.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ -ΟΧΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ- ΑΙΤΙΟΙ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Ο βρετανικός ναυτικός αποκλεισμός ως κύρια αιτία τού κατοχικού λιμού 1941-΄42 στην Ελλάδα


  Ο τρομακτικός φόρος σε ανθρώπινες ζωές και σε καταστροφές υποδομών, που κατέβαλε η χώρα κατά τη διάρκεια τής στρατιωτικής κατοχής της, δεν οφείλεται σχεδόν καθόλου στους προσωρινούς και  περιστασιακούς κατακτητές της (Άξονας), αλλά στην πολιτική, που είχε προαποφασιστεί από τους μέχρι τότε προτέκτορές της, βρετανούς.
     Η πρόσδεση τού προτεκτοράτου στη βρετανική αποικιοκρατική πολιτική  επέτασσε, όχι μόνο την εμπλοκή του στον πιό άχρηστο πόλεμο τής ιστορίας του, αλλά και την -εξ ίσου ανώφελη για την πλειοψηφία των κατοίκων τής χώρας- συνέχιση τού πολέμου στο  ελλαδικό έδαφος, ακόμα κι όταν αυτό είχε πλέον καταληφθεί από τον Άξονα. Κατ΄αυτό τον τρόπο επινοήθηκε και σχεδιάστηκε μια νέα αποικιοκρατική πρακτική, αυτή τής λεγόμενης «Εθνικής Αντίστασης» (φαινόμενο άγνωστο στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο). Η συνέχιση αυτή τού πολέμου μέσω τού προσχήματος τής αποκαλούμενης «Εθνικής Αντίστασης» είχε σαν συνέπειες την ολοσχερή καταστροφή τεράστιου μέρους τής δημόσιας περιουσίας, δεκάδες χιλιάδες θανάτους αμάχων τόσο από γερμανοϊταλικά αντίποινα όσο και από τα εσωτερικά «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών» των «ανταρτικών» συμμοριών, αλλά και τον ολέθριο λιμό, που κόστισε πάνω από μισό εκατομμύριο νεκρούς (συνέπειες, που θα μπορούσαν και αυτές να είχαν πλήρως αποφευχθεί, όπως άλλωστε επετεύχθη και σε τόσες άλλες ευρωπαϊκές χώρες).
     Η αποικιοκρατική πολιτική τής συνέχισης τού πολέμου στο ελλαδικό έδαφος, είχε σαν κύριους «πυλώνες» της: α) την τροφοδότηση των «ανταρτών» (ακόμα και των ελεγχομένων από το εν Ελλάδι πρακτορείο τού σταλινισμού, δηλαδή το Κ.Κ.Ε.) με βρετανικές λίρες, βρετανικό οπλισμό και βρετανούς στρατιωτικούς συμβούλους, β) τον βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό των ελληνικών λιμανιών, με στόχο την πρόκληση προβλημάτων στο κατοχικό καθεστώς, διαμέσου τής λιμοκτονίας τού πληθυσμού. Στο άρθρο αυτό θα ασχοληθούμε με τον δεύτερο.


Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940: ΜΙΑ ''ΕΘΝΙΚΗ'' ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΝΤΡΟΠΗΣ (β΄ μέρος)

(Εδώ το πρώτο μέρος: http://hypnovatis.blogspot.de/2012/10/28-1940.html)



  Ήταν δυνατή μιά διαφορετική στάση από ελληνικής πλευράς στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;

  Όταν η προπαγάνδα παρουσιάζει ως αναπόφευκτη την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο χρησιμοποιεί ως κύριο επιχείρημα το «Χαλύβδινο Σύμφωνο» μεταξύ Χίτλερ και Μουσολίνι, (Μάιος του 1939). Οι δύο δικτάτορες είχαν μοιράσει με αυτόν τον τρόπο τις ζώνες επιρροής τους: «Η Ελλάδα βρισκόταν, φυσικά, στην πρώτη σειρά και οι δύο δικτάτορες είχαν μάλιστα αποφασίσει τον διαμερισμό της Μακεδονίας σε Ανατολική και Δυτική, την οποία θα έλεγχαν Γερμανοί και Ιταλοί αντίστοιχα, χρησιμοποιώντας σαν αστυνομικό προσωπικό την συγκατοχή Βουλγάρων και Αλβανών, τους οποίους έλεγχαν.»(6).
  Υπό αυτές τις συνθήκες η επίθεση του Άξονα κατά της Ελλάδας παρουσιάζεται ως δήθεν προαποφασισμένη, η Ελλάδα επιχειρείται να παρουσιαστεί ως δήθεν «με την πλάτη στον τοίχο» και η ελληνική αντίσταση ως δήθεν μονόδρομος.

  Τα πράγματα όμως δεν ήσαν τόσο απλά, όπως θέλουν να μας τα παρουσιάζουν. Γιατί, όπως επισημαίνει παραστατικότατα και ο καθηγητής του Αριστοτελείου Ιωάννης Κολιόπουλος, «σταθερά και αμετάκλητα η Ελλάς όλο και περισσότερο προσχωρούσε στο στρατόπεδο της Βρετανίας και συνδεόταν κάθε μέρα και πιό πολύ με τη βρετανική πολεμική προσπάθεια. Οι σωρευτικές πιέσεις του πολέμου και η προθυμία του καθεστώτος Μεταξά και του Γεωργίου να συνεργασθεί με τη Βρετανία σε όλους τους τομείς καθιστούσαν την ελληνική ουδετερότητα μάλλον κενή περιεχομένου, παρά τις αντίθετες ελληνικές διαβεβαιώσεις προς τις χώρες του Άξονος.» («Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40: οι σχέσεις της Ελλαδας με τη Βρετανία 1935-1941», εκδόσεις Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996).
  Ας αναφερθεί ενδεικτικά και το παρακάτω. Η Ιταλία είχε υπογράψει Σύμφωνο Φιλίας (όχι συμμαχίας) με την Ελλάδα το 1928. Το 1939 η Ιταλία, θέλοντας να μην γίνει η Ελλάδα βάση της Βρετανίας (ώστε να μην κινδυνεύουν τα ιταλικά στρατεύματα στη Βόρειο Αφρική), πρότεινε στην Ελλάδα ανανέωση αυτού του Συμφώνου (και μάλιστα χωρίς να απαιτείται φιλοϊταλική στάση της Ελλάδας σε περίπτωση ιταλοβρετανικής σύρραξης). Αυτά δείχνουν ότι η Ιταλία εξυπηρετείτο με την ελληνική ουδετερότητα και ότι οι (δήθεν) βλέψεις της Ιταλίας προς την Ελλάδα είναι άλλος ένας μύθος της προπαγάνδας προκειμένου να δικαιολογηθεί το (δήθεν) αναπόφευκτο της εισόδου της Ελλάδας στον παγκόσμιο πόλεμο. Φυσικά ο αγγλόδουλος Μεταξάς (μετά από βρετανικές εντολές) δεν ανανέωσε το Σύμφωνο, κάτι που από την Ιταλία εξελήφθη δεόντως και άλλαξε τη στάση της προς την Ελλάδα.

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940: ΜΙΑ ''ΕΘΝΙΚΗ'' ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΝΤΡΟΠΗΣ (α' μέρος)

Η Ελλάδα έρμαιο τής βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.
Μύθος η εκούσια «ηρωική» εμπλοκή μας στο αιματοκύλισμα.

«Με αυτόν τον πανταχού παρόντα μηχανισμό των πληροφοριών και την επιρροή των σχολείων στους απροστάτευτους εγκεφάλους των ανηλίκων μελών του πληθυσμού μπορεί κανείς να εξαπατήσει ακόμα και έξυπνους ανθρώπους σε βαθμό, που να πανηγυρίζουν για την ίδια τη θανατική καταδίκη τους.»
(Ε.Α. Ράουτερ, «Η κατασκευή υπηκόων», εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 1982)

 Επί επτά δεκαετίες καταβάλλεται αδιάκοπη προσπάθεια από τους προπαγανδιστικούς μηχανισμούς του νεοελληνικού κρατιδίου (κυρίως από τη σχολική εκπαίδευση) να παρουσιαστεί η είσοδος της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως αναπόφευκτη, αλλά και η ένταξή της στο συμμαχικό συνασπισμό ως δική της επιλογή βασισμένη στο «δίκαιο» και στον «ανθρωπισμό». («Επιλογή», που αντιφάσκει με το αναπόφευκτο της εισόδου της στον πόλεμο: μας λένε δηλαδή, ότι η Ελλάδα επέλεξε κάτι, που ήταν αναπόφευκτο να μήν το επιλέξει…). Η πραγματικότητα βέβαια είναι τελείως διαφορετική. Μια χώρα «προστατευόμενη» (βλ. προτεκτοράτο) είναι εξ ορισμού αδύνατον να ασκεί αυτόβουλη εξωτερική (ή άλλη) πολιτική, παρά μόνο στον βαθμό, που αυτή δεν θα θίγει τα συμφέροντα των «προστατών» της. Αυτόβουλη πολιτική ασκούν ως γνωστόν μόνο οι «protectors», ποτέ οι «protected».
  Κατ’ αυτό τον τρόπο η είσοδος και συμμετοχή της «προστατευόμενης» Ελλάδας σε έναν τέτοιας έκτασης πόλεμο είναι αστείο να ερμηνεύεται ως η εκούσια «ηρωική» άρνηση μιας «μικρής πλην ένδοξης» χώρας να «υποταχθεί» στον κάθε «εισβολέα». Γιατί η «μικρή πλην ένδοξη» αυτή χώρα ήταν προ πολλού υποταγμένη, όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η «αντίστασή» της δεν διεξήχθη, παρά μόνο στα προδιαγεγραμμένα πλαίσια αυτής της υποταγής.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ "ΑΓΑΠΗ"

Η ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΛΕΟΣ
Οι αρχαιοελληνικές έννοιες και η διαστρέβλωσή τους από την υποκριτική χριστιανική ηθική


(Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί  απόσπασμα σεμιναρίου του Κορνήλιου Καστοριάδη στην Ανώτατη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού το 1983, το οποίο έχει συμπεριληφθεί στην  "Ελληνική ιδιαιτερότητα, Τόμος Β΄, Η Πόλις και οι νόμοι", εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2008, μετάφραση Ζωής Καστοριάδη. Τίτλος εικόνες και τονισμένα στοιχεία, δικά μου- Θ.Λ.)




   Επομένως τί είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις διαπροσωπικές σχέσεις στην Ελλάδα; Θα έβλεπα δύο πολύ σημαντικά στοιχεία, που εκφράζονται με τις λέξεις φιλία και έλεος. Ας αρχίσουμε από την πρώτη. Ο Αριστοτέλης, για τον οποίο σας είπα ήδη ότι είναι παραδόξως ο κατ’ εξοχήν φιλόσοφος της κλασικής πόλης, θα τη συζητήσει δια μακρών. Έχουμε συνηθίσει, μετά από τους Ρωμαίους, να μεταφράζουμε αυτή τη λέξη ως «amitié» («φιλική σχέση»), καθόλου δόκιμη απόδοση. Η φιλία προέρχεται από το ρήμα φιλώ, που σημαίνει αγαπώ. Όχι αγαπώ ερωτικά, αν και αυτό το νόημα είναι επίσης δυνατό. Η φιλία είναι το γένος, που σαν επιμέρους είδη του έχει τις διάφορες μορφές συναισθημάτων, που μπορούν να συνδέσουν τα άτομα. Και στην ελληνική πόλη, η φιλία έχει πολύ σημαντικές θεσμικές πτυχές. Βεβαίως, πρόκειται κυρίως για τη φιλική σχέση μεταξύ ανδρών, συχνά βάσει άτυπων πολιτικών συνδέσμων που ονομάζονται εταιρείαι, ενώ ο Πλάτων, όπως και ο Αριστοτέλης, θα πουν δικαίως, ότι η φιλία είναι κατ’ εξοχήν ο τύπος σχέσης, που μπορεί να ευδοκιμήσει και να αναπτυχθεί σε μια ελεύθερη κοινότητα και ότι μια τέτοια κοινότητα την προϋποθέτει. Κατά κανόνα, η τυραννία δεν μπορεί να ανεχθεί τη φιλίαν2. O τύραννος έχει κάθε συμφέρον να εμποδίσει την, ανεξάρτητα από αυτό τον ίδιο, δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, που θα μπορούσαν να ευνοήσουν τον αγώνα εναντίον της εξουσίας του και, εν πάση περιπτώσει, τη σύσταση μέσα στην κοινωνία ενός κέντρου αναφοράς που διαφεύγει του ελέγχου του. 


Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΘΑ ΚΑΕΙ ΚΙ Η ΓΟΥΝΑ ΤΟΥΣ...

 Ο βυζαντινός τρόπος,
που διδάσκεται το μάθημα της έκθεσης στη νεοελλάδα

 
Το θέμα της έκθεσης των φετινών πανελληνίων εξετάσεων:

«Η μάχη του ανθρώπου δεν θα χαθεί ενόσω θα υπάρχει καταφυγή του Λόγου, το βιβλίο.
Συχνά παρατηρείται πολλοί μαθητές να καταστρέφουν τα σχολικά τους βιβλία στα προαύλια των σχολείων κατά το τέλος του σχολικού έτους. Σε άρθρο που θα δημοσιευθεί στη σχολική σας εφημερίδα να αιτιολογήσετε το παραπάνω φαινόμενο και να αναφερθείτε στους τρόπους που θα συμβάλουν στην αρμονική συνύπαρξη του βιβλίου με τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης.»

Σύμφωνα με τα όσα είναι γραμμένα στα εκάστοτε αναλυτικά προγράμματα διδασκαλίας, σκοπός του μαθήματος της έκθεσης είναι κυρίως το να καλλιεργήσουν οι μαθητές την εκφραστική και τη συλλογιστική τους ικανότητα.
Ωστόσο και εδώ (όπως και στη διδασκαλία των μαθηματικών, των αρχαίων και νέων ελληνικών κ.λπ.) αυτό που τελικά διαιωνίζεται είναι μια στείρα, ετοιματζίδικη και αποθαρρυντικά δύσχρηστη «γνώση», η οποία δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο δημιουργικής εμπέδωσής της και έμπρακτης δικαίωσης-χρησιμότητάς της. Η σχολική εκπαίδευση στην νεοελλάδα διαιώνιζε ανέκαθεν τον βυζαντινό σχολαστικισμό. Γι’ αυτό και η φυσιολογική απέχθεια των περισσοτέρων νεοελλήνων μαθητών για τα μαθηματικά, ή τα αρχαία ελληνικά, τις δύο θεμελιώδεις συνιστώσες τόσο του αρχαίου ελληνικού, όσο και του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού (αλλά και η απέχθεια για το ίδιο το σχολείο, κάτι που εκφράζεται «εθιμοτυπικά» κάθε τέλος σχολικής χρονιάς με το, σχεδόν τελετουργικό, κάψιμο των καταθλιπτικών νεοελληνικών σχολικών εγχειριδίων –και όχι «βιβλίων»). Αν και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται περί απέχθειας για τα μαθήματα καθαυτά αλλά, για τον αντιμαθησιακό και αντιδημιουργικό τρόπο με τον οποίο διδάσκονται: δεν είναι τυχαίο ότι οι νεοέλληνες έφηβοι δείχνονται απείρως πιο δημιουργικοί εκτός σχολείου (π.χ. σε ό,τι έχει να κάνει με Η/Υ, ή με άλλη εξωσχολική μόρφωση, πληροφόρηση, βιβλία κλπ.), κάτι που επαληθεύει ότι το πρόβλημα είναι με το σχολείο και όχι με τα παιδιά μας.


ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ – ΘΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΝΙΣΜΟΥ


  Πολύ πριν την έκρηξη της επανάστασης του 1821 είχε εκδηλωθεί η σύγκρουση του πνεύματος του Διαφωτισμού με την ιδεολογία της βυζαντινοκρατίας. Στόχοι των δύο πλευρών ήσαν, για την μεν πρώτη η ολοκλήρωση της επανάστασης ως κοινωνικής διαδικασίας, που θα οδηγούσε σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή κοινωνία, ενώ για την δεύτερη, η αναχαίτιση του επαναστατικού κύματος και η ταπεινωτική επιστροφή του ελληνικού έθνους στην «θείω βουλήματι ισχυράν βασιλείαν» (πατριάρχη Ιερουσαλήμ, Άνθιμου, «Πατρική Διδασκαλία», 1798) των οθωμανών.
Μετεπαναστατικά η σύγκρουση συνεχίστηκε, έχοντας μετασχηματιστεί σε προσπάθεια των δύο πλευρών για τον ιδεολογικό έλεγχο του νεοπαγούς κρατιδίου. Με το πέρασμα αρκετών δεκαετιών οι προσκείμενες στον Διαφωτισμό φωνές προοδευτικά  σίγησαν, όχι όμως χωρίς την ουσιαστική συνδρομή ενός, επί τούτου δημιουργηθέντος, παρακράτους, και των ενδοεξουσιαστικών διαπλοκών και μηχανισμών καταστολής, που αυτό εξέθρεψε.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1870 η πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πνευματική κατάσταση στη χώρα μόνο επιφανειακά πλέον μοιάζει με αυτή, που επιδίωξαν η επανάσταση και οι έλληνες Διαφωτιστές. Στην πραγματικότητα η νέα Ελλάδα έχει εκφυλλιστεί σε ένα νεοβυζαντινού τύπου μόρφωμα, στο οποίο η θεοκρατία έχει επιστρέψει, όπως το σκουλήκι σε έναν φαινομενικά υγιή καρπό και (σε αγαστή συνεργασία με τους απογόνους των κοτσαμπασήδων της τουρκοκρατίας και των βυζαντινοθρεμμένων φαναριωτών πολιτικάντηδων)  κυβερνά ανενόχλητη, άλλοτε παρασκηνιακά και άλλοτε απροκάλυπτα.
Η μετάσταση του καρκινώματος της βυζαντινοκρατίας στο σύνολο σχεδόν των θεσμών (στις τρεις «διακριτές» εξουσίες, στην παιδεία κ.λπ., αλλά και στην οικονομία) είναι τόσο προχωρημένη, ώστε η τελευταία δεν διστάζει προ ουδενός μέσου, προκειμένου να εξοντώσει φυσικά ή ψυχικά όποιον της αντιστέκεται και να επιβάλλει σιγή νεκροταφείου στην κοινωνία. Με νόμους – παρωδίες και δίκες – οπερέτες, ακόμη και αγωνιστές της επανάστασης, όπως ο Θεόφιλος Καϊρης, φυλακίζονται και δολοφονούνται σε μπουντρούμια μοναστηριών, ενώ το φόβητρο του θρησκευτικού αφορισμού επισείεται -όπως προ και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης- εναντίον κάθε φωνής, που θυμίζει Διαφωτισμό, ευνομούμενη κοινωνία, υποψιασμένους πολίτες κ.λπ..
Από αυτήν την κατάσταση δεν διέφυγε ούτε η -συνήθως ανεκτή- καλλιτεχνική ελευθεριότητα. Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο πρέπει να ενταχθούν και οι διώξεις στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα εναντίον σημαντικών νεοελλήνων λογοτεχνών, όπως ο Εμμανουήλ Ροϊδης,  ο Ανδρέας Λασκαράτος κ.α..


ΔΙΑΦΘΟΡΑ- ΔΙΑΠΛΟΚH: ΑΠΟ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΣΤΟ ΒΑΤΟΠΕΔΙ

Πώς η βυζαντινή κοινωνική παθογένεια αναγεννήθηκε κατά την τουρκοκρατία κι επιβιώνει  στη σύγχρονη Ελλάδα

   Είναι ιστορικά δοκιμασμένη η τακτική των κάθε λογής κατακτητών να μήν εγκαθιδρύουν άμεσα την εξουσία τους, αλλά να χρησιμοποιούν γι’ αυτόν τον σκοπό τον προϋπάρχοντα εξουσιαστικό μηχανισμό, αφού πρώτα τον επανδρώσουν με φίλα προσκείμενους εντόπιους τοποτηρητές. Οι κατακτημένοι υπακούν ευκολότερα στους «δικούς» τους παρά στους ξένους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο π.χ. οι ναζί χρησιμοποίησαν τους διοικητικούς μηχανισμούς (υπουργεία, αστυνομίες κλπ.) των κατακτημένων από αυτούς χωρών, διορίζοντας απλώς κυβερνήσεις-ανδρείκελα σε Γαλλία, Νορβηγία, Ελλάδα κ.α..
     Κάτι ανάλογο συνέβη και με την οθωμανική κατάκτηση του ελλαδικού χώρου. Οι οθωμανοί βασίστηκαν στους υλικοπνευματικούς κυριάρχους του ελλαδικού πληθυσμού, στους ίδιους ακριβώς, οι οποίοι στήριζαν και συνιστούσαν την πρότερη «βυζαντινή» εξουσία.  Πρόκειται ουσιαστικά για τις κάστες των ανωτέρων κληρικών της ανατολικής («ορθόδοξης») χριστιανικής εκκλησίας, των οικονομικώς ισχυρών (μεγάλων γαιοκτημόνων, μετέπειτα κοτσαμπασήδων) και των πολιτικών στελεχών (μετέπειτα φαναριωτών) τής καταλυθείσας πρώην «βυζαντινής» αυτοκρατορίας.
     Οι κάστες αυτές επιβιώνουν ελαφρώς παραλλαγμένες αλλά, εξίσου ισχυρές και στη σημερινή Ελλάδα. Αποτελούν δε, κάστες διότι, συγκεντρώνουν όλα τα χαρακτηριστικά κλειστών, και αποκομμένων από την κοινωνία, ομάδων διατήρησης μακροχρόνια κεκτημένων προνομίων, παρά το ότι δεν βασίζονται αποκλειστικά στους δεσμούς αίματος για την ανανέωσή τους σε έμψυχο δυναμικό.
     Οι κάστες αυτές διαπλέκονται σταθερά ως προς τη συμφεροντολογική δράση τους, καθ’ όλη τη διάρκεια του βυζαντινού μεσαίωνα, της τουρκοκρατίας και της σύγχρονης Ελλάδας. Η διαπλοκή συνάπτεται ως άτυπη κοινωνική συμφωνία και ολοκληρώνεται μέσα από την αφανή και, γι’ αυτό, πανίσχυρη δομή τού λεγόμενου σιναφιού.