνευματικά μια συνθήκη πολιτικού αυταρχισμού. Εστιάζει στις τεκτονικές διεργασίες που εμφύσησαν στην ελληνική κοινωνία ζωντάνια και δυναμισμό, διαμορφώνοντας την αναγκαστική της συμβίωση με την δικτατορία. Πρωτότυπη και ανατρεπτική ανάγνωση μιας περιόδου που συχνά πιστεύουμε πως γνωρίζουμε καλύτερα απ’ ό,τι στ’ αλήθεια ισχύει, το Big Bang, 1970-1973 αφουγκράζεται και καταγράφει τις αναπάντεχες διαδρομές της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής στα χρόνια της δικτατορίας.  
    (Από το οπισθόφυλλο)

    
    ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΟΤΑΝ ΞΥΠΝΟΥΝ ΜΙΑ ΜΝΗΜΗ

    
    Ανάμνηση πρώτη (κάποιο καλοκαίρι μεταξύ 1971-1974)

  Σταθμός Λαρίσης, πρώτη πεζογέφυρα μετά, γύρω στις έντεκα το πρωί. Μερικά ποδήλατα παρκαρισμένα ατάκτως στην αρχή των σκαλοπατιών. Μια δεκαριά πιτσιρικάδες των τριών πρώτων τάξεων του δημοτικού κρέμονται στις εξωτερικές πλευρές των κιγκλιδωμάτων. Με σχεδόν όλο το σώμα τους στο κενό (και με μόνο σύνδεσμο με τη ζωή, τα γαντζωμένα στα κάγκελα χέρια τους) κουνούν ουρλιάζοντας τα μετέωρα πόδια τους πάνω από ένα τραίνο που μόλις έχει αρχίσει να αναπτύσσει ταχύτητα. Φαντασιώνονται τους ινδιάνους που ετοιμάζονται για ρεσάλτο. Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που το κάνουν. Κάποιες περαστικές σταυροκοπιούνται.
   Για -άλλο- ένα ολόκληρο καλοκαίρι οι γονείς μας δεν είχαν ιδέα που ήμαστε και τι κάναμε όλη τη μέρα (πηγαίναμε σπίτια μας μόνο για φαγητό και ύπνο). Και μάλλον δεν έμαθαν ποτέ. Όχι επειδή (όντως) δεν ρωτούσαν. Αλλά ίσως γιατί μέσα στην απίστευτη άγνοια κινδύνου μας, δεν μας συνέβη ποτέ κάποιο ατύχημα.

                       
   Η παλιά πεζογέφυρα της οδού Κωνσταντινουπόλεως όπως ήταν μέχρι το 2017. Ευθεία προς Λάρισα.

   
  Ανάμνηση δεύτερη (πάλι κάποιο καλοκαίρι, ή μάλλον όλα τα καλοκαίρια από 1971 ως 1974)

  Οδός Αλκαμένους, «άνω» Σεπόλια, λίγο πιο κάτω από τη νεόδμητη τότε εκκλησία του αγίου Παντελεήμονα. Δέκα λεπτά περπάτημα από το Κύτταρο. Kαι το πολύ δεκαπέντε-είκοσι απ' το Πεδίο του Άρεως ή το Πολυτεχνείο ή από την προπολεμική κλινική κοντά στην πλατεία Βάθης όπου είχα γεννηθεί. Ένας μάλλον στενός μονόδρομος, μόλις δύο χιλιόμετρα από την Ομόνοια, που ασφαλτοστρώθηκε μόλις το 1970- '71, ελάχιστα αλλαγμένος σήμερα, με σχεδόν τις ίδιες πολυκατοικίες. Δύο στενά πιο πάνω η οδός Παμίσου με το κτίριο των ανακρίσεων και των βασανιστηρίων της Sonderkommando των SS, που αν και περνούσαμε κάθε μέρα απ’ έξω, δεν μας είχαν πει ποτέ τίποτα για την ιστορία του, λες και η γειτονιά ήθελε να το ξεχάσει.
 
  Πρωί προς μεσημέρι. Σχεδόν όλα τα παιδιά της γειτονιάς των τριών – τεσσάρων πρώτων τάξεων του δημοτικού, καμμιά τριανταριά αγόρια και κορίτσια,  παίζουν χωρίς καθόλου επιτήρηση. Ίσως μόνο οι -νοικοκυρές- μανάδες μας να έριχναν μιά ματιά κάτω κάθε φορά που έβγαιναν στο μπαλκόνι, για να απλώσουν κάποιο ρούχο ή να τινάξουν κάποιο σεντόνι.
  Τα αγόρια εκμεταλλεύονται όλο το πλάτος του δρόμου παίζοντας μπάλα. Ελάχιστα τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα (σε μια Αθήνα με τον μισό πληθυσμό από όσο σήμερα, που επιπλέον μόνο το ένα πέμπτο του διέθετε αυτοκίνητο). Και μόνο ένα να περνάει κάθε δεκαπέντε λεπτά (ίσως και κάθε είκοσι) για να διακόψει στιγμιαία το ποδόσφαιρο. Τα κορίτσια στα πεζοδρόμια παίζουν «λάστιχο». Εκμεταλλεύονται επίσης όλο το πλάτος τους αφού δεν υπάρχουν δέντρα ούτε για δείγμα.
  
  Ηλικιωμένοι γείτονες, ή μάλλον ηλικιωμένες μαυροφορεμένες γειτόνισσες (που ποιος ξέρει από πότε φορούσαν τα μαύρα, μια και η κατοχή ή ο εμφύλιος δεν ήσαν τότε τόσο μακριά…) είναι επί ποδός για να τσιρίξουν για τη μπάλα που χτυπάει σε κάποια μπαλκονόπορτα υπερυψωμένου ισογείου ή πρώτου ορόφου, με κίνδυνο να σπάσει το τζάμι. Κάτι που συνέβαινε αρκετά συχνά, και τότε τρέχαμε όλοι να κρυφτούμε και η γειτονιά βυθιζόταν σε ξαφνική σιγή. Πολλές φορές μας έριχναν προληπτικά κουβάδες με νερό.
  
   Αργά το μεσημέρι, μόλις η ζέστη έχει αρχίσει να μην υποφέρεται, τα αγόρια πάμε ομαδικά σε κάποια από τις πολλές οικοδομές που υψώνονται στους γύρω δρόμους (στην τότε Αθήνα της αντιπαροχής), για να πιούμε νερό από κάποια έκθετη παροχή. Οι οικοδομές ήταν το μόνο μέρος που οι γονείς μας, μας απαγόρευαν να πηγαίνουμε λόγω των πολλών ατυχημάτων με παιδιά, που συνέβαιναν εκεί όταν είχαν σχολάσει οι οικοδόμοι. Πού να ήξεραν τι κάναμε στις πεζογέφυρες του ΟΣΕ... (Δεν θυμάμαι γιατί τα κορίτσια δεν έρχονταν ποτέ για νερό. Δεν διψούσαν; Πάντως δεν θυμάμαι να τους το είχαμε απαγορέψει, για… να τα προστατέψουμε). Μπαίνουμε σε μια οικοδομή και, χωρίς να περιμένουμε να προσαρμοστούν τα μάτια μας από το εκτυφλωτικό καλοκαιρινό φως στο σχεδόν σκοτάδι, πάμε «καρφί» στην παροχή και πίνουμε με τη σειρά. Ακουμπάμε τα χείλη μας στο ίδιο σημείο με τον προηγούμενο, χωρίς να σιχαινόμαστε. Μετά το ξεδίψασμα, κόβουμε φυσοκάλαμα, για να παίξουμε πόλεμο με τα αγόρια κάποιου άλλου δρόμου.
  Έπειτα βρίσκουμε το πιο σκιερό πεζοδρόμιο και, τα αγόρια (καμμιά φορά και τα κορίτσια), παίζουμε «τσιγκάκια», «χαρτάκια» ή «βήματα». Να πω ότι πριν από κάθε παιχνίδι (ποδόσφαιρο, φυσοκάλαμα κλπ.) προηγείτο «συνέλευση» και κοινή απόφαση. Και ότι ειδικότερα στο ποδόσφαιρο παίζαμε χωρίς διαιτητή αλλά πάντα βρίσκαμε τη λύση για τις «αμφισβητούμενες φάσεις». Μια… πρώιμη συμβουλιακή δημοκρατία; (πού είσαι Κορνήλιε Καστοριάδη, να ξαναγράψεις τη Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας!) 

   Μετά, σπίτι για φαγητό. Και το απόγευμα ξανά όλοι έξω. Τα απογευματινά και βραδυνά παιγνίδια είναι πιο … unisex. Κρυφτό και «μήλα», αγόρια και κορίτσια μαζί. Κατά τις εννέα με δέκα το βράδυ, ομαδικό βραδυνό «προσκλητήριο» από τις μανάδες στα μπαλκόνια (με τις γνωστές τσιρίδες).
   Αν δεν μας υποχρέωναν να ανεβούμε σπίτια μας, θα μέναμε και τη νύχτα κάτω.
  Kαι μάλλον είμαστε η τελευταία «γενιά» στην Ελλάδα που μεγάλωσε με τις μάνες (ως νοικοκυρές) στο σπίτι, και που έπαιξε σχεδόν εξ΄ολοκλήρου στον δρόμο.


                                                   Η οδός Παμίσου

   
    Ανάμνηση άλλη (και πάλι κάποιο καλοκαίρι, του 1972 ή 1973)

  Τα αγόρια της πέμπτης και της έκτης που είχαν πλέον μπει στην προεφηβεία, σπανίως έβγαιναν να παίξουν με εμάς τους μικρότερους. Οι παρέες τους προτιμούσαν να μαζεύονται στα σπίτια τους για να παίζουν επιτραπέζια ή να ακούν δίσκους των 45 στροφών. Όμως μερικές φορές έβγαιναν να κλωτσήσουν λίγο τη μπάλα (δηλαδή για να μας «τα σπάσουν» κλέβοντάς την για κάμποση ώρα, ή στέλνοντάς την επίτηδες σε κάποιο μπαλκόνι, ώστε να πάμε ταπεινωμένοι να παρακαλέσουμε τους ενοίκους να μας τη δώσουν). Ή αν έβλεπαν ότι είχαμε βγάλει κάποιο σκάκι ή Monopoly στο πεζοδρόμιο, για να παίξουν κι εκείνοι.
  Ένα τέτοιο απόγευμα δύο απ’ αυτούς τσακώνονταν για το ποιός τραγουδιστής είναι «καλύτερος»: ο Πασχάλης ή ο Κώστας Τουρνάς (που τότε είχαν βγάλει τους πρώτους τους σόλο δίσκους); Το δίλημμα επεκτάθηκε σύντομα προς τα πίσω, στους Olympians και τους Poll, που τα τραγούδια τους (τουλάχιστον τα τρία τέσσερα γνωστά) τα ξέραμε κι εμείς, αφού τα είχαμε ακούσει (μαζί με κάτι Ιdols, Daltons, Νοστράδαμους και Aphrodite’s Child) από τους «πεμπτάκηδες» και «εκτάκηδες», που καμμιά φορά κατέβαζαν ηλεκτρόφωνα ή κασσετόφωνα στον δρόμο. H συζήτηση ήταν αρκετά έντονη. Το κυριότερο επιχείρημα του φαν του Τουρνά ήταν ότι τα τραγούδια του Πασχάλη ήταν «παιδικά» και «για κορίτσια», στο οποίο ο άλλος ο καημένος δεν ήξερε τι να απαντήσει…
  Ήταν ο πρώτος καβγάς για μουσική (και μάλιστα ποπ/ροκ) που άκουγα στη ζωή μου.
                               
          
    (ανάμνηση μέσα στην προηγούμενη ανάμνηση)
              
   Ένα πρωί προηγούμενης χρονιάς, κάποια μέρα που δεν είχαμε (εξαήμερο τότε) σχολείο, πέντε-έξι από μας είχαμε πάει με τα ποδήλατα να παρατηρήσουμε από κοντά το παράξενο γωνιακό μέγαρο των μασόνων στην αρχή της Αχαρνών. Μια βόλτα κάπως μακριά από τη συνήθη ακτίνα «δράσης» μας, την περιοχή που οριζόταν από τις εκκλησίες των αγίων Παντελεήμονα, Μελετίου και Νικολάου, τον σταθμό Λαρίσης και τις πλατείες Αττικής και Θυμαρακίων (και εννοείται ήταν άλλη μια φορά όπου εξορμήσαμε χωρίς την άδεια των γονιών μας). Για τους οποίους μασόνους είχαμε ακούσει φυσικά τα χειρότερα. Και το οποίο κτίριο (ίσως ακριβώς γι΄ αυτόν τον λόγο) πάντα μας εξήπτε την περιέργεια όταν το βλέπαμε από τα παράθυρα του λεωφορείου, κάθε φορά που οι γονείς μας, μας έπαιρναν μαζί τους στο κέντρο της πόλης. Περιμέναμε από απόσταση προς τις δύο εισόδους, για να δούμε πώς είναι οι μασόνοι που θα μπαινόβγαιναν. Αλλά δεν εμφανιζόταν κανείς εκείνη την ημέρα, και οι πόρτες έμεναν ερμητικά κλειστές. Βαρεθήκαμε και φύγαμε απογοητευμένοι.
                                                                    
  Στον γυρισμό βρεθήκαμε τυχαία έξω από το Κύτταρο. Σταματήσαμε και παρατηρούσαμε (και εδώ) την είσοδο με τη μεγάλη πινακίδα σαν να ήταν πύλη για κάποια άλλη διάσταση. Κάποια στιγμή άρχισαν να καταφθάνουν κάτι μαλλιάδες (για τους οποίους επίσης μας έλεγαν τα χειρότερα) με τα όργανά τους στις θήκες. Η μυστηριώδης πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα. Τελευταία ήρθε μια εντυπωσιακή ξανθιά κοπέλα, χίπισσα κι αυτή αλλά χωρίς όργανο, ψηλή, αεράτη, με πουκαμίσα, χαϊμαλιά, καουμπόικο καπέλο,  μπλουτζήν καμπάνα και ψηλοτάκουνες μπότες, που μάλιστα μύριζε υπέροχα (η Δέσποινα Γλέζου, η Chris King ή η Pamela Leak; Πάντως όχι η Μαρίζα Κωχ, που την ξέραμε ήδη). Έσκυψε για να μας χαϊδέψει και μας ρώτησε αν «ήρθαμε να δούμε την πρόβα». Λίγο μετά αφού μπήκε μέσα, εμφανίστηκε στην πόρτα ένας μαλλιάς και μας είπε κάτι σαν: «μάγκες, όποιος θέλει μπαίνει τζάμπα σήμερα, κερνάει το μαγαζί». Περάσαμε κάπως αιφνιδιασμένοι την πόρτα και αρχίσαμε να περιεργαζόμαστε τον χώρο, όχι χωρίς κάποιο δέος. Μετά από λίγο ένας άλλος μαλλιάς έφερε ένα χαρτόκουτο με σοκολάτες και διάφορα άλλα «να φάμε όσο γουστάρουμε». Και πέπσι κόλες. Μόλις ξεθαρρέψαμε μας άφησαν μάλιστα να ακουμπήσουμε τις απαστράπτουσες ηλεκτρικές κιθάρες και να χτυπήσουμε τα τύμπανα. Και να ουρλιάξουμε από τα μικρόφωνα. Έκσταση!
   Όταν άρχισε η πρόβα καλύψαμε αρχικά τα αφτιά μας από την πρωτόγνωρη για μας ένταση του ήχου. Μετά συνηθίσαμε. Είπαν κάτι τραγούδια στα αγγλικά και μετά κάποια στα ελληνικά, που δεν τα θυμάμαι. Τραγούδησε και η κοπέλα. Καθίσαμε καμμιά ώρα, ευχαριστήσαμε και φύγαμε, για να διηγηθούμε κορδωμένοι τις εμπειρίες μας (μασόνοι και χίππηδες στην ίδια μέρα!), στους άλλους στη γειτονιά. 
  Ήταν το πρώτο μου live. Ποιοί να ήσαν άραγε;

 (Θα ξαναπήγαινα εκεί καμμιά δεκαπενταριά χρόνια αργότερα, για να δω τους Last Drive, τους Savage Republic, τον Πουλικάκο ή τις Μουσικές Ταξιαρχίες. Σήμερα συνειδητοποιώ ότι πρέπει να νιώθω  ευγνωμοσύνη προς εκείνη την άγνωστη Σειρήνα, που με το άγγιγμά της με έκανε να αγνοήσω τον φόβο του κοπαδιού που μου είχαν ενσταλάξει για τους «άπλυτους», «αλήτες», «αντίχριστους» και «σεξουαλικά ανώμαλους» μαλλιάδες, και να περάσω εκείνη την πόρτα, αντί να παρατηρώ από απόσταση όσους έμπαιναν. Ήταν ένα από εκείνα τα φευγαλέα μικροπεριστατικά της ζωής, τα οποία ξεχνάμε σχεδόν αμέσως, χωρίς να αποκτούμε επίγνωση της αφανούς αλλά μακροπρόθεσμα καθοριστικής επίδρασής τους στη διαμόρφωσή μας και τη συμπεριφορά μας. Με ένα απλό άγγιγμα «εκπαιδεύτηκα» ασυναίσθητα να μην πιστεύω, να μην κοπαδοποιούμαι, να μη φοβάμαι, να γοητεύομαι, να κάνω το βήμα. Η σημασία του και η βαθύτερη «δουλειά» του  φάνηκε πολύ αργότερα, κάθε φορά που χρειάστηκε. Δεν ήταν μια απλή πόρτα εκείνη που πέρασα εκείνο το πρωί. Ήταν μια άλλη κατάσταση του νου.)

                                   

                                 Κώστας Τουρνάς - Η Μηχανή Του Χρόνου (1973) 

   
    Ανάμνηση άλλη (κάποια επέτειο της «εθνοσωτηρίου»)

  Aνοιξιάτικο πρωινό, «εθνική» αργία, είμαι στο μπαλκόνι και προσπαθώ να πετύχω με το νεροπίστολο έναν συμμαθητή μου, στο ακριβώς απέναντι μπαλκόνι. Εκείνος πιάνει το νόημα και μπαίνει μέσα να φέρει το δικό του. Ήταν κάτι ελεεινά νεροπίστολα από εκείνα που πουλιόντουσαν στα πανηγύρια των ενοριών, με ούτε τρία μέτρα εμβέλεια (δεν είχαν βγει ακόμα τα πολύ καλύτερα μεταγενέστερα με τους υδραυλικούς εκτοξευκτήρες και το ελατήριο στη σκανδάλη). Έριχναν όμως μια χαρά κάτω στον δρόμο... Εκείνη τη στιγμή περνούσε ένας μπάτσος, ο οποίος κοίταζε ψηλά στα μπαλκόνια. Ξαφνικά νιώθω τα χέρια της μάνας μου, που πότιζε τις γλάστρες, να με τραβούν μέσα, ενώ ταυτόχρονα έκανε νόημα στον Μαρίνο (το παιδί απέναντι) να πάει κι εκείνος μέσα. 
   Αφού έκλεισε τη μπαλκονόπορτα και τράβηξε και τις κουρτίνες, μου ανακοίνωσε ότι δεν θα ξαναέβγαινα στο μπαλκόνι σήμερα. Νομίζοντας ότι τιμωρούμαι προληπτικά για κάποια επικείμενη βλακεία μου, της είπα ότι δεν σκοπεύαμε να βρέξουμε τον αστυφύλακα. «Δεν είναι γι΄αυτό» μου απάντησε. «Αυτός ο αστυφύλακας κάτω, ελέγχει ποια μπαλκόνια δεν έχουν βάλει σημαία σήμερα. Αν χτυπήσει το κουδούνι, δεν θα τρέξεις στο θυροτηλέφωνο (αγαπημένο «παιχνίδι» τότε των παιδιών) να ρωτήσεις ποιός είναι. Σήμερα λείπουμε». Μου είπε ότι θα μου εξηγούσε όταν θα μεγάλωνα. Παράλληλα τηλεφώνησε και στον πατέρα μου στη δουλειά του (είχε πάει επίτηδες προφασιζόμενος κάποιες εκκρεμότητες, αρνούμενος την «αργία») να τον ενημερώσει (συνθηματικά, μήπως και μας παρακολουθούσαν το τηλέφωνο). 
   Το κουδούνι πάντως δεν χτύπησε.

    Ανάμνηση άλλη (βράδυ Παρασκευής 16 Νοεμβρίου 1973)

   Είμαστε με τον πατέρα μου στο διαμέρισμα του αδελφού του δύο δρόμους πιο πέρα.
  Εκείνη την εποχή όσοι επαρχιώτες από την ηπειρωτική χώρα δεν είχαν ήδη συγγενείς να τους φιλοξενήσουν μόλις μετανάστευαν στην Αθήνα, συνήθως έπιαναν σπίτι σε Σεπόλια, Κολωνό, Μεταξουργείο και γενικώς σε συνοικίες κοντά στους δύο σιδηροδρομικούς σταθμούς. Αυτό, είτε επειδή δεν ήξεραν καλά την Αθήνα, είτε ίσως για ψυχολογικούς λόγους, για να είναι κοντά στα τραίνα που τους έφερναν εκεί, ώστε να μην νιώθουν εντελώς αποκομμένοι από τους τόπους καταγωγής τους.
   Όπως όλων σχεδόν των παιδιών στη γειτονιά, έτσι κι οι δικοί μας γονείς ήσαν επαρχιώτες που είχαν γνωριστεί και παντρευτεί στο λεγόμενο Μεγάλο Χωριό. Μεγαλώσαμε με τους συγγενείς και τους οικογενειακούς φίλους εκεί κοντά, με σχεδόν καθημερινές επισκέψεις και κοινωνικές συναναστροφές. Μια πραγματική κοινωνική ζωή που έχει εκλείψει σήμερα. Ένα χρόνο μετά τη δικτατορία (όταν οι γονείς μου άρχισαν να αισθάνονται «πιο αθηναίοι»;) μετακομίσαμε σε «αναβαθμισμένη» περιοχή. Παρόμοια έπραξαν και οι συγγενείς και οικογενειακοί φίλοι. Και όλος αυτός ο ολοζώντανος κύκλος ανθρώπων σιγά σιγά διαλύθηκε, κι ο καθένας τράβηξε στον δρόμο της αθηναϊκής ιδιωτείας του. Και παρ΄όλο που και στη νέα μου γειτονιά έκανα δυνατούς φίλους που τους έχω και με έχουν ακόμα, εκείνη η μετακόμιση χώρισε τη ζωή μου σε πριν και σε μετά.
                                          

  Ακούμε τον παράνομο ραδιοσταθμό του Πολυτεχνείου στο καθιστικό από ένα ακριβό μονοφωνικό ραδιομαγνητόφωνο Telefunken παγκοσμίου λήψης (με ειδικό κουμπί Radio Luxembourg). Όπως έκαναν τότε οι περισσότεροι μεγάλοι, έτσι και σε μένα δεν εξηγούν επαρκώς τι σημαίνουν όλα αυτά. Μόνο αοριστίες και «θα σου πούμε όταν μεγαλώσεις». Και ο πατέρας μου και ο θείος μου προδικτατορικά ψήφιζαν Ένωση Κέντρου. Κάποια στιγμή ο πατέρας μου ξεσπάει σε κλάματα οργής. Ο θείος μου λέει στη θεία μου να με πάρει «μέσα». Οι δύο άντρες κλείνουν τη δίφυλλη πόρτα του καθιστικού. Μοιάζει σαν να τσακώνονται. Ακούω φωνές, χτυπήματα χεριών στο τραπέζι και τελικά χριστοπαναγίες. Η θεία μου, μου κάνει ένα καθησυχαστικό νόημα και να σωπάσω. Λίγη ώρα μετά βγαίνουν, φορούν τα σακκάκια τους και φεύγουν για «να πάνε κινηματογράφο». Δύο χρόνια μετά έμαθα ότι εκείνο το βράδυ είχαν πάει στο Πολυτεχνείο. Ο θείος μου (που τότε δεν είχε ακόμα παιδιά) προσπαθούσε να πείσει τον οικογενειάρχη πατέρα μου να μην πάει. Μετά αναγκάστηκε να πάει κι εκείνος… για να τον προσέχει.
   Γύρισαν κι οι δύο λίγο πριν φέξει, βρώμικοι και με ελαφρώς σκισμένα ρούχα. Ο πατέρας μου με ένα παπούτσι λιγότερο. Πλύθηκε, άλλαξε, ήπιε έναν καφέ αμίλητος και έφυγε για την (εξαήμερη τότε) δουλειά.
  Εκείνες τις μέρες είδα για πρώτη φορά από κοντά τανκς καθώς ανέβαιναν την Αγίου Μελετίου, και άκουσα όπλα να ρίχνουν κατά ριπάς. Επίσης πήρα την πρώτη γεύση απαγόρευσης κυκλοφορίας. Και μια πολύ αραιή από δακρυγόνα. Όλα αυτά τα θυμάμαι σαν να έγιναν χθες.
   
   (Δύο χρόνια μετά ο θείος πήρε στερεοφωνικό με ραδιοενισχυτή, deck και πικάπ και μου χάρισε το Telefunken. Ήταν το πρώτο μου «μηχάνημα». Από εκεί άρχισα να αποκτώ μια πιο συστηματική πρόσβαση στη μουσική, γράφοντας π.χ. κασσέττες από το ραδιόφωνο ή ακούγοντας ήδη από τις απαρχές της, το καλοκαίρι του 1975, την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη. Με συντρόφεψε μέχρι που τελείωσα το Λύκειο).

    Ανάμνηση άλλη (συννεφιασμένη Δευτέρα 26 Νοεμβρίου1973)
  
   Από το σχολείο ειδοποίησαν τους γονείς να έρθουν να μας πάρουν προληπτικά πριν τη λήξη του μαθήματος. Την προηγούμενη ο συνδικτάτορας Ιωαννίδης είχε ξεκινήσει πραξικόπημα μέσα στο πραξικόπημα, για να ανατρέψει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο (αλλά εμείς τα παιδιά δεν ξέραμε ούτε καταλαβαίναμε κάτι). Ωστόσο τα σχολεία άνοιξαν αφού δεν είχε δοθεί σχετική αντίθετη εντολή. Καθώς η ημέρα προχωρούσε διαδόθηκαν νέα για κινήσεις του στρατού και νέες απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ενώ είχε αρχίσει να επικρατεί αβεβαιότητα μέσα στην Αθήνα. Επειδή ο πατέρας μου λόγω των γεγονότων είχε εγκλωβιστεί στο κέντρο της πόλης, όπου δούλευε, ήρθε να μας πάρει ο πατέρας του καλύτερου φίλου μου. Πήγαν πρώτα εμένα στο σπίτι μου και μετά πήγαν στο δικό τους. 
   Στον δρόμο, δεν ξέρω πώς μου ήρθε (ίσως από τη χαρά μου που φύγαμε νωρίτερα από το σχολείο) και φώναξα «κάτω ο Παπαδόπουλος!». Και τότε μου ήρθε η σβουριχτή. «Θες να πάνε φυλακή τον πατέρα σου, παιδάκι μου;» με ρώτησε ο πατέρας του φίλου μου. «Γιατί, τι έκανε;» ήταν η μόνη απάντηση που μου ήρθε μέσα από τη συγκεχυμένη εικόνα που είχαμε τότε στο μυαλό μας όλα τα παιδιά. «Θα καταλάβεις όταν μεγαλώσεις!» μου απάντησε. Για να πω όμως την αλήθεια, ο άνθρωπος ενημέρωσε σχετικά τη μητέρα μου όταν με παρέδωσε. Η οποία του είπε επιδοκιμαστικά και μπροστά μου, ότι στη θέση του κι εκείνη το ίδιο θα έκανε.

    Ανάμνηση άλλη (Σάββατο 20 Ιουλίου 1974)

   Ξυπνήσαμε με τους ήχους των σειρήνων του Λυκαβηττού. Το τρανζιστοράκι επάνω στο ψυγείο έπαιζε συνεχώς στρατιωτικά εμβατήρια. Η Τουρκία είχε κάνει απόβαση στην Κύπρο.
  Ο πατέρας μου γύρισε αρκετά πριν μεσημεριάσει από τη δουλειά. Έβγαλε από ένα συρτάρι το απολυτήριο του στρατού και ετοίμασαν αμίλητοι με τη μάνα μου ένα σακ βουαγιάζ. Το απόγευμα πήγαμε όλη η οικογένεια στο Πεδίο του Άρεως όπου συγκεντρώνονταν οι επιστρατευμένοι. Δεν ήξερα αν θα τον ξανάβλεπα. Οι επόμενες τρεις βδομάδες ήσαν από τις χειρότερες στη ζωή μου. Και αυτά τα θυμάμαι σαν να έγιναν χθες.

    Ανάμνηση άλλη (Τετάρτη 24 Ιουλίου 1974)

   Πρωί, είμαι στο μπαλκόνι και παίζω με τον μικρότερο αδερφό μου (εκείνες τις μέρες οι μανάδες μας δεν μας άφηναν να παίζουμε κάτω στον δρόμο - θα καταλαβαίναμε όταν θα μεγαλώναμε, μας έλεγαν). Προσπαθώ να μην σκέφτομαι ότι ο πατέρας μου είναι ένα βήμα πριν τον πόλεμο. Το παιχνίδι δεν μου λέει τίποτα πια. Δεν έχω διάθεση ούτε για να πάω διακοπές στα χωριά των δικών μου (κάτι που περίμενα διακαώς τα προηγούμενα καλοκαίρια). Νιώθω σαν να έχω μεγαλώσει απότομα.
  Ξαφνικά αρχίζουν να βγαίνουν στα μπαλκόνια οι γυναίκες και να συζητούν ασυνήθιστα μεγαλόφωνα μεταξύ τους, η πάνω με την κάτω και η απέναντι με την απέναντι, και τέλος όλες μαζί. Ήσαν χαρούμενες. Έλεγαν ότι τώρα που έπεσε η χούντα θα γυρίσουν οι άντρες. Όλη η γειτονιά αντηχούσε από το κέφι τους.
   Λες να μη χρειαστεί τελικά να μεγαλώσω τόσο απότομα;
   (Οι πατεράδες μας επέστρεψαν σταδιακά τις επόμενες βδομάδες)
 
                        
 
                     ΑΚΡΙΤΑΣ (Σταύρος Λογαρίδης) - Της Ζωής Μου Η Πρώτη Σταλιά (1973)
                 
   
      Διάφορες σκόρπιες μισοαναμνήσεις 

   Οι πανηγυρισμοί στην πλατεία Βικτωρίας (κορναρίσματα, βουτιές στα συντριβάνια κλπ.) και αλλού όταν ο Παναθηναϊκός απέκλεισε την Έβερτον στις 24 Μαρτίου 1971. Προερχόμουν και από «πράσινη» οικογένεια…

  Ένα χειμωνιάτικο βράδυ με φιλικές οικογένειες σε ένα κέντρο στην πλατεία Θυμαρακίων, όπου τραγουδούσε η Μαίρη Λίντα (χωρίς τον Χιώτη που είχε πεθάνει το 1970).

  H παιδική παράσταση Ο Μορμόλης με την Τάνια Τσανακλίδου και τον Πέτρο Βαλαβανίδη στο θέατρο της Ξένιας Καλογεροπούλου. (Άλλο ένα από τα πολλά ξεχασμένα που μου θύμισε το βιβλίο).

 Διάφορα σουξέ της χουντικής περιόδου, που τραγουδούσαμε τα παιδιά στη γειτονιά, όπως Ο Σταμούλης Ο Λοχίας, Ο Γιώργος Είναι Πονηρός κλπ. Συχνά τα «διασκευάζαμε» κιόλας, όπως το Μη Καλέ Μου Μη του Κόκοτα, τους στίχους του οποίου είχαμε παραλλάξει σε «καλέ μου μη, καλέ μου μη, μη μου σηκώνεις το βρακί». Γενικά πάντως ο κόσμος τραγουδούσε τότε. Τα βράδια του καλοκαιριού τραγουδούσαν στα μπαλκόνια εναλλάξ, Αττίκ, Σουγιούλ, Τσιτσάνη, Χατζηδάκι κ.α. Σε ένα μπαλκόνι έπιαναν ένα τραγούδι, μετά σε άλλο κλπ. Ήταν μάλιστα μια ευνοημένη γειτονιά αφού στην απέναντί μας πολυκατοικία (μία της δεκαετίας του 1930 που υπάρχει και σήμερα) έμενε ο μεγάλος τραγουδιστής Νίκος Παπαδάκης (Ασ' τα Τα Μαλλάκια σου, συμμετοχές σε σπουδαίες ταινίες όπως Ο Μεθύστακας κ.α.) που, αν και τότε είχε αποσυρθεί, έδινε συχνά το σύνθημα για τέτοιες πραγματικά λαϊκές βραδιές.

  Στην απέναντί μας μεριά του δρόμου υπήρχε ένα κινηματογραφικό στούντιο (μάλλον της σχολής Σταυράκου, που το χρησιμοποιούσε και το Ε.Ι.Ρ.Τ. - σήμερα πολυκατοικία) όπου βλέπαμε συχνά να έρχονται για γύρισμα γνωστοί ηθοποιοί (αλλά και τραγουδιστές, όπως ο Γιάννης Βογιατζής). Εκεί γυρίζονταν ένα διάστημα και οι εκπομπές του Νίκου Μαστοράκη, τον οποίο βλέπαμε από κοντά σε σχεδόν καθημερινή βάση. Βλέπαμε και τη Μπέτυ Λιβανού, με την all time classic ομορφιά της οποίας εντυπωσιάζονταν ακόμα και τα κορίτσια και οι μανάδες μας. Όταν κατέφθανε έπεφτε «σύρμα», κι όταν έβγαινε από το αυτοκίνητο η γειτονιά σταματούσε να αναπνέει.
   Ίσως λόγω των ευκολιών που παρείχε η θέση εκείνου του στούντιο, αρκετά εξωτερικά γυρίσματα φαρσοκωμωδιών της εποχής έγιναν ακριβώς στον δρόμο μου (π.χ. Πράκτορες 005 εναντίον Χρυσοπόδαρου, Ο κόσμος τρελάθηκε κ.α.). Κάποιες φορές μάλιστα είχε τύχει να είμαστε παρόντες και να πάρουμε μια ιδέα σχετικά με το πώς γυρίζεται μια ταινία.
   Eπίσης τα εξωτερικά γυρίσματα των πρώτων σκηνών της ταινίας Το προξενιό της Άννας (1972) του Βούλγαρη, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους έγιναν στην ευρύτερη γειτονιά μου, δύο δρόμους από κάτω, δίπλα στις γραμμές του ΗΣΑΠ. 
  Δίπλα στην πολυκατοικία όπου έμενα υπήρχε ένα νυχτερινό κέντρο (σήμερα επίσης πολυκατοικία) που δεν θυμάμαι το όνομά του (νομίζω είχε το όνομα της τραγουδίστριας/ιδιοκτήτριας). Πριν απ' αυτό υπήρχε στο ίδιο σημείο ένα άλλο κέντρο, που το βρήκα σε μια τουριστική επιθεώρηση της Αθήνας, του 1963. 
                       

  (Νίκος Παπαδάκης, στούντιο κινηματογράφου, νυχτερινά κέντρα... Εκείνο δεν ήταν δρόμος αλλά μια μικρή πολιτιστική πρωτεύουσα...)

  Όταν περνούσε παπάς, σταματούσαν όλα τα παιχνίδια και τα παιδιά έτρεχαν να του φιλήσουν το χέρι. Αν και δεν είχα πάρει καμμία αντιεκκλησιαστική εκπαίδευση από το σπίτι μου, δεν πήγα ποτέ. Στις βρύσες των οικοδομών δεν είχα πρόβλημα να ακουμπήσω το στόμα μου εκεί που προηγουμένως το είχαν ακουμπήσει άλλα παιδιά, αλλά εδώ ενστικτωδώς κάτι σιχαινόμουν.

  Στο σπίτι των νονών μου, κοντά στον άγιο Παντελεήμονα, όπου πήγαινα συχνά για να βλέπω (ασπρόμαυρη) τηλεόραση, είδα την είδηση της διάλυσης των Beatles, μαζί με λίγα στιγμιότυπα από την ιστορία τους. Ήμουν πέντε χρονών και πρέπει να ήταν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα το όνομά τους. Για να το θυμάμαι ακόμα εκείνο το περιστατικό, κάτι σ' εκείνους θα μου είχε κάνει από τότε αυτό που λέμε κλικ. Το ραδιόφωνο έπαιζε πολύ συχνά τότε στα «κενά» ορχηστρικές διασκευές (μάλλον από την τότε ορχήστρα του Ε.Ι.Ρ.Τ.) των Eleanor Rigby, YesterdayLady Madonna, Yellow Submarine, Michelle, Girl, Lucy In The Sky With Diamonds, Here Comes The Sun, Ob-la-di Ob-la-da, Let It Be (και του Angie των Stones). Όλα αυτά τα παιδικά ακούσματα (που τότε δεν ήξερα ακόμα ότι ήσαν τραγούδια τους) τα αναγνώρισα λίγα χρόνια αργότερα στην εφηβεία όταν άρχισα να αγοράζω τους δίσκους τους (η αρχή έγινε το 1979 με το Μπλε Άλμπουμ). 
   Στο δικό μας σπίτι η τηλεόραση μπήκε ένα ή δύο χρόνια μετά. Από τη δική μας είδα την είδηση για το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ το 1975, για τον οποίο είχα βαρεθεί να ακούω από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου.  
   Eπίσης το 1973 ή 1974 είχα δει τη Φάρμα των ζώων σε κινούμενα σχέδια (μια ταινία του 1954) και είχα συγκλονιστεί. Προς μεγάλη μου χαρά είχε ξαναπροβληθεί μετά από λίγες μέρες. Ένα χρόνο αργότερα, σε ένα βιβλιοπωλείο στην πλατεία Αμερικής βρήκα το βιβλίο του Όργουελ που μόλις είχε εκδοθεί από τις εκδόσεις Νάβη (εξ' όσων γνωρίζω, ο ένας από τους τρεις πρώτους αντιεξουσιαστικούς εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα - οι άλλοι ήταν φυσικά η Διεθνής Βιβλιοθήκη και ο Υδροχόος, τον οποίο έκλεισε η χούντα). Θυμάμαι ότι είχα κρατήσει το βιβλίο στα χέρια μου σαν να ήταν χρυσάφι και σχεδόν είχα απαιτήσει από τον πατέρα μου να μου το αγοράσει. 
                           
      
    Κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα του 1969 ή (πιθανότερο) του 1971 με πολύ δυνατό ήλιο, θυμάμαι αρκετά καθαρά ότι είχα πάει με τον πατέρα μου σε ένα προποτζίδικο στην Αχαρνών. Η τηλεόραση έδειχνε εκτεταμένα στιγμιότυπα από την προσελήνωση της προηγούμενης νύχτας, με τους αστροναύτες που συνέλεγαν πετρώματα. Υπήρχε πολύς κόσμος που είχε μαζευτεί απ' έξω και παρακολουθούσε χωρίς να ακούγεται κιχ. Εμένα δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση τότε. Για κάποιον λόγο μου είχε φανεί το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Σήμερα όμως αν μπορούσα να βρεθώ για δέκα μόνο λεπτά εκεί, ε αυτά θα τα θεωρούσα ως τα σημαντικότερα δέκα λεπτά της ζωής μου.
 
    Και για όσους αναρωτιούνται αν αυτό είναι βιβλιοκριτική…

  Όταν τελείωσα (απνευστί σε τρεις μέρες) την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, υπακούοντας σε μια εύλογη παρόρμηση, οδηγήθηκα ξανά στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων. Μπορεί λίγο μετά το 1960 να κατέληξε μία από τις θεωρούμενες ως πιο υποβαθμισμένες περιοχές της Αθήνας, με σχεδόν παντελή απουσία πρασίνου, μη επαρκή αερισμό, μειωμένο φυσικό φωτισμό κλπ., αλλά στα μάτια όσων έχουν ζήσει εκεί είναι κάτι πιο περίπλοκο από αυτό που φαίνεται. 
  Σήμερα έχουν εγκατασταθεί εκεί εξωτερικοί μετανάστες (έχω μάλιστα κάτι ιρανούς πολιτικούς πρόσφυγες γνωστούς - όχι νοσταλγούς του σάχη- που έρχομαι στο κατάστημά τους αραιά και πότε, για να μαθαίνω νέα για την κατάσταση στη χώρα τους). Στη δεκαετία του 1960 σε αυτή την περιοχή κατέφευγαν επίσης μετανάστες αλλά εσωτερικοί, τα παιδιά των οποίων κάναμε τους μεγατόνους του τσιμέντου δεξιά κι αριστερά αυτών των στενών δρόμων να μοιάζουν με παιδικές χαρές.

   Κάτι παρόμοιο υποστηρίζουν και οι συγγραφείς για την περίοδο 1970-1973 της δικτατορίας, σε ό,τι αφορά στα του πολιτισμού: ότι ήταν κάτι πιο περίπλοκο από αυτό που φαίνεται (και αυτό που νομίζεται γενικώς). Γιατί, παρά τον αστυνομοκρατικό ζόφο και το γραφικό πολιτιστικό κιτσαριό της χούντας, η ζωή συνεχίστηκε. Και μάλιστα στο επίπεδο του πολιτισμού (μουσική, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία, εκδοτική και δισκογραφική δραστηριότητα κλπ.), συνεχίστηκε με εμφανώς εξελικτικό τρόπο (τουλάχιστον μετά το 1969 όπου ήρθη η προληπτική λογοκρισία). Και επιπλέον με μια έξαρση που δεν συναντιέται στην συγκριτικά μάλλον άχρωμη, άοσμη, άγευστη (και σίγουρα χωρίς κάποιο «Big Bang») Μεταπολίτευση.
 Τα ερωτήματα που γεννώνται είναι κατά τους συγγραφείς πολλά και διάφορα. Ευθύνεται η ελευθερία που δεν ωθεί στη δημιουργία σημαντικής τέχνης; Οφείλεται στην κοσμογονική δεκαετία του 1960 που δημιουργήθηκε και στην Ελλάδα εκείνο το πολιτιστικό Big Bang; Θα συνέβαινε αυτό ούτως ή άλλως και στην Ελλάδα, είτε υπήρχε δικτατορία είτε όχι; Πώς θα είχε εξελιχθεί η πολιτιστική κατάσταση στην Ελλάδα αν δεν είχε υπάρξει η δικτατορία;
   Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ο στόχος τους ήταν να φτιάξουν μια τοιχογραφία, ένα όσο γίνεται πιο πλήρες κολάζ, της πολιτιστικής δραστηριότητας εκείνης της περιόδου, και να διατυπώσουν κάποιους κοινωνικούς και καλλιτεχνικούς προβληματισμούς σχετικά με τη σχέση ελευθερίας/καταπίεσης και δημιουργικότητας. Μπορούμε να πούμε ότι ο στόχος υπερεπιτεύχθη. Ένα βιβλίο που συνδυάζει την επιστημονική με την καλλιτεχνική ματιά (κοινωνικός επιστήμονας ο ένας συγγραφέας, θεατράνθρωπος η άλλη) δεν θα μπορούσε να τα έχει πάει καλύτερα.
 
                                           

  Βέβαια, όπως είχε συμβεί με τα δύο βιβλία- σημεία αναφοράς πλέον, του κοινωνικού ιστορικού Κώστα Κατσάπη (Το «Πρόβλημα Νεολαία» 1967-1974 και Ήχοι και Απόηχοι: Κοινωνική Ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα 1956-1967), έτσι και εδώ δεν έλειψαν διάφορες προσπάθειες υποβάθμισης του βιβλίου. Αναφέρομαι σε διάφορους αυτόκλητους «κριτικούς» που έσπευσαν να επισημάνουν -τα αναπόφευκτα σε εργασίες τέτοιου όγκου- λαθάκια, π.χ. ως προς τις ακριβείς χρονολογίες κυκλοφορίας δίσκων κλπ. Tα οποία όμως, για όσους γνωρίζουν από μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών, δεν επηρεάζουν με κανέναν τρόπο το αποτέλεσμα. Τέτοιοι σχολαστικισμοί επιπέδου χουντικού γυμνασιάρχη, αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα για όσους τους κραδαίνουν (και συγκεκριμένα για το αίσθημα ζηλόφθονης ανεπάρκειάς τους να γράψουν ένα τέτοιο βιβλίο, αφού εξακολουθούν να θεωρούν τους εαυτούς τους ως  τους επαΐοντες για ένα τέτοιο εγχείρημα). Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι την ύπαρξη του Big Bang την πληροφορήθηκα τυχαία από έναν τέτοιο επικριτή του, το «αλάνθαστο» γούστο του οποίου εμπιστεύτηκα τυφλά…
  Προσωπικά θεωρώ ως μόνο άξιο λόγου λάθος την υποτιθέμενη αυτοκτονία του Μάριου Χάκκα, που ούτε αυτό όμως επηρεάζει σε κάτι το αποτέλεσμα της εν λόγω εργασίας. Και που άλλωστε, βάσει των πειστικών αιτιάσεων των συγγραφέων, οφείλεται σε κάποιο κόλλημα του ηλεκτρονικού αρχείου. Ένα άλλο λιγότερο σοβαρό λάθος, αλλά που μπορεί να δημιουργήσει λάθος εντυπώσεις, είναι η (βασισμένη σε μια μη αξιόπιστη μαρτυρία του Τζίμη Πανούση) επανειλημμένη αναφορά των συγγραφέων στην υποτιθέμενη συναυλία του Cat  Stevens στη Θεσσαλονίκη το 1973, ενώ η συναυλία έγινε το 1976... (δεν έγινε καμμία συναυλία ξένου ροκ συγκροτήματος στην Ελλάδα επί χούντας - το φιάσκο των Mungo Jerry το 1973 απλώς το αποδεικνύει).   

                    

                                      Εξαδάκτυλος - Σε Καλή Μεριά (1971)
   
   Η μοναδική ένσταση που έχω είναι ότι και οι συγγραφείς επικαλούνται συχνά τέτοιους επιδερμικούς σχολαστικιστές, κάποιες φορές αβασάνιστα, χωρίς να έχουν κάνει τον απαιτούμενο έλεγχο. 
   Μάλιστα σε κάποιο σημείο παραθέτουν αυτούσια μια γνωστή σταλινική θέση (θεωρώ, εν αγνοία τους ότι πρόκειται για τέτοια) ότι ειδικά η ελληνική ροκ της εποχής όχι μόνο δεν λογοκρίθηκε αλλά προωθήθηκε κιόλας από το καθεστώς (σ. 541). Eδώ οι συγγραφείς φαίνονται σαν να πυροβολούν τα πόδια τους αφού παρουσιάζουν αντιφατικά το επιμέρους ροκ big bang (όπως οι ίδιοι το αξιολογούν) της περιόδου, ως περίπου επιχορηγούμενο (και άρα αιτιολογούμενο) από τη χούντα (άρα ταυτόχρονα και ως μέρος του χουντικού πολιτιστικού κιτσαριού). Δείχνουν να μην γνωρίζουν ότι η εν λόγω «άποψη» εντάσσεται στην πάγια και διαχρονική προπαγανδιστική μεθοδολογία ειδικά της σταλινικής ή σταλινογενούς αριστεράς, μέσω της οποίας επιχειρείται συκοφαντικά η μείωση των θεωρουμένων υπ΄αυτής ως «ανταγωνιστών» της. Εν προκειμένω ο φόβος της αριστεράς είναι να της «κλέψουν» το Πολυτεχνείο (που με τόσο προπαγανδιστικό κόπο έχει «πατεντάρει»). Άλλωστε η ελληνόφωνη αριστερή λιβελογραφία κατά της ροκ ως «ανταγωνιστικού» κοινωνικού φαινομένου ξεκινάει από … το 1956 και απλώς συνεχίζεται αδιαλλείπτως έως σήμερα μέσω τέτοιων σταλινοειδών «κριτικών».
  Πέραν αυτού είναι γνωστό ότι και η ροκ υπέστη τη λογοκρισία και το κυνήγι της χούντας. Π.χ. δίσκοι 45 στροφών όπως το Σε Καλή Μεριά (Εξαδάκτυλος) αποσύρθηκαν από την αγορά λίγο μετά την κυκλοφορία τους, ενώ ολόκληρα άλμπουμς-ορόσημα όπως το Μεταφοραί-Εκδρομαί Ο Μήτσος του Πουλικάκου, αν και είχαν ολοκληρωμένο το υλικό τους από το 1971-1972, κυκλοφόρησαν μετά τη δικτατορία. Για να μην αναφέρουμε το χουντικό πογκρόμ που εξαφάνισε τα πρώτα αμιγώς ροκ στέκια (π.χ. στην Πλάκα), τη διάλυση συγκροτημάτων από την «Ασφάλεια» κλπ. 
                                      
  
   Αν και το υλικό του ήταν ολοκληρωμένο από το 1972, εν΄όψει της λογοκρισίας ο δίσκος αυτός αναφοράς για την ελληνική ροκ κυκλοφόρησε το 1976.


   Μπορεί το ροκ ως κοινωνικό φαινόμενο να μην έκανε «αντίσταση» στη χούντα (άλλωστε ούτε η αριστερά έκανε), έκανε όμως κάτι ασύγκριτα πιο αποτελεσματικό: δρώντας διαβρωτικά ως ρεύμα (από καλλιτεχνικής πλευράς) και ως ο κατεξοχήν εκφραστής της αποκληθείσας Youth Subculture (από κοινωνικής), υπέσκαψε τα ηθικολογικά και ιδεολογικά θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, διασύροντας καίρια και μόνο του τον ελληνοχριστιανισμό και τη (β)ρωμηοσύνη (στο όνομα των οποίων έπιναν και πίνουν νερό όχι μόνο οι φασίστες αλλά και άπασες οι αριστεροδεξιοκεντρώες «δημοκρατικές δυνάμεις»). Μάλιστα αυτή η διαβρωτική, και συχνά προκλητική και συγκρουσιακή, κοινωνική επίδρασή του επεκτάθηκε πολύ πιο πέρα από τα χρονικά όρια της δικτατορίας, βαθιά μέσα στη λεγόμενη Μεταπολίτευση (αρκεί να παρατηρηθεί ότι από όλη εκείνη την πολιτισμική κοσμογονία των ετών 1970-1973 μόνο η ροκ συνιστώσα της συνέχισε να εξελίσσεται με τρόπο παρόμοια καταιγιστικό, τόσο καλλιτεχνικά όσο και ως κοινωνικό φαινόμενο, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1990). Ή όπως το είχε διατυπώσει επιγραμματικά ο αείμνηστος Σταύρος Λογαρίδης: «άλλη η δουλειά του κνίτη και άλλη του αλήτη».
   Αν δεν είχε υπάρξει η, μέσω της ροκ, ανάδειξη της χασματικής εκείνης γενεακής διαφοροποίησης από τη Youth Subculture (ακόμα και στα μυαλά όσων δεν άκουγαν ροκ), το Πολυτεχνείο δεν θα είχε συμβεί ποτέ. Γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν ξεκίνησε από κομματικά πιόνια αλλά από ανθρώπους που σκέφτονταν εκτός των απαρχαιωμένων κομματικών γραμμών, με το δικό τους μυαλό, και με εννοιολογίες Μάη του '68 και αμερικάνικου Movement («προβοκάτορες» και «πράκτορες της ΚΥΠ» κατά... το πάντα ειλικρινές ΚΚΕ). Τα κόμματα (KKE, ΚΚΕ εσωτερικού, ΠΑΚ / μετέπειτα ΠΑΣΟΚ) και οι στρατοί τους μπήκαν τελευταίοι και καταϊδρωμένοι στο Πολυτεχνείο, όταν είδαν ότι τα γεγονότα τους προσπερνούσαν, και δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να επιδιώκουν την εκτροπή της κατάληψης προς όφελος διαφόρων «γεφυροποιών» μεταξύ χούντας και «δημοκρατίας» όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Κι αν τελικά δεν κατάφεραν να σώσουν τις επαίσχυντες «γέφυρες» (μια και οι καταληψίες δεν αποχώρησαν, όπως τους υπεδείκνυαν συνεχώς οι κομματικοί εγκάθετοι), κατάφεραν ωστόσο να μην αποκτήσει δυναμική η κατάληψη, εξελισσόμενη σε μία (τουλάχιστον) παναθηναϊκή εξέγερση, πέραν των δρόμων γύρω από το Πολυτεχνείο. Και οικειοποιήθηκαν κιόλας το γεγονός, σκυλεύοντας έκτοτε σε κάθε επέτειο τους δολοφονημένους.
  Ελπίζω αυτού του είδους τα λάθη (τα μόνα πραγματικά κατά τη γνώμη μου) να έχουν αποκατασταθεί σε επόμενη έκδοση (την οποία εύχομαι ολόψυχα).

   Λένε ότι τα σπουδαιότερα βιβλία είναι εκείνα που διαβάζοντάς τα ανακαλύπτουμε περισσότερα πράγματα για εμάς τους ίδιους, παρά για ο,τιδήποτε άλλο. Διαβάζοντας το Big Bang αισθανόμουν σαν κάποιος να σκάβει μέσα μου, να βγάζει από τη σκόνη μνήμες σαν ξεθωριασμένες φωτογραφίες, να τις φρεσκάρει και να μου τις κάνει δώρο. Από πολλές απόψεις η ανάγνωσή του μοιάζει με ξαφνικό άκουσμα τραγουδιού που σε γυρίζει σε άλλες εποχές, και σε κάνει να ανασύρεις πράγματα που είχες ξεχάσει για δεκαετίες μέσα σου. Αρκετές φορές μάλιστα αντιμετώπισα δυσκολίες συγκέντρωσης αφού η πρόκληση της μνήμης (μέσω αναφορών σε πρόσωπα, τραγούδια, ταινίες, ονόματα δρόμων κλπ.) ήταν τέτοια που προξενούσε καταβυθίσεις σε ανεξέλεγκτες αλληλουχίες αναμνήσεων, ολοκληρωμένων ή  θραυσμάτων τους. Γι’ αυτό και η κάπως «ανορθόδοξη» αυτή παρουσίαση.
  Και γι΄αυτό, αν και πρόσφατο, η συναισθηματική του αξία για μένα είναι ήδη δυσανάλογα μεγάλη.

  Ρίχνω μια ακόμα ματιά στον δρόμο των παιδικών μου χρόνων. 
  Σαν χθες μου φαίνεται.
  Σκέφτομαι όταν τελικά μεγαλώσω, να ζητήσω να σκορπιστεί η στάχτη μου κάπου εδώ.




  Θ.Λ.

  Δείτε επίσης: 
-Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ (ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ) TO ΥΠ' ΑΡ. 1 ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ (απόσπασμα από «Το Πρόβλημα Νεολαία» του ιστορικού Κώστα Κατσάπη)
-ΜΑΥΡΟ + ΑΣΠΡΟ: μία διεθνών προδιαγραφών ελληνική ροκ ταινία του 1973 που υπερβαίνει κατά πολύ τη στενότητα του αντιδικτατορισμού
-ΟΧΙ ΑΛΛΟΙ "ΗΡΩΕΣ"... Όταν τα "αντιστασιόμετρα" κραδαίνονται ως φύλλα συκής τής σταλινικής ή άλλης φιλοχουντικής ηθικολογίας



3 σχόλια:

  1. Nα πω ότι έχω πάρει κι εγώ το βιβλίο κι ότι μου δημιούργησε κι εμένα ένα παλιρροϊκό κύμα αναμνήσεων. Μεγάλωσα κι εγώ σ΄ εκείνες τις συνοικίες με παρόμοιο τρόπο, γι΄ αυτό το αυτοβιογραφικό σου κομμάτι με άγγιξε βαθιά. Γενικά συμφωνούμε αλλά το μόνο που βρίσκω κάπως απόλυτο είναι το ότι αν δεν είχε υπάρξει το ροκ, δεν θα είχε υπάρξει το Πολυτεχνείο.

    Ένας παλιός γείτονας και συνομήλικος :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γειά σου γείτονα! Χάρηκα πολύ που το διάβασε κάποιος όπως εσύ.
      Δεν λέω ότι «αν δεν είχε υπάρξει η ροκ, το Πολυτεχνείο δεν θα είχε συμβεί ποτέ» αλλά ότι αν δεν είχε υπάρξει η νεανική υποκουλτούρα (της οποίας η ροκ ήταν το κατεξοχήν εκφραστικό όχημα) το Πολυτεχνείο δεν θα είχε συμβεί ποτέ. Το Πολυτεχνείο ήταν κάταληψη και οδομαχίες με μολότωφ. Κάτι πρωτόγνωρο για την ελληνική κοινωνία, και ακόμα πιο πρωτόγνωρο για την ελληνική αριστερά, το οποίο ερχόταν κατευθείαν από το αμερικάνικο movement και τον Μάη '68 (αναρχικοί και αριστεριστές ήσαν οι πρώτοι καταληψίες). Τι παραπάνω τεκμηρίωση να δοθεί επ΄ αυτού; Θα μπορούσαν τα δύο ΚΚΕ να έχουν παράξει κάτι τέτοιο;

      Διαγραφή
  2. O Πουλικάκος έχει εκφράσει την απορία του σχετικά με το γιατί η χούντα διέταξε να αποσυρθεί από την κυκλοφορία το "Σε Καλή Μεριά" ενώ επέτρεψε το (φαινομενικά πολύ πιο πρόσφορο για λογοκρισία) "Έχουν Κακούς Σκοπούς" που το αντικατέστησε στη δεύτερη πλευρά του "Τα Παιδιά Είναι Εντάξει". Δεν βρίσκει καμιά λογική στα κριτήρια των χουντικών λογοκριτών και το αποδίδει σε "αρρωστημένες καταστάσεις":

    "Λογοκρισία υπήρχε από τη στιγμή που θα έβγαζες δίσκο. Έπρεπε να τους δώσεις τα λόγια και τη μουσική. Γιατί και η μουσική πέρναγε από «λογοκρισία». Τώρα, τί είδους λογοκρισία μπορεί να επιβληθεί στη μουσική... Βέβαια μας κόψανε ένα κομμάτι! Ενώ δεν κόψανε, φερ' ειπείν, το "Έχουν Κακούς Σκοπούς", που είναι φανερό και από τον τίτλο, πού το πάμε, μας κόψανε ένα που λεγόταν "Σε Καλή Μεριά", που ήταν ένα αυτοσαρκαστικό περισσότερο κομμάτι. Τώρα, ποιός ξέρει, τα μυαλά τους τί σκεφτήκαν. Ούτως ή άλλως, πρόκειται για αρρωστημένες καταστάσεις, να πούμε."
    (https://www.rocking.gr/interviews/Sunenteuksi_Dimitris_Poulikakos/4903)

    Εγώ αντιθέτως βρίσκω ότι οι λογοκριτές ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν. Γιατί το "Σε Καλή Μεριά" χτυπάει κατευθείαν στο ζέχνον φαντασιακό του μικροαστού που κρυφογούσταρε χούντα. Διασύρει έναν τύπο ανθρώπου που όπως και τότε, έτσι σήμερα υπάρχει ως πλειοψηφών στην Ελλάδα. Και ο οποίος είναι ο ακρογωνιαίος της νεοελληνικής κοινωνίας. Αυτή είναι η αρρωστημένη κατάσταση που σαρκάζεται αμείλικτα στο τραγούδι, που το κάνει πολύ πιο επικίνδυνο από το υπερπροφανές "Έχουν Κακούς Σκοπούς".

    Το βιβλίο το έχω πάρει καιρό. Αλλά επειδή φοβάμαι ότι αν το πιάσω δεν θα το αφήσω πριν το τελειώσω, το έχω προγραμματίσει για την άδεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή